Θ. Ν. Διακογιάννης: Από την αρχαία θρησκεία στην Ιατρική | Από τον Απόλλωνα στον Ασκληπιό

2
8262
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Θεοδόσης Ν. Διακογιάννης

ΚΩΣ

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΣΤΟΝ ΑΣΚΛΗΠΙΟ.

O Πρωτόγονος άνθρωπος, στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος από το μεγαλείο της δημιουργίας της φύσης και του έναστρου ουρανού, ήταν όμως θλιμμένος από το θάνατο των αγαπημένων του, γιατί ήταν ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια, στις αρρώστιες τους. Φοβισμένος από τις φυσικές δυνάμεις, των κεραυνών και των σεισμών, των καταιγίδων και των εκλείψεων του ήλιου και του φεγγαριού, συνειδητοποίησε την αδυναμία του και την εξάρτηση του από την παντοδυναμία μιας υπερφυσικής δύναμης.

Στην προσπάθεια του να σταματήσει τον πόνο που προκαλούσε η αρρώστια απευθύνθηκε και ζήτησε τη βοήθεια από την ανώτερη αυτή δύναμη. Με τον τρόπο αυτό, η ιατρική του πρωτόγονου ανθρώπου μετατράπηκε σε θεουργία. Έτσι ξεκίνησε η Θρησκεία και με τον καιρό ο  Θεός της ιατρικής, που ήταν ο Απόλλων, γίνεται ο Θεός της μαντείας, και της προφητείας γιατί μπορούσε να προβλέψει στον άνθρωπο το μέλλον, και την έκβαση της ασθένειας. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Απόλλων ονομάστηκε Θεός της Ιατρικής.

Την ίδια στιγμή εμφανίζονται τα πρώτα μαντεία. To Μαντείο των Δελφών ήταν το γνωστότερο Μαντείο της Αρχαίας Ελλάδας και του τότε γνωστού κόσμου. Βρίσκεται στους  Δελφούς. Θεωρείται ότι το σημείο όπου κτίστηκε ήταν ο ομφαλός της γης, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Δίας άφησε δύο αετούς, έναν από την Ανατολή και έναν από την Δύση,

 

 

συναντήθηκαν στους Δελφούς. Το ιερό, αυτό σημείο της συνάντησης των αετών ήταν αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα και η Πυθία ήταν το διάμεσο, με το οποίο επικοινωνούσε ο θεός, και έδινε τους χρησμούς, που καταγράφονταν και ερμηνεύονταν από τους ιερείς του.

Την εποχή του Ομήρου, ο Απόλλων που ονομαζόταν και Παίων[1], ήταν ο κατ’ εξοχήν ιατρός που θεράπευε τους θεούς. Υπήρχαν όμως και άλλοι θεοί θεραπευτές. Ο Ήφαιστος που οι ιερείς του στη Λήμνο θεράπευσαν τον Φιλοκτήτη. Η Ήρα που είχε το προσωνύμιο εξακεστήριος. Η Άρτεμις που βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν ονομαζόταν Λεχώ, Λοχία, Λυαία. Η Αθηνά  παιδοτρόφος και Σωτήρα. Η Ειλειθυία η κατ’ εξοχήν θεά του τοκετού, ήταν αυτή που έδινε τους πόνους της γέννας.

Ωστόσο ο Άνθρωπος, από πολύ νωρίς, και μόνο με την απλή παρατήρηση, συνειδητοποίησε την ωφέλεια που προέρχεται  από τα διάφορα φυτά, και ότι θα μπορούσε με αυτά να επηρεάσει τις ασθένειες και να απαλύνει τα βάσανα του.  Με αυτόν τον τρόπο οι πρώτοι ιατροί – ιερείς συγκέντρωσαν μια ιατρική  γνώση  με την οποία θεράπευαν τους ασθενείς.  Το αποτέλεσμα ήταν να γεννηθεί η εμπειρική ιατρική.

Ήρθε ο καιρός που η Ιατρική έπρεπε να χωριστεί από την μαντεία και τους ιερείς. Οι ιερείς ήταν όχι πια τόσο καλή  λύση όσο οι γιατροί, και ένας καινούργιος Θεός της Ιατρικής έπρεπε να δημιουργηθεί, για την προστασία των ασθενών.Την δουλειά την ανέλαβε ο Απόλλων. Μια μέρα καθώς με το πύρινο άρμα του διέσχιζε τον καταγάλανο ουρανό, το διεισδυτικό του βλέμμα διέκρινε κάτω στη γη μια πανέμορφη κόρη, την Κορωνίδα, θυγατέρα του βασιλιά της Θεσσαλίας Φλεγία ένας μεγάλος έρωτας γεννήθηκε.

Και ο θεός που συνάντησε την κοπέλα μέσα σε ένα άλσος έγινε η αιτία να χάσει η Κορωνίδα την αγνότητα της. Η Κορωνίδα όμως, δεν μπόρεσε να φανεί αντάξια της θεϊκής αγάπης. Υπέκυψε στις πιέσεις του πατέρα της και παντρεύτηκε τον Ίσχη το γιο του Έλατου, ένα βασιλόπουλο από την Αρκαδία. Το γεγονός το πληροφορήθηκε ο Απόλλων από τον κόρακα που εκείνα τα χρόνια όπως και οι άλλοι κόρακες είχε άσπρα φτερά. Ο Απόλλων από την πίκρα και την ταραχή του όταν έμαθε το κακό μαντάτο, καταράστηκε τον κόρακα να μαυρίσουν τα φτερά του, και από τότε τα κοράκια έχουν πια μαύρα φτερά.

Ο Απόλλωνας θέλησε να τιμωρήσει την άπιστη ερωμένη του και γιαυτό έβαλε την αδελφή του, τη θεά Άρτεμη, να σαϊτέψει την κόρη με ένα πυρωμένο βέλος. Οι φλόγες  τύλιξαν την άμοιρη κοπέλα και ο Απόλλων για να σώσει το σπέρμα του πέρασε μέσα από τις φλόγες, και με ένα μαχαίρι άνοιξε την κοιλιά της Κορωνίδας και έβγαλε τον μικρό Ασκληπιό τον οποίο παρέδωσε στον Χείρωνα Κένταυρο για να τον αναθρέψει και να του μάθει την τέχνη να γιατρεύει τους ανθρώπους με βότανα.

