Η σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού- Η λαθροχειρία του Χρυσοχόου, επιτελάρχη του Τσολάκογλου- Η επονείδιστη υπογραφή τριών συνθηκών από τον Τσολάκογλου με Γερμανούς και Ιταλούς – Η παραπλάνηση του Μητροπολίτη Ιωαννίνων και ο σχηματισμός κυβέρνησης από τον Τσολάκογλου – Όλες οι απόψεις για τη συνθηκολόγηση Τσολάκογλου
Η σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού μετά τη γερμανική εισβολή
Μετά τη διάσπαση του αριστερού τμήματος της γραμμής Αλιάκμονα από τα γερμανικά στρατεύματα, στις 12 Απριλίου 1941 (προηγήθηκε η καθοριστικής σημασίας μάχη στην περιοχή Βεύης – Κλειδίου με τα ελληνοβρετανικά στρατεύματα), η κατάσταση στη χώρα μας ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Την ίδια μέρα, 12/4/1941, στις 9.30 π.μ. εκδόθηκε καθυστερημένα η αναμενόμενη διαταγή συμπτύξεως του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), που διοικούσε ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου και του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ), που διοικούσε ο Αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας, από το αλβανικό μέτωπο.
Στο μέτωπο της Ηπείρου σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί θεωρούσαν ότι η συνέχεια του πολέμου ήταν μάταια. Βέβαια, κανείς δεν ήθελε παράδοση στους ηττημένους Ιταλούς και η επικρατούσα άποψη ήταν: «παράδοση στους Γερμανούς με έντιμους όρους». Προτάσεις για σύμπτυξη είχαν γίνει και πριν από τη γερμανική εισβολή. Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού, Αντιστράτηγος Δεμέστιχας είχε προτείνει κάτι τέτοιο στον Ιωάννη Πιτσίκα. Παρόμοια άποψη είχε και ο Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού Υποστράτηγος Μπάκος, που πίστευε όμως ότι ήταν αργά να επιχειρηθεί σύμπτυξη από το μέτωπο, γιατί θα είχε σαν συνέπεια τη διάλυση του Στρατού. Στις 11 Απριλίου, ο Πιτσίκας πληροφορούσε σχετικά με τη σύμπτυξη και την ανάγκη αναζήτησης «λύσεως» η οποία θα εξασφάλιζε «(την) σωτηρίαν και (το) γόητρον (του) νικητού Στρατού μας».
Η καθυστέρηση αυτή οδήγησε σε κρούσματα απείθειας προς τους αξιωματικούς, ενώ μετά τις 15 Απριλίου ξεκίνησαν και οι λιποταξίες. Κάποιοι λιποτάκτες συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν, ωστόσο η κατάσταση δεν βελτιώθηκε. Οι Ιταλοί επωφελούμενοι από τη γερμανική εισβολή συνέχιζαν τις επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων. Στις 16 Απριλίου η IV Μεραρχία απέκρουσε σφοδρή ιταλική επίθεση. Η μονάδα αυτή διατήρησε τη συνοχή της, κατέστρεψε το οδικό δίκτυο και το ίδιο βράδυ επιχείρησε υποχωρητικό ελιγμό. Πέρασαν στο ελληνικό τμήμα του όρους Νεμέρτσικα (ή Δούσκος ή Μερόπη), το οποίο ήταν χιονοσκεπές και έφτασαν στους Δρυμάδες, ελληνικό χωριό του Πωγωνίου.
