ΚΡΙΣΙΜΑ ΣΗΜΕΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΩ
Το βασικό πρόβλημα του νέου ΕΧΠ-Τ
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό (ΕΧΠ-Τ) επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ένα εργαλείο «βιώσιμης» διαχείρισης της τουριστικής ανάπτυξης. Ωστόσο, πίσω από όλη τη νέα ορολογία που εισάγει, το βασικό παραγωγικό μοντέλο του μαζικού τουρισμού όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά σε μεγάλο βαθμό αναπαράγεται.
Το σχέδιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως κυρίαρχη αναπτυξιακή δραστηριότητα, με βασικό στόχο την αναβάθμιση, επιμήκυνση και ενίσχυση της τουριστικής οικονομίας. Η προστασία του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών φαίνεται να λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός διαχείρισης των συνεπειών της υπερανάπτυξης και όχι ως πραγματικό όριο απέναντι στη συνεχιζόμενη τουριστική μεγέθυνση.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση της Κω.
1. Η Κως δεν είναι τρεις διαφορετικοί προορισμοί
Η πρώτη μεγάλη αντίφαση του σχεδίου αφορά την ίδια την κατηγοριοποίηση του νησιού. Η Δημοτική Ενότητα Κω κατατάσσεται στις Περιοχές Ελεγχόμενης Ανάπτυξης (Κατηγορία Α), ενώ οι Δημοτικές Ενότητες Δικαίου και Ηρακλειδών κατατάσσονται στην αμέσως χαμηλότερη βαθμίδα. Η λογική αυτή μπορεί να φαίνεται διοικητικά λειτουργική, όμως για ένα μικρό νησιωτικό σύστημα όπως η Κως είναι προβληματική.
Το νησί λειτουργεί ως ενιαίο περιβαλλοντικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Ο υδροφόρος ορίζοντας είναι κοινός. Το οδικό δίκτυο είναι κοινό. Το νοσοκομείο, οι υποδομές ύδρευσης, η διαχείριση απορριμμάτων, η στεγαστική πίεση και η ενεργειακή κατανάλωση επηρεάζονται συνολικά από την τουριστική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων.
Συνεπώς, η δυνατότητα δημιουργίας νέων μεγάλων τουριστικών μονάδων στις «λιγότερο κορεσμένες» Δημοτικές Ενότητες λειτουργεί στην πράξη ως μηχανισμός παράκαμψης των περιορισμών που υποτίθεται ότι τίθενται στις περιοχές υπερσυγκέντρωσης.
2. Οι «Ελεγχόμενες Περιοχές» δεν ελέγχουν πραγματικά την τουριστική επέκταση
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν εξετάσει κανείς το τι πραγματικά επιτρέπεται στις λεγόμενες «Ελεγχόμενες Περιοχές». Παρότι το σχέδιο εμφανίζεται πιο αυστηρό σε σχέση με προηγούμενα χωροταξικά πλαίσια, στην πράξη εξακολουθεί να επιτρέπει τη δημιουργία νέων ξενοδοχειακών μονάδων 4 και 5 αστέρων σε εκτός σχεδίου περιοχές, αρκεί να πληρούνται ορισμένα όρια αρτιότητας.
Με άλλα λόγια, περιορίζεται η μικρής κλίμακας διάσπαρτη τουριστική ανάπτυξη, αλλά συνεχίζει να επιτρέπεται η εγκατάσταση μεγάλων, επιβαρυντικών μονάδων, όπως και των ΟΜΑΤ, οι οποίες παρότι παρουσιάζονται συχνά ως εργαλείο «ορθολογικής» και «ήπιας» ανάπτυξης, στην πράξη μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός περαιτέρω εντατικοποίησης της τουριστικής εκμετάλλευσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η διατήρηση ειδικών εργαλείων χωρικού σχεδιασμού και ταχείας αδειοδότησης μεγάλων τουριστικών επενδύσεων, όπως τα ΕΣΧΑΣΕ.Παρότι το νέο ΕΧΠ-Τ μιλά για φέρουσα ικανότητα και βιώσιμη ανάπτυξη, συνεχίζει να διατηρεί εργαλεία ειδικού σχεδιασμού, όπως τα ΕΣΧΑΣΕ, μέσω των οποίων μεγάλες τουριστικές επενδύσεις μπορούν στην πράξη να παρακάμπτουν τοπικούς περιορισμούς, αυστηρότερους όρους προστασίας ή επιλογές χωρικού σχεδιασμού που έχουν τεθεί για μια περιοχή.