Για τη γέννηση του Ασκληπιού έχουμε δύο μαρτυρίες από τους ποιητές Ησίοδο και Πίνδαρο. Ο Ησίοδος μας περιγράφει τα γεγονότα:

Ήλθε ο άσπρος κόρακας στον μακρυμάλλη Φοίβο                                                                                           ήρθε   και του φανέρωσε τα μυστικά συμβάντα                                                                                 ότι ο Ίσχης του Έλατου πήρε την Κορωνίδα                                                                                       την κόρη τη θεογέννητη του βασιλιά Φλεγία.

Ο Ησίοδος θα περιγράψει εκτός τη γέννηση και το θάνατο του Ασκληπιού. Ο Δίας θα κεραυνοβολήσει και θα σκοτώσει τον Ασκληπιό γιατί η δύναμη της τέχνης του έκανε να ανασταίνει τους  νεκρούς με αποτέλεσμα να μένουν άδεια τα παλάτια του αδελφού του Άδη[2].

Και ο πατέρας των θεών μαζί και των ανθρώπων                                                                                    οργίστηκε από ψηλά στις κορυφές του Ολύμπου                                                                              και χτύπησε με κεραυνό που ’ταν φωτιά γεμάτος                                                                                 και σκότωσε τον άνθρωπο που γιάτρευε τις νόσους.

Ο Πίνδαρος, κι αυτός εξιστορεί τα γεγονότα της γέννησης και του θανάτου του Ασκληπιού, μόνο που δεν κάνει αναφορά στον κόρακα.

Να πως τα περιγράφει ο Πίνδαρος.

Προτού τον φέρει στη ζωή η κόρη του Φλεγία

του καβαλάρη τ’ άξιου, και πριν η Ειλειθυία

προλάβει την βοήθεια στη γέννα της να δώσει,

που τις γυναίκες σαν γεννούν πρόθημα βοηθάει,

την χτύπησαν τα ολόχρυσα της Άρτεμης τα βέλη,

κι απ’ τον κοιτώνα της ευθύς στου Άδη τα παλάτια

κατέβει όπως σχεδίασε ο λαμπερός Απόλλων.

Η οργή των τέκνων του Διός ποτέ δεν πάει χαμένη,

γιατί τον περιφρόνησε η άμυαλη γυναίκα                                                                                                                        και μ’ άλλον άνδρα ενώθηκε κρυφά απ’ τον γονιό της

κι ας είχε σμίξει πρότερα τον μακρυμάλλη Φοίβο,                                                                                     κι είχε μέσα στα σπλάχνα της το αμόλυντο του σπέρμα.

Δεν πρόλαβε καλά-καλά στο νυφικό τραπέζι

να ‘ρθεί και των υμέναιων την ιαχή ν’ ακούσει,

που οι παρθένες φίλες της θα γλυκοτραγουδούσαν

μονάχα κάποιον μακρινό διαβάτη ερωτεύτει.

Αυτό παθαίνουνε πολλοί, αυτοί που άμυαλοι είναι

όσοι αψηφούν τα κοντινά και μακρινά γυρεύουν

και με ελπίδες ψεύτικες τα’ άπιαστα κυνηγούνε.

Τέτοια μεγάλη συμφορά της έφερε το πάθος

κι ο έρωτας, της δύσμοιρης κι ωραίας Κορωνίδας.

Ξενοκουρούτης έφτασε από την Αρκαδία

κι αυτή πήγε και πλάγιασε ανέμυαλη μαζί του.

Όμως στο βλέμμα του θεού τίποτα δε ξεφεύγει

μες  στον ναό το ένοιωσε ο βασιλιάς Λοξίας

αλάνθαστο είχε σύμβουλο τον παντογνώστη νου του

ψέμα δε ξέρει, μα και ποιός μπορεί να τον γελάσει;

Μήτε θεός μήτε θνητός με λογισμό ή μ’ έργα.

Τότε σαν είδε το δεσμό της κόρης με τον ξένο,                                                                                                           τον Ίσχη γιο του Έλατου , και τον κρυφό της δόλο,

την αδελφή του έστειλε π’ έβραζε από γινάτι

να πάει στη Λακέρεια στις όχθες της Βοιβηίδας

εκεί όπου ξεγύρισε προς το κακό η τύχη

κι η κόρη αφανίστηκε και χάθηκαν μαζί της,

πολλοί, γιατί μεσ’ στα βουνά μια σπίθα μόνο φτάνει

να πεταχτεί κι ολόκληρο το δάσος ν’ αφανήσει.

Την κόρη την απίθωσαν σ’ ένα σωρό με ξύλα

και λαύρες την εκύκλωσαν του Ήφαιστου οι φλόγες.

Τότε ο Απόλλων φώναξε, «δεν το βαστά η καρδιά μου,

με τέτοιο θάνατο φριχτό ν’ αφήσω εγώ τον γόνο

τον εδικό μου να χαθεί με την καμένη μάνα,

που τιμωρήθηκε βαριά».  Και μόνο μ’ ένα βήμα

Όρμησε μέσα στις φωτιές και το παιδί του πήρε,

ανοίγοντας το πέρασμα στις φλόγες που φουντώναν.

Κι αφού το πήρε τράβηξε να πάει στη Μαγνησία.

στον Κένταυρο παρέδωσε το γιο του για να μάθει

να γιαίνει των πολύπαθων ανθρώπων τις αρρώστιες.

Κι όσοι έρχονταν κι είχαν πληγές που ‘βγαζε το κορμί τους

ή κι απ’ αστραφτερό χαλκό ήταν τραυματισμένοι,

ή από λιθάρι π’ από μακριά τον χτύπησαν ριγμένο

ή του καλοκαιριού το φως τον είχε χτυπημένο

ή του χειμώνα ο καιρός με κρύο τον τρυπούσε,                                                                                    όλους με ξόρκια γιάτρευε και άλλους μ’ ελιξίρια

αλείφοντας με φάρμακα ολούθε το κορμί τους

και με βαθιές –βαθιές τομές θεράπευε το πάθος.