Να σημειώσουμε, ότι με βάση την απαράδεκτη χάραξη των συνόρων το 1913, ένα τμήμα της Νεμέρτσικας δόθηκε στην Αλβανία και το υπόλοιπο παρέμεινε στην Ελλάδα. Η ψηλότερη κορυφή του επιβλητικού όρους βρίσκεται σε αλβανικό έδαφος (2.455 μέτρα), ενώ η ψηλότερη κορυφή του στην Ελλάδα έχει υψόμετρο 2.198 μέτρα. Η ίδια άθλια χάραξη έγινε και στην άλλη πλευρά του Πωγωνίου. Το όρος Μουργκάνα μοιράστηκε ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, ενώ το αμιγώς ελληνικό χωριό Κοσοβίτσα, με 1.000 Έλληνες κατοίκους το 1914 (επίσημη απογραφή της Διεθνούς Επιτροπής) χωρίστηκε στα δύο: στην Κοσοβίτσα, που παρέμεινε στην Αλβανία και τη Βατσουνιά (νυν Αγία Μαρίνα), που έμεινε στην Ελλάδα. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της χάραξης συνόρων σε χάρτη… Στο θέμα της Κοσοβίτσας αναφερθήκαμε σε άρθρο μας το 2020 και εκ των υστέρων τα ανακάλυψαν αρκετοί ακόμα…
Επανερχόμαστε όμως στο 1941. Η IV Μεραρχία στις 20 Απριλίου δέχτηκε αεροπορική επίθεση από Ιταλούς και Γερμανούς. Διατήρησε όμως τη συνοχή της, αν και υπέστη μεγάλες απώλειες. Από τις 18 Απριλίου, ο Διοικητής του ΤΣΗ Πιτσίκας, μετά από σύσκεψη με τους σωματάρχες του ζήτησε, μέσω του Βοηθού Επιτελάρχη του, Συνταγματάρχη Γρηγορόπουλου από τον Παπάγο να επιτραπεί η συνθηκολόγηση του ΤΣΗ. Ο Αρχιστράτηγος απάντησε αρχικά ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, από τη στιγμή που βρετανικά στρατεύματα μάχονταν στην Ελλάδα. Μετά από νέα σύσκεψη όμως αποφασίστηκε να επιτραπεί στο ΤΣΗ να συνθηκολογήσει μόλις ο βασιλιάς και η κυβέρνηση εγκατέλειπαν την Αθήνα. Όμως, στο αλβανικό μέτωπο η κατάσταση είχε γίνει τραγική. Στις 18/4, ο Πιτσίκας έστειλε στον πρωθυπουργό και τον Παπάγο το εξής σήμα:
Η συνθηκολόγηση Τσολάκογλου – Η λαθροχειρία Χρυσοχόου και οι τρεις ταπεινωτικές Συνθήκες
Η αυτοκτονία Κορυζή την ίδια μέρα (18 Απριλίου 1941) έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική. Τσολάκογλου, Δεμέστιχας, Μπάκος και ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων ζήτησαν από τον Πιτσίκα να υπογράψει ανακωχή. Εκείνος αρνήθηκε. Οι τρεις σωματάρχες και ο Σπυρίδων αποφάσισαν να αγνοήσουν τον Πιτσίκα και ανέθεσαν στον Τσολάκογλου, αρχαιότερο όλων να αναλάβει την πρωτοβουλία.
Ο Τσολάκογλου έστειλε στις 16 Απριλίου στην Αθήνα τον Επιτελάρχη του Χρυσοχόου. Την επόμενη αυτός συνάντησε τον Παπάγο και του ανέφερε αδυναμία του Στρατού να συνεχίσει να μάχεται και ζητούσε άμεση λύση. Ο Παπάγος παρουσίασε στον Χρυσοχόου την απόφαση της κυβέρνησης και του βασιλιά Γεώργιου Β’ «για την ανάγκη συνέχισης του πολέμου για εθνικούς λόγους». Μετά την άρνηση Παπάγου, ο Χρυσοχόου χρησιμοποιώντας αντικανονικά (!) τον κωδικό του Γενικού Στρατηγείο έστειλε στον Τσολάκογλου δύο κρυπτογραφημένα τηλεγραφήματα. Το πρώτο, τα μεσάνυχτα της 17ης Απριλίου και το δεύτερο, το απόγευμα της 18ης Απριλίου.