Αυτό είναι κομβικό για την Κω, διότι το βασικό πρόβλημα του νησιού δεν είναι η ύπαρξη μικρών οικογενειακών καταλυμάτων αλλά η εκρηκτική ανάπτυξη των μεγάλων μονάδων μαζικού και κυρίως all inclusive τουρισμού.
Τα ίδια τα στοιχεία το αποδεικνύουν. Οι αφίξεις στο αεροδρόμιο αυξήθηκαν περίπου κατά 75% μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, ενώ οι κλίνες πέντε αστέρων υπερδιπλασιάστηκαν. Η μελέτη φέρουσας ικανότητας του Πανεπιστημίου Αιγαίου ήδη από το 2009 προειδοποιούσε ότι αύξηση της τάξης του 40%-50% στις κλίνες και στις αφίξεις θα οδηγούσε σε υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας. Σήμερα, πολλά από αυτά τα όρια έχουν ήδη ξεπεραστεί.
Παρόλα αυτά, το νέο ΕΧΠ-Τ δεν προβλέπει ουσιαστικό μηχανισμό παγώματος ή επιβράδυνσης της τουριστικής επέκτασης σε περιοχές που εμφανίζουν χαρακτηριστικά υπερτουρισμού. Αντίθετα, διατηρεί ανοιχτό το πεδίο για νέες μεγάλες επενδύσεις, εφόσον αυτές εντάσσονται σε «οργανωμένες μορφές ανάπτυξης» ή συνοδεύονται από περιβαλλοντικές πιστοποιήσεις.
3. Η προβληματική εξίσωση «ποιοτικός τουρισμός = βιώσιμη ανάπτυξη»
Εδώ εντοπίζεται μία ακόμη σοβαρή προβληματική παραδοχή του σχεδίου: η σχεδόν αυτόματη ταύτιση της «ποιοτικής» ή «υψηλού επιπέδου» τουριστικής ανάπτυξης με τη βιωσιμότητα.
Το σχέδιο προβλέπει κίνητρα αναβάθμισης καταλυμάτων σε 4 και 5 αστέρια, αλλά και χωριστά κίνητρα περιβαλλοντικής αναβάθμισης. Το κρίσιμο είναι τα δύο να συνδέονται ρητά: η “ποιοτική” αναβάθμιση να συνοδεύεται από μετρήσιμη μείωση πιέσεων σε νερό, ενέργεια, λύματα, απορρίμματα και τοπική κοινωνία..
Η πραγματικότητα είναι όμως, ότι τα μεγάλα πολυτελή resorts αποτελούν συχνά τις πιο επιβαρυντικές μορφές τουριστικής δραστηριότητας. Οι ανάγκες τους σε νερό, ενέργεια, κλιματισμό, πισίνες, άρδευση, μεταφορές και απορρίμματα είναι δυσανάλογα μεγάλες.
Το γεγονός ότι μία μονάδα διαθέτει περιβαλλοντική πιστοποίηση δεν αναιρεί απαραίτητα το συνολικό της αποτύπωμα, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε έναν άνυδρο, κορεσμένο και ενεργειακά ευάλωτο νησιωτικό χώρο.
Η φέρουσα ικανότητα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο «πράσινη» είναι μια εγκατάσταση (το οποίο από μόνο του είναι οξύμωρο όταν μιλάμε για ξενοδοχεία – χωριά), αλλά και από το πόσες εγκαταστάσεις μπορεί συνολικά να αντέξει ένας τόπος.