 

Όμως  κι η γνώση σέρνεται στου κέρδους το κυνήγι

γενναίο θέλει τον μισθό, στο χέρι το χρυσάφι

Και φέρνει πίσω τον θνητό που άρπαξε ο χάρος.

Τότε ο Κρονίδης πέταξε με οργή τον κεραυνό του

κι ακαριαία έκοψε στα στήθη την πνοή του

κι ο φλογισμένος κεραυνός του έφερε το τέλος.

 

Η ανθρώπινη αλλά συγχρόνως θεία υπόσταση του Ασκληπιού αποτελεί μεγάλο και σκοτεινό θέμα που αφορά στην λατρεία του στον Αρχαιοελληνικό κόσμο. Η Μυθολογία αναγνωρίζει τον Ασκληπιό ως ιυόν Απόλλωνα, ο οποίος ως ιατρός των θεών και των ανθρώπων ονομαζόταν και Παιάν. Ο Απόλλωνας θεός του φωτοδότη ήλιου που φωτίζει και ζεσταίνει τη γη συνδέθηκε με την υγεία θεών και ανθρώπων.

Η στενή σχέση του Ασκληπιού με τον Απόλλωνα δεν ήταν αποκύημα ποιητικής φαντασίας μόνο,  αλλά και λογική εξήγηση φαινομένου. Ο ήλιος (Απόλλων) είναι ο βασικός παράγοντας που δίνει την υγεία στους ανθρώπους με το φως και τη ζεστασιά που εκπέμπει.

Είναι αλήθεια ότι οι μύθοι που αναφέρονται στον Ασκληπιό, μας  δίνουν πολλές αντιφατικές πληροφορίες και η λατρεία του από τους ανθρώπους παρουσιάζει μια σειρά από στοιχεία τα οποία είναι δύσκολο να μπουν σε κώδικα. Αγαπήθηκε από τους Έλληνες και η λατρεία του διαδόθηκε σε όλο τον Ελληνικό χώρο.   Ο Ασκληπιός ήταν στην αρχή ένας θνητός γιατρός. Ήταν μαθητής του πατέρας της Φαρμακολογίας, Κένταυρου Χέιρονα. Την εποχή του Ομήρου ήταν βασιλιάς τριών πόλεων της Θεσσαλίας, της Τρίκκης, την Ιθώμης και της Οιχαλίας. Είχε δύο γιούς τον Μαχάωνα και τον Ποδαλείριο, τους οποίους είχε εκπαιδεύσει στην ιατρική τέχνη. Όταν γινόταν ο Τρωικός πόλεμος έστειλε και τους δύο με τριάντα πλοία και 1500 περίπου στρατιώτες να πολεμήσουν μαζί με τους άλλους Έλληνες. Εκεί πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σαν απλοί στρατιώτες αλλά και σαν γιατροί του στρατεύματος. Ο Όμηρος τους αναφέρει τακτικά στην Ιλιάδα.

Στίχοι από το Λ’ της Ιλιάδας 833 και συνέχεια, από τη μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη:

Δύο ειν’ οι γιατροί μας ο Μαχάονας κι ο Ποδαλείριος, όμως                                                                                               ο ένας θαρρώ μεσ’ στα  καλύβια μας  ξαπλώνει λαβωμένος                                                                                                 κι έχει κι αυτός από αψεγάδιαστο γιατρό μαθές ανάγκη                                                                                                         κι ο άλλος στον κάμπο στέκει ακλόνητος στων Τρώων τη λύσσα αντίκρυ[3].

Στίχοι από το Δ της Ιλιάδας 189-219.  Ο Αγαμέμνονας συνομιλεί με τον Μενέλαο και προστάζει τον αγγελιοφόρο Ταλθύβιο:

 

«Καλέ Μενέλαε, να ‘ταν άμποτε σαν που το λες ωστόσο                                     γιατρός θα σε κοιτάξει γρήγορα, κι’ απάνω στην πληγή σου                                         βοτάνια θ’ απιθώσει, οι μαύροι σου για να γλυκάνουν πόνοι».

Είπε και τον Ταλθύβιο πρόσταξε τον σεβαστό διαλάλη                                                                                                           «Ταλθύβιε τον Μαχάονα φώναξε και μην αργείς καθόλου                                         τον Ασκληπιό που έχει, τον άψεγο το γιατρευτή πατέρα,                                               τον γιο του Ατρέα, τον πολεμόχαρο Μενέλαο να κοιτάξει.                         Δοξαρευτής τρανός τον χτύπησε απ’ τους Λυκιώτες κάποιος,                                   για κι απ’ τους Τρώες, για κείνον καύχημα, για μας καημός μεγάλος,                    Είπε κι ο κράχτης δεν παράκουσε τα λόγια του, μον’πήρε                                            να τρέχει μες των χαλκοθώρακων των Αχαιών τα’ ασκέρια                                      τον ξακουστό Μαχάονα ψάχνοντας. Τον πέτυχε να στέκει                                          κι οι βαριαρματωμένοι γύρα του, γερές ζυγιές, καθόνταν,                                           που από την Τρίκκη τον ακολούθηξαν την αλογοθροφούσα.                                       Κι ως στάθη πλάι του, με ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:                        «Σήκω και ο μέγας Αγαμέμνονας, γιε του Ασκληπιού σε κράζει                                                                                                           τον γιο του Ατρέα τον πολέμαρχο Μενέλαο να κοιτάξεις                                                                                                       δοξαρευτής τρανός τον χτύπησε απ’ τους Λυκιώτες κάποιος                                                                                                     για κι απ’ τους Τρώες, για κείνον καύχημα, καημός για μας μεγάλος».                 Έτσι είπε, κι εκεινού αναδεύτηκε βαθιά η καρδιά στα στήθη,                                   και τράβηξε μπροστά, τα’ αργίτικα φουσάτα διαπερνώντας.                                      Κι ως έφτασαν εκεί που εστέκουνταν στη μέση ο λαβωμένος                             ξανθός Μενέλαος και τον έζωναν οι πιο τρανοί ρηγάδες,                                        ευτύς ο ισόθεος ήρωας έτρεξε και στάθει ανάμεσο τους,                                              κι απ’ το σφιχτό ζωνάρι ετράβηξε με βιάση την σαγίτα,                                                  και με το τράβηγμα της έσπασαν τα νύχια ομπρός κι εκείνος                                    του ‘λυσε πρώτα τα’ ολοπλούμιστο ζωνάρι, κι από κάτω                                             το δέμα και το ζώμα, που ‘φτιασαν χαλκιάδες ξακουσμένοι.                                      Και την πληγή, η πικρή που του άνοιξε σαγίτα , ως είδε το αίμα,                        βύζαξε πρώτα, κι όπως κάτεχε, πραγά μετά βοτάνια                                           πιθώνει, που χε δώσει ο Χείρωνας στον κύρη του απ’ αγάπη[4].