Στο πρώτο αναφέρεται στην αυτοκτονία Κορυζή, την άρνηση Παπάγου και την ανάγκη ανάληψης άμεσης δράσης. Το τηλεγράφημα κλείνει με το: «Εκ του Φρουραρχείου Θ» (τον κωδικό του Γενικού Στρατηγείου), ενώ επρόκειτο για προσωπικό τηλεγράφημα του Χρυσοχόου! Ακόμα πιο σημαντικό ήταν το δεύτερο τηλεγράφημα: «Φρουραρχείον Ζ (ο κωδικός του Γ’ Σώματος Στρατού), Απόρρητο προσωπικό δια Στρατηγόν. Ενέργεια ανάγεται (εις) αρμοδιότηταν Στρατιάς. Εάν αναλάβητε σεις (σημ. ο Τσολάκογλου) δέον (πρέπει) πρότερον να λάβετε εξουσιοδότησιν λοιπών διοικητών Σωμάτων Στρατού, αναθέτουσαν υμίν (σε σας) ενέργειαν ως έχοντα επαφήν με Γερμανούς. Χρυσοχόου. Εκ του Φρουραρχείου Θ» («Απόρρητος Αποστράτων Αντιστρατήγων», 23 Απριλίου 1943, Δ(ιεύθυνση) Ι(στορίας) Σ(τρατού), Τμήμα ΙΙΙ, φ. 633/2/1, ταξινόμ. 21, δ/4, σελ. 6).
Ο Χρυσοχόου προσθέτοντας μετά το επώνυμό του το «Εκ του Φρουραρχείου Θ» έκανε λαθροχειρία. Παρουσίαζε προσωπικά τηλεγραφήματα, ως προερχόμενα από το Γενικό Στρατηγείο. Όπως αναφέρει μάλιστα ο Παπάγος, ο Τσολάκογλου στη συνέχεια τροποποίησε περισσότερο τη σφραγίδα αποστολής κι έτσι εξαπάτησε τον Πιτσίκα: «Παραποιήσας το εις αυτόν αποσταλέν κρυπτογραφικώς τηλεγράφημα του επιτελάρχου του Χρυσοχόου εκοινοποίησεν εις τον Αντιστράτηγον Πιτσίκαν κείμενον αποκρυπτογραφηθέν εν τω οποίω παρέλειψεν την υπογραφήν του αποστέλλοντος επιτελάρχου του Χρυσοχόου και μετέτρεψαν το «εκ του Φρουραρχείου Θ» εις απλώς «Φρουραρχείον Θ»!
Οι Γερμανοί υποχρέωσαν τον Τσολάκογλου να υπογράψει τρία διαφορετικά πρωτόκολλα, με τους όρους να γίνονται δυσμενέστεροι σε κάθε νέο. Το πρώτο υπογράφηκε στις 20 Απριλίου με τον Γερμανό Στρατηγό Josef Sepp Dietrich της LSSAH, στο χωριό Βοτονόσι, 35 χλμ. έξω από τα Ιωάννινα, πολύ κοντά στο Μέτσοβο. Δινόταν προθεσμία 10 ημερών στον Ελληνικό Στρατό να αποχωρήσει από τα μέτωπα, χωρίς να κρατηθεί κανένας αιχμάλωτος.
Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο και προφανώς η παραχώρηση αυτή δινόταν από τον ίδιο τον Χίτλερ ή το Γερμανικό Στρατηγείο. Υπήρξαν όμως αντιδράσεις από γερμανικούς κύκλους, με αποτέλεσμα στις 21 Απριλίου 1941 να υπογραφεί δεύτερο πρωτόκολλο στα Γιάννενα με τον Στρατηγό Hans von Greiffenberg, με όρους πιο αυστηρούς. Το πρωτόκολλο αυτό επέβαλε την παράδοση του Ελληνικού Στρατού άνευ όρων, με όλο τον εξοπλισμό του, εκτός από τα όπλα των αξιωματικών. Να σημειώσουμε ότι ο Πιτσίκας, μια ώρα μετά την υπογραφή του πρώτου πρωτοκόλλου θεώρησε τον εαυτό του παραιτηθέντα και αναχώρησε για την Αθήνα. Όταν ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος στη Ρώμη φον Ρίντελεν διάβασε το κείμενο της δεύτερης συμφωνίας στον Μουσολίνι αυτός έγινε έξαλλος γιατί δεν συμπεριλήφθηκε και η Ιταλία στη συμφωνία παράδοσης του Ελληνικού Στρατού.