Ειδική προσοχή πρέπει να δοθεί και στην παράκτια ζώνη για την οποία το σχέδιο προβλέπει απαγόρευση διαμορφώσεων και κατασκευών μόνο στα πρώτα 25 μέτρα από την ακτογραμμή. Για νησιά με έντονη τουριστική πίεση, αυξανόμενη δόμηση κοντά στη θάλασσα, διάβρωση ακτών και κλιματικούς κινδύνους, αυτή η απόσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής προστασία. Το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Παράκτιων Ζωνών στη Μεσόγειο, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Βαρκελώνης, θέτει ως βασικό σημείο αναφοράς ζώνη μη δόμησης τουλάχιστον 100 μέτρων από την ανώτατη χειμερινή ίσαλο γραμμή. Μας προβληματίζει ιδιαιτέρως το γεγονός ότι το νέο χωροταξικό παραμένει τόσο χαμηλά στο επίπεδο προστασίας της παράκτιας ζώνης, ειδικά για νησιά που ήδη πιέζονται έντονα
4. Η φέρουσα ικανότητα αντιμετωπίζεται επιφανειακά
Σημαντική αδυναμία του ΕΧΠ-Τ είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τη φέρουσα ικανότητα, δηλαδή με μια τεχνική άγνοια όσον αφορά τους πραγματικούς δείκτες πίεσης.
Το σχέδιο εξακολουθεί να βασίζεται υπερβολικά σε αριθμούς κλινών και τουριστικής δυναμικότητας, χωρίς να ενσωματώνει επαρκώς κρίσιμους, ποιοτικούς, δείκτες όπως:
- η πραγματική κατανάλωση νερού,
- η ενεργειακή ένταση,
- η έκταση σφράγισης εδάφους,
- η πίεση στα οικοσυστήματα,
- τα παραγόμενα απόβλητα,
- η κυκλοφοριακή φόρτιση,
- η στεγαστική πίεση,
- και η ανθεκτικότητα των κοινωνικών υποδομών.
Δύο ξενοδοχεία με τον ίδιο αριθμό κλινών μπορούν να έχουν εντελώς διαφορετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Το ίδιο ισχύει και για δύο περιοχές με παρόμοια τουριστική πυκνότητα αλλά εντελώς διαφορετικές δυνατότητες σε φυσικούς πόρους.
Επιπλέον, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν σαφή κριτήρια ελέγχου και αξιολόγησης περιπτώσεων τμηματικής ή κατακερματισμένης ανάπτυξης γειτονικών τουριστικών μονάδων, ώστε να αποτρέπεται η έμμεση παράκαμψη των ορίων δυναμικότητας, των περιορισμών κλινών και των χωροταξικών περιορισμών του ΕΧΠ-Τ μέσω πολλαπλών αδειοδοτήσεων που λειτουργούν στην πράξη ως ενιαία τουριστικά συγκροτήματα.
5. Οι μελέτες φέρουσας ικανότητας έρχονται… αφού έχει αποφασιστεί η ανάπτυξη
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι οι μελέτες φέρουσας ικανότητας προβλέπονται ουσιαστικά σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού πρώτα θα έχουν εναρμονιστεί τα περιφερειακά και τοπικά σχέδια με το νέο ΕΧΠ-Τ.
Δηλαδή, το κράτος επιχειρεί πρώτα να ορίσει το μοντέλο ανάπτυξης και έπειτα να εξετάσει αν οι περιοχές μπορούν πράγματι να το υποστηρίξουν. Αυτή η λογική αντιστρέφει τη βασική αρχή κάθε σοβαρού χωρικού σχεδιασμού ενώ ενδέχεται να απορρυθμίσει υπάρχουσες πιο αυστηρές τοπικές προστασίες.