Όταν έγινε η κατάληψη της Τροίας, στις οδομαχίες που έγιναν μέσα στην πόλη ο Μαχάων σκοτώθηκε. Ο Ποδαλείριος μετά το τέλος του πολέμου πείρε τα τριάντα του πλοία για να γυρίσει στη Θεσσαλία, όμως περνώντας από τα δικά μας μέρη συνάντησε μεγάλες κακοκαιρίες, θύελλες και καταιγίδες τα πλοία του βούλιαξαν και εκείνος βρέθηκε μισοπεθαμένος σε ένα ακρογιάλι της απέναντι ακτής της Καρίας. Τον βρήκε σε κακή κατάσταση ένας βοσκός ο οποίος έβοσκε τα κοπάδια του βασιλιά της Καρίας Δαμεθού, ο βοσκός τον βοήθησε, τον συνέφερε, και τον οδήγησε στο παλάτι. Εκείνες τις μέρες ο Δαμεθός ήταν σε μεγάλη λύπη, γιατί η κόρη του Σύρνα έπεσε από το δώμα του παλατιού είχε σπάσει και τα δύο της χέρια και υπέφερε με πόνους αβάσταχτους. Ο Ποδαλείριος κατάφερε με τομές να ενώσει τα οστά και με βότανα να θεραπεύσει τις πληγές. Βλέποντας ο βασιλιάς ότι είχε να κάμει με έναν εξαιρετικό για την εποχή άνθρωπο τον πάντρεψε με την κόρη του και του έδωσε και μια μεγάλη περιφέρεια της Καρίας που βρίσκετε απέναντι από το νησί της Σύμης. Εκεί ο Ποδαλείριος έκτισε δύο πόλεις την μια ονόμασε Βίβασσο για να τιμήσει τον  βοσκό που τον έσωσε και την άλλη Σύρνα για να τιμήσει τη γυναίκα του.Από αυτή την πόλη της Σύρνας η οικογένεια του Ποδαλείριου, η οικογένεια των Ασκληπιαδών αναπτύσσετε, και διαχρονικά ένας κλάδος θα εγκατασταθεί στην Ρόδο, όπου θα ιδρύσουν και Ιατρική Σχολή, ένας δεύτερος θα εγκατασταθεί στην Κνίδο όπου και εκεί θα ιδρύσουν την περίφημη Ιατρική Σχολή της Κνίδου και ένας τρίτος κλάδος θα περάσει στο νησί της Κω και θα εγκατασταθεί στην αρχαία πρωτεύουσα του νησιού την Αστυπάλαια εκεί που βρίσκεται σήμερα το χωριό Κέφαλος. Από αυτή την οικογένεια και μετά από 18 γενεές από τον Ποδαλείριο θα γεννηθεί ο Ιπποκράτης, αυτός που θα καταφέρει να πάρει την ιατρική από τα χέρια των τσαρλατάνων των μάγων και των ιερέων και θα τη καταστήσει επιστήμη. Με τα παραπάνω εξηγείται το πώς η οικογένεια του Ασκληπιού από την Θεσσαλία βρέθηκε στο δικό μας νησί, και πως ένα Θεσσαλός την καταγωγή Ασκληπιάδης, ο Ιπποκράτης γεννήθηκε Κώος.

Είναι αλήθεια ότι οι μύθοι που αναφέρονται στον Ασκληπιό μας  δίνουν πολλές αντιφατικές πληροφορίες και η λατρεία του από τους ανθρώπους παρουσιάζει μια σειρά από στοιχεία τα οποία είναι δύσκολο να μπουν σε κώδικα. Αγαπήθηκε από τους Έλληνες και η λατρεία του διαδόθηκε σε όλο τον Ελληνικό χώρο.  Ένας άλλος μύθος που συνδέει τον Μαχάωνα με την Κω λέει ότι, όπως ο Μαχάων σκοτώνεται από τον Ευρύπυλο, έτσι και ο Ευρύπυλος σκοτώνεται από τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, η οικογένεια του οποίου συνδέεται στενά με την Κω. Οι μαρτυρίες δείχνουν ότι υπήρχε μια πρώιμη σχέση μεταξύ Θεσσαλίας και Κω που αποδεικνύεται και από επιγραφές[5].