Έτσι ζήτησε από τον Χίτλερ να συμπεριληφθεί και η Ιταλία σε νέο πρωτόκολλο. Μην θέλοντας να στεναχωρήσει τον σύμμαχό του, ο Χίτλερ συμφώνησε και διέταξε τον Στρατάρχη Wilhelm List, επικεφαλής της επιχείρησης «ΜΑRITA», να αλλάξει το πρωτόκολλο και να συμπεριλάβει την παράδοση του Ελληνικού Στρατού και στους ηττημένους Ιταλούς! Επρόκειτο για απόλυτο εξευτελισμό του Τσολάκογλου. Διαμαρτυρήθηκε για τον εκ των υστέρων εξαναγκασμό του να δεχθεί την παράδοση των Ελλήνων και στους Ιταλούς. Τελικά όμως δέχτηκε. Έστειλε επιτροπή, υπό τον Συνταγματάρχη Σ. Σύρρο, στους Ιταλούς, στις 9 μ.μ. της 22/04/1941. Η ιταλική διοίκηση δέχθηκε την παράδοση των νικητών Ελλήνων. Το σχετικό πρακτικό υπογράφηκε από τον Ιταλό Στρατηγό Τζελόσο και τον Συνταγματάρχη Σύρρο στις 3 π.μ. της 23ης Απριλίου 1941.
Η παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους ηττημένους Ιταλούς προκάλεσε αηδία ακόμα και στους Γερμανούς. Ο List αρνήθηκε να υπογράψει το πρωτόκολλο και ήρθε ειδικά από το Βερολίνο για αυτό τον σκοπό ο αρχηγός του Γερμανικού Επιτελείου, Στρατάρχης Alfred Jodl, που υπέγραψε το τρίτο πρωτόκολλο με τον Τσολάκογλου και τον Ιταλό Στρατηγό Ferrero. Ήταν τέτοια η απέχθεια και η περιφρόνηση του Λιστ προς τους Ιταλούς, που κάθισε με τον Τσολάκογλου και τους Γερμανούς αξιωματικούς, στο γεύμα που παρέθεσε μετά την υπογραφή του τρίτου πρωτοκόλλου και οι άλλοι Ιταλοί κάθισαν σε άλλο τραπέζι με τον Jodl.
Τα προβλήματα που δημιούργησε η υπογραφή του επαχθούς πρωτοκόλλου από τον Τσολάκογλου και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ίδιο
Υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι στηρίζουν τον Τσολάκογλου στο θέμα της υπογραφής των δύο αρχικών πρωτοκόλλων. Ωστόσο, η υπογραφή του τρίτου πρωτοκόλλου, με την παράδοση και στους Ιταλούς προκάλεσε σφοδρότατες αντιδράσεις, αλλά και ριζικές αλλαγές στα σχέδια του Τσολάκογλου.
Ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος, επικεφαλής του επιτελείου του, γράφει ότι αυτός υπέγραψε το δεύτερο πρωτόκολλο « μόνον υπό την ιδιότητα του Αιχμαλώτου και άνευ ιδίας θελήσεως». Οι δε Γερμανοί, ως δικαιολογία για την τροποποίηση του αρχικού πρωτοκόλλου, ανέφεραν την απόφαση της κυβέρνησης περί συνέχισης του αγώνα. Πραγματικά, η κυβέρνηση και ο Παπάγος είχαν δώσει εντολή για αγώνα μέχρι τέλους. Όμως, όπως γράφει ο Τσακαλώτος: «Τέλος δε (οι Γερμανοί) απήτησαν (απαίτησαν) και ίδιον πρωτόκολλον με τους Ιταλούς… Η γνωστοποίησις των νέων τούτων απαιτήσεων, μετέβαλε άρδην την πρώτην εντύπωσιν και την μετέβαλεν εις απέραντον θλίψιν και αγανάκτησιν».