Σε ένα νησί όπως η Κως, όπου ήδη υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρβασης ορίων, θα έπρεπε να ισχύει ακριβώς το αντίθετο: πρώτα ολοκληρωμένες και επικαιροποιημένες μελέτες φέρουσας ικανότητας και έπειτα σχεδιασμός των επιτρεπόμενων μορφών ανάπτυξης. Ακόμη περισσότερο, όταν η ΕκΕΦΙ συνοδεύει συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο, χρειάζεται να είναι απολύτως σαφές με ποια δεδομένα συντάσσεται, αν εξετάζει πραγματικά τις σωρευτικές πιέσεις σε νερό, ενέργεια, λύματα, απορρίμματα και ποιότητα ζωής, και αν προβλέπεται μηχανισμός ελέγχου της αρτιότητάς της ή αν η αξιολόγηση θα περιορίζεται σε τυπικές διαδικασίες χωρίς ουσιαστική εξέταση
Μέχρι να υπάρξει αυτό το σαφές και ανεξάρτητο πλαίσιο φέρουσας ικανότητας, χρειάζεται αναστολή νέων διαδικασιών αδειοδότησης που προσθέτουν νέες τουριστικές κλίνες, ιδίως σε περιοχές με ήδη τεκμηριωμένες πιέσεις. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το νέο ΕΧΠ-Τ και τα ΤΠΣ να εφαρμοστούν τελικά σε μια πραγματικότητα που θα έχει ήδη αλλάξει από νέες αδειοδοτήσεις.
6. Βραχυχρόνια μίσθωση και στεγαστικό ζήτημα
Παράλληλα, το σχέδιο αντιμετωπίζει μάλλον επιφανειακά το ζήτημα της στεγαστικής κρίσης. Γίνεται αναφορά στη δυνατότητα περιορισμών στη βραχυχρόνια μίσθωση, όμως χωρίς συγκεκριμένα δεσμευτικά εργαλεία.
Στην Κω, όπως και σε πολλά άλλα τουριστικά νησιά, η δυσκολία εύρεσης κατοικίας για εργαζόμενους και μόνιμους κατοίκους έχει ήδη λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Το ζήτημα αυτό δεν είναι απλώς κοινωνικό· είναι βαθιά χωρικό και αναπτυξιακό, καθώς επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα λειτουργίας του ίδιου του τόπου.
7. Το ΕΧΠ-Τ δεν αμφισβητεί πραγματικά την τουριστική μονοκαλλιέργεια
Τέλος, το πιο ουσιαστικό ίσως πρόβλημα του ΕΧΠ-Τ είναι ότι δεν αμφισβητεί πραγματικά τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.
Το σχέδιο μιλάει συνεχώς για εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος, για νέες μορφές τουρισμού και για επιμήκυνση της περιόδου, αλλά σχεδόν καθόλου για παραγωγική διαφοροποίηση. Δεν εξετάζει δηλαδή πώς νησιά όπως η Κως μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη οικονομική ανθεκτικότητα μέσα από την ενίσχυση και άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Παρότι το σχέδιο αναφέρεται στη σύνδεση του τουρισμού με τον αγροδιατροφικό τομέα και στην προώθηση τοπικών προϊόντων, δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις πιέσεις που δέχεται ο πρωτογενής τομέας σε νησιά όπως η Κως. Η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν χρειάζονται μόνο “σύνδεση” με τον τουρισμό, αλλά προστασία της αγροτικής γης, επάρκεια και ποιότητα νερού άρδευσης και σαφή όρια στην τουριστική δραστηριότητα που ανταγωνίζεται τους ίδιους πόρους.
Έτσι, η συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη στο ερώτημα «τι είδους τουρισμό θέλουμε», αντί να ανοίγει το βαθύτερο ερώτημα:
«Ποιο είναι το πραγματικό όριο αντοχής του νησιού και ποιο παραγωγικό μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει εντός αυτού χωρίς να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους, το τοπίο και την ίδια την κοινωνία του τόπου;»