Ο Ασκληπιός ήταν τόσο καλός γιατρός που όχι μόνο θεράπευε τις αρρώστιες αλλά με την τέχνη του κατέφερε να νικήσει τον θάνατο και να φέρνει πίσω στη ζωή τους νεκρούς. Για τον λόγο αυτόν ο Άδης παραπονέθηκε στον αδελφό του Δία φοβούμενος ότι τα παλάτια του κάτω κόσμου δεν θα είχαν πια κατοίκους, γιαυτό ο Δίας χτύπησε με κεραυνό τον Ασκληπιό και τον σκότωσε. Όμως ο Απόλλων θυμωμένος για την πράξη του πατέρα του Δία πήρε τον γιό του και τον ανέβασε στον ουρανό. Τον έκαμε αστερισμό και αργότερα ημίθεο και τον κατέταξε μεταξύ των θεών.
Μετά την θεοποίηση του Ασκληπιού οι πρώτοι ναοί εμφανίστηκαν με το όνομα Ασκληπιεία. 45 στην Πελοπόννησο 66 στη Θεσσαλία Περίπου. 400 γύρω από τη Μεσογειακή Λεκάνη Δούναβη-Αιθιοπία Ισπανία-Σαμαρκάνδη Το Ασκληπιείο της Τρίκκης ιδρύθηκε περίπου το 1.200 π.χ. Της Επιδαύρου το 800 π.χ. Στην Κω πρέπει να υπήρχαν δύο σημαντικά Ασκληπιεία, το πρώτο πρέπει να ιδρύθηκε στην Αστυπάλαια το 600 περίπου π.Χ.,την αρχαία πρωτεύουσα που καταστράφηκε από τον σεισμό του 412 (Θουκυδίδης) και το δεύτερο που ιδρύθηκε από τους απογόνους και τους μαθητές του Ιπποκράτη το 340 π.Χ. στην νέα πρωτεύουσα (την σημερινή πόλη της Κω) που ανακαλύφτηκε από τον Χέρζογκ  και τον Ζαρράφτη. Το Ασκληπιείο των Αθηνών ιδρύθηκε το 420 π.Χ. Της Περγάμου 4ο αιώνα ενώ της Ρώμης το 292 π.Χ.

Ο «ξενώνας» του Ασκληπιείου της Επιδαύρου. Ένα κτήριο το οποίο μας εκπλήσσει για το μέγεθος του είναι το Καταγώγιο. Ήταν τετράγωνο και η κάθε πλευρά του είχε μήκος 76 μέτρα, η έκταση του ξεπερνούσε τα 5.800 τετραγωνικά. Στο Καταγώγιο υπήρχαν 160 ομοιόμορφα δωμάτια τα οποία συγκοινωνούσαν μεταξύ τους. Σε αυτό το κτήριο φιλοξενούσαν τους πάσχοντες και τους συνοδούς τους.

Επειδή οι ασθενείς που ερχόντουσαν στην Επίδαυρο συνήθως δεν έπασχαν από ανίατες ασθένειες τους οδηγούσαν στο βαλανείο όπου έκαναν ένα απολυμαντικό και υγιεινό λουτρό. Κάθε μέρα έπρεπε να κάμουν ένα κρύο και ένα ζεστό μπάνιο και συγχρόνως τους καθόριζαν μια δίαιτα ανάλογη με την ασθένεια τους, και τους οδηγούσαν στο γυμναστήριο για τις γυμναστικές ασκήσεις με εντριβές και περιπάτους. Ο ιερέας που αναλάμβανε τον ασθενή προσπαθούσε να του ανεβάσει το ηθικό και να του δυναμώσει την πεποίθηση και την ελπίδα για την μεγάλη στιγμή που θα ερχόταν για να συναντήσει τον θεό και να κερδίσει την θεραπεία του. Εν τω μεταξύ γινόντουσαν και οι θυσίες μπροστά στους βωμούς που μεγάλωναν το θάρρος και ανύψωναν το φρόνημα ενώ συγχρόνως τους χορηγούσαν και τα κατάλληλα μυστηριώδη φάρμακα. Κατά τη διάρκεια  της θεραπείας αυτής ο πάσχων αναπαυόταν σωματικά και ψυχικά περνώντας ευχάριστες ώρες παρακολουθώντας θεατρικές παραστάσεις, είτε συμμετέχοντας στις ασκήσεις, είτε ξεκουραζόταν ξαπλωμένος, ή περπατώντας στην ωραία στοά του θεραπευτηρίου.

Στην ανατολική πλευρά της στοάς, υπήρχαν σκαλισμένες και τοποθετημένες μεγάλες πέτρινες πλάκες  στις οποίες ήταν χαραγμένα πολλά θεραπευτικά ιάματα ανθρώπων που είχαν κερδίσει την υγεία τους.  Η ανάγνωση αυτών των κειμένων εξύψωναν το ηθικό των αρρώστων.

Όταν έφτανε η κατάλληλη στιγμή, κατά την κρίση του ιερέα, που γνώριζε με λεπτομέρειες όλα τα συμπτώματα της νόσου, ο ασθενής οδηγούνταν στο μυστηριώδες οικοδόμημα του θόλου. Πριν όμως να μπει στη θόλο, έπρεπε να γίνουν νέες θυσίες και να του προσφερθούν  οδυνήφατα και παυσίλυπα φάρμακα,  μετά τα οποία εισερχόταν στον θόλο σχεδόν σε έκσταση. Γλυκές μελωδίες ακουγόντουσαν, που έψαλλαν οι νεωκόροι, καθώς και ο παιάνας που ιστορούσε  διάφορα θαύματα του Ασκληπιού. Ενώ ο ασθενής  έμενε έκθαμβος από τους ήχους των ψαλμών, του πρόσφεραν άφθονα κρέατα από τις θυσίες που είχαν γίνει, καθώς και άλλα υπνωτικά φάρμακα. Σε τέτοια ψυχολογική και διανοητική κατάσταση και ενώ παράπεφτε από τη ζάλη εισερχόταν στο μυστηριώδες Άβατο. Εκεί τον ξάπλωναν πάνω στο ζεστό ακόμα δέρμα από το θυσιασμένο ζώο και του επέβαλλαν σιωπή για ότι θα έβλεπε και θα άκουγε.

Ένας γλυκός ύπνος δεν αργούσε να τον καταβάλει και η φαντασία του δημιουργούσε μέσα στον ιδεώδη κόσμο των ονείρων εικόνες και φαντασιώσεις. Τη στιγμή εκείνη μέσα στο μισοσκόταδο του Άβατου, μια πομπή ξεκινούσε μέσα από την κρύπτη του λαβύρινθου. Ο ίδιος ο θεός Ασκληπιός προπορευόταν και  τον συνόδευαν δύο μεγαλοπρεπή φίδια και πίσω του δύο κόρες που παρίσταναν  την Υγεία και την Πανάκεια, και πιο πίσω μια σειρά από νεωκόρους, που κρατούσαν αναμμένες δάδες.  Φυσικά τον Ασκληπιό παρίστανε ο Πρωθιερέας τον οποίο κανένας δεν μπορούσε να δει πιο πριν, εκείνος όμως γνώριζε ήδη την αρρώστια και τη θεραπεία που του είχαν κάμει οι ιερείς που τον υποδέχτηκαν. Έσκυβε τότε στο αυτί του και με τρεμάμενη σιγανή φωνή του ψιθύριζε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας και του μυστηρίου, ορισμένες συμβολικές λέξεις με τις οποίες του υποδείκνυε τι θα ήταν κατάλληλο για τη θεραπεία του, ή του έκανε κάποια μικροεπέμβαση, ή τον άλειφε με κάποια αλοιφή, ή του έκανε κάποιες εντριβές.