Πριν την πρώτη συνάντηση με τους Γερμανούς, ο Τσολάκογλου, ο Σπυρίδων και οι άλλοι δύο σωματάρχες είχαν συμφωνήσει ότι η πρότασή του προς τους Γερμανούς θα είχε ως βάση τα ακόλουθα: σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης υπό τον Μητροπολίτη Σπυρίδωνα, με μέλη τους τρεις σωματάρχες και στελέχωσή της στη συνέχεια με ικανό αριθμό πολιτικών ή επιστημόνων. Αυτό θα γινόταν, λόγω αναχώρησης της κυβέρνησης από την Αθήνα. Επίσης, θα επιβαλλόταν αίτηση ανακωχής με βάση την κατάπαυση των εχθροπραξιών, έντιμη κατάθεση των όπλων και «επ’ ουδενί λόγω παράδοσις ουδενός».
Μετά την υπογραφή του πρώτου πρωτοκόλλου, στις 21 Απριλίου 1941, ο Σπυρίδων και οι Δεμέστιχας- Μπάκος έμαθαν ότι δεν θίχτηκε καθόλου από τον Τσολάκογλου το θέμα της κυβέρνησης από τον Σπυρίδωνα, αλλά τέθηκαν μόνο τα στρατιωτικά ζητήματα. Μάλιστα, ο Τσολάκογλου υπέγραφε ως «Αρχιστράτηγος» (!), χωρίς βέβαια να έχει αυτό τον τίτλο. Στις 26 Απριλίου, ο Τσολάκογλου κάλεσε στη Θεσσαλονίκη τον Σπυρίδωνα μαζί με τον Δεμέστιχα, για να σχηματίσει, ο Μητροπολίτης κυβέρνηση που θα του υποδεικνυόταν από τους Γερμανούς.
Ο Σπυρίδων θεώρησε, ορθά, ότι ο Τσολάκογλου τον ξεγέλασε. Παράλληλα ήταν και έξαλλος με την παράδοση στους Ιταλούς. Φαίνεται τελικά ότι ο Τσολάκογλου είχε θέσει ως στόχο την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ίδιο. Σχετική είναι η επιστολή του προς τον Χίτλερ στις 26 Απριλίου, που καταλήγει στο εξής: «Υποσχόμεθα στην Α(υτού) Ε(ξοχότητα) τον Φίρερ του γερμανικού λαού να υπηρετήσουμε κατά τον τρόπο που θα υποδεικνύει αυτός». Η χρήση του «υποσχόμεθα» μάλλον υποδηλώνει ότι ο Τσολάκογλου ακόμα ήθελε να δώσει την εντύπωση ότι εκπροσωπεί και τους άλλους δύο σωματάρχες.
Η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Στις 28 Απριλίου 1941 ο πρεσβευτής Benzler που είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη γι’ αυτό τον σκοπό έστειλε μήνυμα στον Γερμανό ΥΠΕΞ Ρίμπεντροπ, ότι επέλεξε για πρωθυπουργό τον Τσολάκογλου. Στις 29/4 ακολούθησε νέο τηλεγράφημα με το εμπιστευτικό πρωτόκολλο που είχε υπογράψει το Τσολάκογλου και σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνησή του θα ακολουθούσε συγκεκριμένους όρους των κατακτητών. Τελικά, η πρωθυπουργοποίηση του Τσολάκογλου έγινε στις 30 Απριλίου. Τον περίμενε όμως μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη…
Η άρνηση του Αρχιεπισκόπου να ορκίσει τον Τσολάκογλου- Ποιος τον όρκισε και ποιοι στελέχωναν την κυβέρνησή του;- Ποιοι πολιτικοί υποστήριξαν τον Τσολάκογλου κατά τον ίδιο;
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου λέγοντας ότι: «Η εθνική κυβέρνησις την οποία όρκισα εξακολουθεί να υφίσταται και να συνεχίζει τον πόλεμον. Άλλην κυβέρνησιν δεν δύναμαι να ορκίσω». Τελικά, ο Τσολάκογλου κατέφυγε στον εφημέριο του Αγίου Γεωργίου Καρύτση για να του διαβάσει το παρακάτω κείμενο του όρκου του: «Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού και της πατρίδος να εκτελώ τα καθήκοντά μου εντίμως και ευσυνειδήτως και να καταβάλλω απάσας (όλες) τις δυνάμεις μου, όπως εξυπηρετώ τα συμφέροντα του έθνους και του λαού».
