Η απόφαση των ΗΑΕ αποκαλύπτει βαθιές γεωπολιτικές ρωγμές στον Κόλπο, εν μέσω ενεργειακής ασφυξίας στα Στενά του Ορμούζ και ακραίας πίεσης στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου – Η ευκαιρία που προσέφερε ο πόλεμος και η ικανοποίηση του Λευκού Οίκου
Ήταν μια ανακοίνωση που προκάλεσε σοκ: τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που αποτελούν την τρίτη μεγαλύτερη χώρα παραγωγής του ΟΠΕΚ, αποχωρούν από το πετρελαϊκό καρτέλ άμεσα, από την 1η Μαΐου, σε ένα διάστημα που μαίνεται η κρίση στη Μέση Ανατολή, το ράλι των πετρελαϊκών τιμών και τα ερωτηματικά για τις αντοχές της ενεργειακής αγοράς.
Και αυτό δημιούργησε αμέσως εύλογα ερωτηματικά για την σκοπιμότητα της χρονικής συγκυρίας, αλλά και τις γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες που θα επιφέρει.
Η αρχική αντίδραση της αγοράς πετρελαίου ήταν έντονη με φόντο κιόλας το αδιέξοδο στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν, όμως σταδιακά οι τιμές σταθεροποιήθηκαν, γεγονός που αποδίδεται στην ούτως ή άλλως μεγάλη στενότητα της φυσικής αγοράς πετρελαίου που έχει δημιουργήσει το μπλόκο των Στενών του Ορμούζ.
Στις 18:30 ώρα Ελλάδος η προθεσμιακή τιμή του Brent βρισκόταν στα 111 δολάρια με τα εβδομαδιαία κέρδη του να πλησιάζουν το 6% και η τιμή του αμερικανικού WTI κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι.
Σημειωτέον πως ήδη τη Δευτέρα διεθνείς αναλυτές και τράπεζες όπως η Citigroup και η Morgan Stanley είχαν αναθεωρήσει εκ νέου προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τις τιμές του πετρελαίου, καθώς εντείνεται η μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων, ενώ δεν διαφαίνεται διπλωματική λύση για την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Ο υπουργός Ενέργειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων Σουχάιλ Μοχάμεντ αλ-Μαζρούι, σε δηλώσεις του, υποστήριξε ότι η απόφαση ελήφθη έπειτα από προσεκτική αξιολόγηση των ενεργειακών στρατηγικών της περιφερειακής δύναμης και με δεδομένο ότι δεν αναμένεται να έχει τεράστιο αντίκτυπο στην αγορά, ακριβώς λόγω της κατάστασης που επικρατεί στα Στενά του Ορμούζ.
Οι χώρες του Κόλπου που συμμετέχουν στο πετρελαϊκό καρτέλ ήδη αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες στις εξαγωγές τους μέσω των Στενών εξαιτίας των ιρανικών απειλών και επιθέσεων κατά πλοίων, όποτε η αλλαγή της δομής του ΟΠΕΚ δεν θα έχει πρακτικά άμεσα αντίκτυπο στις ροές.
Τα ΗΑΕ είχαν και στο παρελθόν αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ, δεδομένης της χρόνιας αντιπαράθεσης τους με τη Σαουδική Αραβία σχετικά με τα επίπεδα παραγωγής του Οργανισμού. Όμως, ο πόλεμος φαίνεται πως τελικά επιτάχυνε τις εξελίξεις, αν όχι χρησιμοποιήθηκε και ως αφορμή για την επανεξέταση της στρατηγικής της χώρας τόσο εντός του ΟΠΕΚ όσο και σε σχέση με τις διεθνείς της συμμαχίες.
Είχε προηγηθεί, εξάλλου, σκληρή κριτική του Εμιράτου προς τα υπόλοιπα αραβικά κράτη, τα οποία κατηγόρησε ότι δεν έκαναν αρκετά για να το προστατεύσουν από τις επανειλημμένες ιρανικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ είχε υπονοήσει ότι θα επιδιώξει μεγαλύτερη εμβάθυνση της στρατηγικής του σχέσης με τις ΗΠΑ – που σημειωτέον πως μέσω του Σκοτ Μπέσεντ βρίσκονται στην τελική ευθεία για την έγκριση έκτακτων swap lines δολαρίου για να στηρίξει το Αμπου Ντάμπι – , αλλά και το Ισραήλ.