Τότε αν ξυπνούσε ο κοιμισμένος ικέτης, διέκρινε έντρομος στο μισοσκόταδο της κρύπτης τα σπινθηροβόλα μάτια των φιδιών και έχοντας στα αυτιά του τα λόγια του θεού τον έβλεπε που αποχωρούσε ήρεμα σαν οπτασία που διαλύεται. Αν πάλι εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, εντυπωνόταν στην ακοή του, και μένανε στη μνήμη του, όλες αυτές οι εικόνες σαν ζωντανό όνειρο χαράς και ελπίδας.  Όταν το άλλο πρωί έβγαινε από το ιερό, αισθανόταν χαρούμενος με τα φανταστικά αποτελέσματα της θεραπείας του. Αυτές ήταν οι ιερές θεραπείες που γινόντουσαν στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

Όταν ο αρχαιολόγος Καββαδίας ανάσκαψε ατην Επίδαυρο το ιερό του Ασκληπιού, ανακάλυψε στην ανατολική πλευρά της μεγάλης στοάς, δύο στήλες με ιάματα, δηλαδή επιγραφές, που περιγράφουν τις θεραπείες που έκαμε ο θεός, καθώς και την αρρώστια που θεράπευσε. Ο Παυσανίας, είχε περιγράψει τις στήλες αυτές που είδε ο ίδιος: «Στήλαι δε εστήκεσαν εντός του περιβόλου, το μεν αρχαίον και πλέονες, επ’ εμού δε εξ λοιπαί. Ταύταις  εγγεγραμμένα και ανδρών και γυναικών εστιν ονόματα ακεσθέντων υπό του Ασκληπιού προσέτι δε και νόσημα ότι έκαστος ενόσησε, και όπως ιάθη, γέγραπτε δε φωνή τη Δωρίδι, χωρίς δε από των άλλων εστιν αρχαία στήλη». Αλλά και ο Στράβων αναφέρει: «Αύτη (δηλαδή η Επίδαυρος) ουκ άσημος η πόλις και μάλιστα διά την επιφάνειαν  του Ασκληπιού θεραπεύειν νόσους παντοδαπάς πεπιστευμένου, και το ιερόν πλήρες έχοντος αεί των καμνόντων και των ανακειμένων πινάκων, εν οις αναγραμμένες τυγχάνουσιν οι θεραπείαι, καθάπερ εν Κω τε και Τρίκκη».

Ο Παυσανίας  μνημονεύει και άλλες τέσσερεις αναθηματικές στήλες που δεν βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές, ενώ ο Στράβων έκανε λόγο για αναθηματικές πινακίδες στο Ασκληπιείο της Κω, οι οποίες περιέγραφαν την θεραπευτική μέθοδο που ακολουθήθηκε οι οποίες όμως δεν βρέθηκαν στην Κω κατά τις ανασκαφές του Γερμανού αρχαιολόγου R.Herzog, αλλά και των Ιταλών αρχαιολόγων που τον διαδέχτηκαν.

ΘΕΟΣ ΤΥΧΑ ΑΓΑΘΑ

και περιείχε, 20 ιάματα ενώ η δεύτερη 23. Και οι δύο βρίσκονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου.

1ον Ίαμα

Η Κλειώ ήταν έγκυος πέντε χρόνια. Η γυναίκα μετά την εγκυμοσύνη επί 5 χρόνια κατέφυγε ικέτιδα στον θεό και κοιμήθηκε μέσα στο άβατο. Και ευθύς μόλις βγήκε από το Άβατο και πέρασε τα όρια του ιερού περιβόλου, εγέννησε παιδί αρσενικό, το οποίο αφού γεννήθηκε λουζόταν μόνο του κάτω από την κρήνη και τριγύριζε με την μητέρα του. Αφού δε η Κλειώ πέτυχε αυτό, έγραψε στον αναθηματικό πίνακα «Δεν πρέπει να θαυμάζει κανείς το μέγεθος του πίνακα αλλά την θεία χάρη. Η Κλειώ ήταν έγκυος πέντε χρόνια μέχρι που κοιμήθηκε μέσα στο Άβατο και θεραπεύτηκε από το θεό.

4ο Ίαμα

Η Αμβροσία από την Αθήνα μονόφθαλμος, ήλθε στον θεό να τον παρακαλέσει, περιεργαζόμενη μέσα στον ναό, περιγελούσε ορισμένες θεραπείες ισχυριζόμενη ότι ήταν απίθανο χωλοί και τυφλοί να ανακτούν την υγεία τους μόνο με τα όνειρα. Όμως όταν κοιμήθηκε είδε όνειρο. Της φάνηκε ότι της εμφανίστηκε ο θεός που της είπε ότι θα την κάμει καλά, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να προσφέρει αφιέρωμα στον ναό, έναν ασημένιο χοίρο, για να θυμάται την απερισκεψία της. Αφού της είπε αυτά ο θεός , της έσταξε μέσα στο μάτι κάποιο φάρμακο. Μόλις δε ξημέρωσε βγήκε από το άβατο υγιής.