Στην κυβέρνηση Τσολάκογλου συμμετείχαν άτομα της εμπιστοσύνης του ίδιου ή του Μπάκου, ο οποίος ήταν ο κατεξοχήν γερμανόφιλος της ομάδας των στρατιωτικών που επιδίωξαν τη συνθηκολόγηση. Ο Τσολάκογλου δικαιολόγησε την ανάληψη της θέσης του κατοχικού πρωθυπουργού, λέγοντας: «Έγινα πρωθυπουργός από καθήκον προς την πατρίδα» και «για να περισώσω ό,τι μπορούσα».
Στην κυβέρνηση Τσολάκογλου μετείχαν: Γεώργιος Μπάκος (Υπουργός Εθνικής Αμύνης), Παναγιώτης Δεμέστιχας (Υπουργός Εσωτερικών), Χαράλαμπος Κατσιμήτρος (Υπουργός Εργασίας), Σωτήριος Μουτούσης (Υπουργός Μεταφορών), Κλεάνθης Μπουλαλάς (Υπουργός Τύπου και Ραδιοφωνίας), Θρασύβουλος Τσακαλώτος (Γενικός Διευθυντής στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης), Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος (Αρχηγός Χωροφυλακής), Σωκράτης Δημάρατος (Αρχηγός Αστυνομίας Πόλεων) κ.ά.
Ο Τσολάκογλου υποστήριζε ότι η πρωθυπουργοποίησή του είχε την έγκριση του πολιτικού κόσμου. Ακολούθησε σύσκεψη του Τσολάκογλου με πολιτικούς: Δ. Μάξιμος, Γ. Καρτάλης, Α. Σβώλος, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλος, Γ. Μερκούρης, Π. Ράλλης και αντιβενιζελικούς αξιωματικούς: Θ. Πάγκαλος, Α. Οθωναίος και Σ. Γονατάς. Εκείνος που δεν αποδέχτηκε την πρόσκληση ήταν ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, που παρέμεινε σταθερά πιστός στον Γεώργιο Β’ και τη βασιλευόμενη δημοκρατία.
Αυτοί όμως οι πολιτικοί ενέκριναν την ύπαρξη ελληνικής κυβερνητικής Αρχής στην Αθήνα. Σε καμία περίπτωση όμως (δεν προκύπτει άλλωστε από πουθενά), αυτοί δεν ενέκριναν ούτε τον Τσολάκογλου, ούτε τη μορφή και τις εξουσίες της συγκεκριμένης κυβέρνησης, ούτε τη συμπεριφορά της. Όλοι οι παραπάνω ήταν αντιβασιλικοί και είδαν την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, ως απελευθέρωσή τους από τη δικτατορία Μεταξά. Ο Τσολάκογλου, αφού επιτέθηκε σφοδρά στον Γεώργιο Β’ για την κυβέρνηση Τσουδερού αντικατέστησε το «Βασίλειον της Ελλάδος» με το «Ελληνική Πολιτεία».