Με τη λέξη βωμός εννοούμε οποιαδήποτε δομή, ακόμα και μία απλή μεγάλη πέτρα, πάνω στην οποία γίνονται θυσίες αλλά και προσφορές υλικών αγαθών σε κάποια  θεότητα, για θρησκευτικούς σκοπούς.  Σε μία ευρύτερη έννοια, βωμός ονομάζεται ένας ιερός χώρος όπου γίνονται και τελετές. Οι βωμοί ήταν στρογγυλοί ή επιμήκεις και ήταν διακοσμημένοι με αγάλματα και ανάγλυφες παραστάσεις. Στον βωμό υπήρχε, στο εξωτερικό μέρος, μια τρύπα, από την οποία έρεε το αίμα των ζώων που θυσιάζονταν ή το κρασί των σπονδών στη γη, μια και ο Ασκληπιός ήταν θεός χθόνιος θα τις δεχόταν ευμενώς. Οι βωμοί βρίσκονται συνήθως στο εσωτερικό ναών ή άλλων κτισμάτων. Σήμερα βωμοί χρησιμοποιούνται κυρίως σε θρησκείες όπως ο Βουδισμός, ο Ινδουισμός, ο Ταοϊσμός, ο Νεοπαγανισμός, αλλά και σε δοξασίες όπως η τελετουργική μαγεία. Στο παρελθόν πολλές θρησκείες χρησιμοποιούσαν βωμούς. Ο μιμίαμβος του Ηρώνδα μας πληροφορεί ότι στον χώρο του βωμού του Ασκληπιείου της Κω, υπήρχαν γλυπτά, που απομεινάρια τους  βρέθηκαν από την αρχαιολογική σκαπάνη. (ένας κορμός  Αφροδίτης, ένας κορμός Νίκης, τέσσερεις υπέροχες κεφαλές αγαλμάτων).

Κλίνοντας, θα αναφερθώ στον 4ο  Μιμίαμβο του Ηρώνδα, ένα έμμετρο κείμενο που γράφτηκε για να μας ξεναγήσει στο Ασκληπιείο της Κω εκείνης της Ελληνιστικής εποχής.

Αρχίσαμε με ποιήματα ας τελειώσουμε με έναν μιμίαμβο.

 

ΑΣΚΛΗΠΙΩ ΑΝΑΤΙΘΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΖΟΥΣΑΙ

Δύο φίλες, η Κιννώ και η Κοριττώ επισκέπτονται το Ασκληπιείο στην Κω για να θυσιάσουν ένα πετεινό.

 

ΚΥΝΝΩ

Χαίρε θεέ Ασκληπιέ που κατοικείς στην Τρίκκη

και τώρα στη γλυκιά την Κω έχεις το σπιτικό σου

καθώς και στην Επίδαυρο. Κι η Κορωνίς η μάνα

κι ο κύρης σου ο Απόλλωνας να ‘χουν χαρά μεγάλη

κι αυτή που εσύ με το δεξί το χέρι σου χαϊδεύεις

η Υγεία  κι όσοι τους βωμούς τους έχουνε δω πέρα

κι οι κόρες σου η Ιασώ, η Ηπιώ, η Πανάκη

δόξα μεγάλη να ‘χουνε και κείνοι που το κάστρο

τ’ άρχοντα Λαομέδοντα πατήσαν και  κουρσέψαν

γιατροί κακών ασθενειών, δοξάζω τ’ όνομα τους

Μαχάων, Ποδαλείριος, κι όσοι θεοί ακόμα

μα και θεές, πάτερ ημών, μένουνε στο ναό σου,

ίλεοι , δεύτε και σε μας. Τον πετεινό ετούτον

π’ ήταν στους τοίχους του σπιτιού  κήρυκας της ημέρας,

δεχθείτε τον σαν πρόσφορο. Μόνο για τη θυσία,

δεν έχουμε πολλά λεφτά κι εύκολα δεν τα βρίσκεις,

αλλιώς με δίχως δισταγμό θα φέρναμε και βόδι

είτε γουρούνι παχουλό για βίζιτα σε σένα

κι όχι μονάχα πετεινό, σε σέ που τις αρρώστιες

όλες καλά τις γιάτρεψες μονάχ’ αγγίζοντας μας

θεέ με τα θαυματουργά τα θεϊκά σου χέρια.

Κοκκάλη εκεί στα δεξιά το ψυχοχάρτι άσε

υπέρ υγείας.

ΚΟΚΚΑΛΗ

Όμορφα, Κυννώ καλή μου φίλη,

πανέμορφα αγάλματα, ποιος τούτο το λιθάρι

άραγε να πελέκησε και ποιος τ’ αφιερώνει;

ΚΥΝΝΩ

Του Πραξιτέλη τα παιδιά, δε διάβασες στη βάση;

κι ο Ευθίας γιος του Πράξωνα το ‘χει αφιερώσει.

ΚΟΚΚΑΛΗ

Απ’ τον Ασληπιό αυτοί ευλογημένοι να ‘ναι

κι ο Ευθίας πού ‘ναι ο δωρητής, για τα καλά τους έργα.

ΚΥΝΝΩ

Την κόρη κείνη κοίταξε που βλέπει προς το μήλο

λες κι η ψυχή της θε να βγει το μήλο αν δεν πιάσει.

 

ΚΟΚΚΑΛΗ

Κείνον τον γέροντα Κυννώ;

ΚΥΝΝΩ

Πράγματι μα τις Μοίρες

Δύναμη πούχει το παιδί τη χήνα για να πνίξει;

μπροστά σου αν δεν ήτανε αληθινό λιθάρι,

λες θα μιλούσε τ’ άγαλμα. Κάποτε οι ανθρώποι

και στα λιθάρια θα μπορούν πνοή, ζωή να δώσουν.

ΚΟΚΚΑΛΗ

Βλέπεις ετούτο τ’ άγαλμα Κυννώ μου, της Βατάλης;

της θηγατέρας του Μυττά. τι όμορφα που στέκει;

εάν κανείς δε γνώριζε την ίδια τη Βατάλη,

κοιτώντας το δε θα ‘θελε να ξαναδεί εκείνη.

ΚΥΝΝΩ

Φίλη μου κάτι όμορφο ακόμα θα σου δείξω

τέτοιο που σ’ όλη τη ζωή στ’ αλήθεια δεν ξανάδες.    Και της δείχνει την εικόνα της αναδιωμένης Αφροδίτης

Τον νεωκόρο Κύδιλλα  τρέξε να τον  φωνάξεις.