Τα λάθη της κυβέρνησης Τσολάκογλου
Το μεγαλύτερο, ίσως, λάθος του Τσολάκογλου ήταν ότι δεν διαπραγματεύτηκε τις εξουσίες της κυβέρνησής του και τη συνέχεια του ελληνικού κράτους αυτόνομα, στο πλαίσιο βέβαια της τριπλής κατοχής. Η υποχρέωση να πληρώνει η Ελλάδα «έξοδα Κατοχής» και να συντηρεί τα ξένα στρατεύματα που παρέμεναν στη χώρα ήταν, μαζί με τον βρετανικό αποκλεισμό και το «πλιάτσικο των τροφίμων», ήταν οι βασικές αιτίες του φοβερού λιμού 1941-1942. Οι κατακτητές καταλήστευσαν την Ελλάδα. Στη Γερμανία μεταφέρονταν μέσω σιδηροδρόμων εκατομμύρια τόνοι μεταλλευμάτων (βωξίτης, χρώμιο κ.ά.), αλλά και καπνός, βαμβάκι, ρύζι, λάδι, ζάχαρη, σιτάρι, χρυσαφικά, ρούχα κ.ά. Τους πρώτους μήνες της Κατοχής, με τα «ελληνικά μάρκα» και τις «ιταλικές δραχμές», άδειασαν από τους κατακτητές τα καταστήματα.
Ο γερμανικός στρατός με την εισβολή του στην Ελλάδα έπαψε να στηρίζεται στην επιμελητεία του και στηριζόταν στα «έξοδα κατοχής». Το ίδιο έκανε αργότερα και ο ιταλικός στρατός. Στα θετικά του Τσολάκογλου μπορεί να περιληφθούν τα έντονα και συνεχή διαβήματα προς τους Γερμανούς όταν άρχισαν να καταφθάνουν πληροφορίες ότι οι Βούλγαροι προσπαθούσαν να προσαρτήσουν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Όταν όμως ο Τσολάκογλου υπέγραφε με τον Μπάκο τη συνθηκολόγηση έκαναν μόνο μία χλιαρή προσπάθεια να περιοριστούν τα κατοχικά δικαιώματα Βουλγάρων και Ιταλών.
Πάντως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ 97/1942 απόφασή του και ψήφους 6-5 δέχθηκε ότι η διοίκησή του ήταν de facto κυβέρνηση. Νόμιμη κυβέρνηση δηλαδή, με ανεξάρτητη εξουσία, που μπορούσε να νομοθετεί. Πάντως στις 2/5/1941, η κυβέρνηση Τσουδερού διέγραψε τους Τσολάκογλου, Μπάκο και Δεμέστιχα από το Σώμα των Αξιωματικών. Τις φιλογερμανικές του θέσεις, τις είχε εκφράσει πριν τη συνθηκολόγηση: «…Οι Έλληνες είχαν κάθε συμφέρον να εξευμενίσουν τους Γερμανούς και να προσανατολιστούν ακόμα στο κοινωνικό τους σύστημα».
Ο Γερμανός ΥΠΕΞ Ribbentrop σε τηλεγράφημά του προς τον Günter Altenburg (26/8/1941) παραδέχεται ότι ο Τσολάκογλου διορίστηκε για να αποδομήσει τον Γεώργιο Β’ και την κυβέρνηση στην Κρήτη: «…Την κυβέρνηση Τσολάκογλου τη διορίσαμε την εποχή εκείνη, για να κόψει τον άνεμο της τότε κυβέρνησης στην Κρήτη. Ο Τσολάκογλου εκπλήρωσε αυτό του το καθήκον…». Τον Αύγουστο του 1942 ο Τσολάκογλου πήγε στην Κρήτη. Επισκέφθηκε το μνημείο που είχαν ανεγείρει οι Γερμανοί στα Χανιά το «γερμανικό πουλί» (ή «κακό πουλί») και κατάθεσε στεφάνι στη μνήμη των νεκρών Γερμανών στρατιωτών!
Τον ίδιο μήνα επισκέφθηκε για λίγες ώρες την Αθήνα ο Μουσολίνι. Ο Τσολάκογλου αναφέρει ότι είχε την ευτυχία «να ακούσει από τα αρμοδιότερα χείλη – από τα χείλη του μεγάλου και ηρωικού Ιταλικού λαού – λόγον πραγματικής φιλίας δια την Ελλάδα… εν τω προσώπω του μεγαλοφυούς δημιουργού της φασιστικής και της νέας ευρωπαϊκής ιδεολογίας, το έθνος μας ευρίσκει έναν μεγάλο και ανεκτίμητο φίλο».