Δε λέω εσένανε μωρή που εδώ και κει χαζεύεις

-άραγε μα τη πίστη μου πήρε  είδηση τι είπα;

στέκετ’ ακόμα σαν χαζή σαν κάβουρας κοιτάζει-

Τον νεωκόρο πήγαινε σου λέω να φωνάξεις

φαγάνα που δεν πρόκειται κανείς να σε παινέψει

το ίδιο στέκεσαι παντού, και τον θεό τον ίδιο

μάρτυρα βάζω  Κύδιλλα. Χωρίς  καν να το θέλω

ανάβεις μου τα αίματα και θάρθει κάποια μέρα,

το βρώμικο κεφάλι σου να γδάρεις δίχως άλλο.

ΚΟΚΚΑΛΗ

Μην τα περνάς κατάκαρδα αγαπητή Κυννώ μου

Δούλα, της δούλας τα αυτιά η τεμπελιά τα φράζει.

ΚΥΝΝΩ

Μέρα, κι κοσμοσυρροή σιγά-σιγά αρχίζει

Ε συ να παραμείνεις δω. Ανοίξανε τη θύρα

τον πέπλο τον σηκώσανε.

 

 

ΚΟΚΚΑΛ

(Θαυμάζοντας τα Αγάλματα)

Καλέ Κυννώ δε βλέπεις

τι έργα; Κείνη η θεά; Της Αθηνάς τα χέρια

θαρρείς και την πελέκησαν. Δόξα συ δέσποινα μου.

Αν τούτο το γυμνό παιδί θελήσω να το ξύσω

αίμα θα βγάλει ε Κυννώ; Ακόμα κολλημένες

οι σάρκες του στα κόκαλα ζεστές-ζεστές κινούνται

πάνω στο ξύλο. Ο Μύελλος καθώς κι ο Παταικίσκος

οι δυο γιοί του Λαμπρίωνα θα γούρλωναν τα μάτια

την ασημένια τη μασιά σαν έβλεπαν κι οι δυο τους

νομίζοντας πως φτιάχτηκε από ατόφιο ασήμι.

Το βόδι κι ο αγωγιάτης του, κι η κοπελιά από πίσω,

που ακολουθεί, κι ο μυταράς ο χοντρομάλλης άνδρας

δε φαίνονται όλοι ζωντανοί; πραγματικοί λες κι είναι.

Νομίζω αν δεν ξεπέρναγε τη γυναικεία φύση,

θα ‘βαζα τώρα τις φωνές, γιατί θαρρώ το βόδι,

θα με κλοτσήσει ως με κοιτά με το λοξό του μάτι.

Κυννώ  ειν’ ολοζώντανα τα έργα του Εφεσίου

του Απελλή, και πρόσεξε τις λεπτομέρειες τους

και δε θα πεις ο άνθρωπος το ένα έχει διαλέξει

και τ’ άλλο τ’απαρνήθηκε, όταν στο νου του βάλει

να ζωγραφίσει ένα θεό, με προθυμία το κάνει.

Ωστόσο όποιος τα έργα του γνώρισε ή εκείνον

αντίκρισε και έβγαλε την άδικη του κρίση

να κρεμαστεί ανάποδα μέσα στο πλυσταριό μου.

ΝΕΩΚΟΡΟΣ

Κυράδες μου αγαπητές τα πρόσφορα σας γίναν

δεκτά εντελώς απ’ το θεό. Ευτυχισμένες θα ‘στε.

Κανένας τον Ασκληπιό δεν έχει ευχαριστήσει

πιότερο και αληθινά όπως εσείς βεβαίως.

Δόξα Παιήον Κύριε και βοηθός τους γίνου

για τις καλές τους προσφορές καθώς και των συζύγων

όποιοι κι αν είναι φυσικά καθώς και των παιδιών τους.

Δόξα συ Κύριε θεέ αμήν-αμήν θεέ μου.

ΚΟΚΚΑΛΗ

Αμήν θεέ μου άγιε ξανά όλο υγεία

να ‘ρθουμε με τους άνδρες μας μαζί και τα παιδιά μας

και πρόσφορα να δώσουμε και άγιες λειτουργίες.

ΚΥΝΝΩ

Τεμάχισε τον πετεινό καλά-καλά Κοκκάλη

και το μπουτάκι μη ξεχνάς δώσε στον νεωκόρο

μέσα στο στόμα του φιδιού το πρόσφορο να βάλεις

με ευσέβεια, και μέλωσε καλά-καλά την πίτα.

Τ’ άλλα θα τα μοιράσουμε σαν φτάσουμε στους οίκους

να μη ξεχάσεις μοναχά μαζί σου να τα φέρεις.

ΝΕΩΚΟΡΟΣ

Πρέπει από το πρόσφορο να δώσεις λίγο ακόμα.

για το θεό και τον ναό καλύτερα είναι πάντως

όταν όλο το πρόσφορο στο τέμενος του μείνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Το επίθετο αυτό ήταν αρχικά ένας ύμνος, ο παιάνας, ένας ψαλμός προς τον θεό για να εμποδίσει κάποια επιδημία. Τελικά η λέξη κατέληξε ως επίκληση στον Απόλλωνα.

[2]Λέγεται ότι στην ιστορία ή την μυθολογία της ανθρωπότητας μόνο δύο θεάνθρωποι κατάφεραν να νικήσουν τον θάνατο. Ο ένας ήταν ο Ασκληπιός ο οποίος ανέστησε νεκρούς με την τέχνη της ιατρικής  και ο δεύτερος ο Ιησούς ο οποίος όχι μόνο ανέστησε τον Λάζαρο αλλά ανεστήθει και ο ίδιος.

 

[3] Ομήρου Ιλιάδα Λ΄ 833

Ιατροί γαρ Ποδαλείριος ηδέ Μαχάων,

Τον μεν ενι κλισίησιν οίομαι έλκος έχοντα

Χρηΐζοντα και αυτόν αμύμονος  ιητήρος,

Κείσθαι ο δ’ εν πεδίω Τρώων μένει οξύν.

[4] Αί γαρ δη ούτως είη φίλος ω Μενέλαε

[5] Paton & Hicks, The inscriptions of Cos. σ.347

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