Η σύγκρουση του Τσολάκογλου με τους κατακτητές ήρθε τον Οκτώβριο του 1942, όταν ζήτησε να περιορίσουν τις οικονομικές απαιτήσεις τους από την Ελλάδα. Όμως, ο Υπουργός Οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης τόνιζε ότι η Ελλάδα μπορούσε να συνεχίσει να καταβάλλει τα έξοδα κατοχής. Στις 15 Νοεμβρίου 1942 ο Τσολάκογλου παραιτήθηκε. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Κ. Λογοθετόπουλος, που παρέμεινε στη θέση αυτή για 4 μήνες.
Τι πέτυχε με τη συνθηκολόγηση ο Τσολάκογλου;
Ίσως ο Τσολάκογλου απέτρεψε με τη συνθηκολόγηση, την αιχμαλωσία 300.000 Ελλήνων στρατιωτών. Οι μαχητές της Βορείου Ηπείρου, εκτός από τις πολύμηνες σκληρές μάχες που έδωσαν δεν είχαν σχεδόν καθόλου πυρομαχικά. Αυτά επικαλούνται οι υποστηρικτές του Τσολάκογλου. Δεν είναι όμως βέβαιο, ότι ο Χίτλερ, αν η συνθηκολόγηση υπογραφόταν λίγες μέρες αργότερα από τον Παπάγο, θα διέτασσε την αιχμαλωσία των Ελλήνων στρατιωτών από Γερμανούς και Ιταλούς.
Επίλογος
Οι Τσολάκογλου, Δεμέστιχας και Μπάκος παρανόμησαν. Μάλιστα ο πρώτος, όπως είδαμε έκανε και λαθροχειρία σε απόρρητο στρατιωτικό έγγραφο, για να ξεγελάσει τον Πιτσίκα. Οι τρεις έλαβαν μια απόφαση για την οποία δεν ήταν αρμόδιοι. Δικαίωμα για κάτι τέτοιο είχαν μόνο ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και ο Παπάγος. Αυτοί όφειλαν να υπακούσουν στις διαταγές του τελευταίου για συνέχιση του αγώνα μέχρι τέλους. Τα τηλεγραφήματα στην Αθήνα για χαμηλό ηθικό των μονάδων και η αναφορά σε προτροπές του Σπυρίδωνα ήταν άστοχα.
Όσο για τους άνδρες του ΤΣΗ; Πολλοί χάρηκαν, καθώς είχαν φτάσει στα όριά τους και επιτέλους θα επέστρεφαν σπίτια τους, άλλοι όμως δεν μπόρεσαν ποτέ να δεχτούν ότι παραδόθηκαν στους Ιταλούς, τους οποίους είχαν συντρίψει.
Ο Τσολάκογλου μετά την απελευθέρωση συνελήφθη και φυλακίστηκε. Δικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων και καταδικάστηκε σε θάνατο τον Ιούνιο του 1945. Τελικά, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το Συμβούλιο Χαρίτων μετέτρεψε την ποινή του σε ισόβια. Έτσι οδηγήθηκε στις φυλακές Ζελιώτη (εκεί όπου αργότερα λειτούργησε το ΜΙΝΙΟΝ). Προσβλήθηκε όμως από λευχαιμία. Νοσηλεύθηκε για έναν χρόνο στο ΝΙΜΤΣ. Πέθανε πάμφτωχος στις 22 Μαΐου 1948, σε ηλικία 62 ετών.
Πηγές:
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», Τ. ΙΕ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΜΠΟΥΓΑΣ, «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΝΔΕΑ», Α’ ΤΟΜΟΣ, Β’ Έκδοση 2023, Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ
Δρ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833-1949», Β’ Τόμος, Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2014
ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», HISTORICAL QUEST, ΑΘΗΝΑ 2015