Σημειωτέον πως τα ΗΑΕ δέχτηκαν το μεγαλύτερο και σφοδρότερο μέρος των ιρανικών επιθέσεων προς τις γειτονικές αραβικές χώρες, μια διόλου τυχαία επιλογή από την πλευρά της Τεχεράνης προς τον στενότερο σύμμαχο της Ουάσιγκτον στην περιοχή, κάτι που προφανώς λειτούργησε ως η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για το Εμιράτο.
«Οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου στήριξαν η μία την άλλη σε επίπεδο εφοδιαστικής υποστήριξης, αλλά σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο θεωρώ ότι η στάση τους ήταν ιστορικά η πιο αδύναμη», είχε υποστηρίξει μόλις τη Δευτέρα o Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, επικρίνοντας ανοιχτά τη στάση των υπόλοιπων χωρών του Κόλπου απέναντι στις ιρανικές επιθέσεις.
Στην πετρελαϊκή αγορά η μακροχρόνια δυσαρέσκεια των ΗΑΕ απέναντι στον οργανισμό και την άτυπη ηγέτιδα του, τη Σαουδική Αραβία, με επίκεντρο την πολιτική και τις αποφάσεις του ήταν κοινό μυστικό. Το Εμιράτο, που παρήγε 3,4 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως πριν από τον πόλεμο, εξέφραζε εδώ και χρόνια τη δυσαρέσκειά του απέναντι στον ΟΠΕΚ και δυσφορούσε για τις ποσοστώσεις παραγωγής που αποφάσιζε και οι οποίες το εμπόδιζαν να εξάγει μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου.
Τα ΗΑΕ διατηρούσαν εδώ και καιρό τη θέση ότι θα έπρεπε να εξάγουν πετρέλαιο στο μέγιστο δυνατό επίπεδο, ώστε να αξιοποιήσουν τα έσοδα από το εμπόρευμα για τη χρηματοδότηση της επόμενης φάσης ανάπτυξής τους και την προετοιμασία τους για τη μετα-πετρελαϊκή εποχή.
Ωστόσο, ο ΟΠΕΚ, υπό τις οδηγίες της Σαουδικής Αραβίας, συνέχισε να επιβάλει ποσοστώσεις παραγωγής σε μια προσπάθεια να στηρίξει τις τιμές του πετρελαίου, περιορίζοντας την παραγωγή των ΗΑΕ.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών επιδεινώθηκαν αισθητά όταν οι εντάσεις μεταξύ των δυνάμεων του Κόλπου ήρθαν ανοιχτά στην επιφάνεια τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, εξαιτίας των διαφωνιών για τον ρόλο τους και τη στήριξη αντίπαλων παρατάξεων στην Υεμένη. Παρά το γεγονός ότι Άμπου Ντάμπι και Ριάντ βρίσκονταν στην ίδια πλευρά, τα τελευταία χρόνια, απέναντι στους στηριζόμενους από την Τεχεράνη αντάρτες Χούθι, οι Σαουδάραβες επικεντρώθηκαν κυρίως στη διατήρηση μιας κεντρικής κυβέρνησης φιλικής προς αυτούς και στην ασφάλεια των συνόρων τους, ενώ το Εμιράτο στήριξε ισχυρές τοπικές και αυτονομιστικές δυνάμεις στον νότο της Υεμένης, επιδιώκοντας μεγαλύτερη επιρροή σε λιμάνια και στρατηγικές θαλάσσιες οδούς της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν.
Η ρήξη φάνηκε προσωρινά να αποκλιμακώνεται, καθώς τα κράτη του Κόλπου εμφανίστηκαν ενωμένα απέναντι στον νέο πόλεμο που ξέσπασε, αλλά και το σοκ από την μη αναμενόμενη επιθετικότητα του Ιράν απέναντι στους Άραβες γείτονές του με συνεχείς επιθέσεις εναντίον των υποδομών τους.
Ωστόσο, οι εντάσεις επανήλθαν και καθώς, μετά από δύο μήνες πολέμου δεν διαβλέπεται σύντομα επίλυση της κρίσης, ήταν προφανές ότι τα ΗΑΕ έκριναν πως η χρονική συγκυρία προσέφερε τελικά μια αφορμή να κάνουν πράξη την απειλή τους, χωρίς να δημιουργήσουν άμεσα πρόβλημα στις ήδη λαβωμένες αγορές, χωρίς να ανησυχούν για αρνητική πολιτική αντίδραση από τον Λευκό Οίκο και προκειμένου να μπορούν να προετοιμαστούν για την επόμενη ημέρα: όταν ανοίξουν και πάλι τα Στενά, θα μπορούν να αυξήσουν όσο θέλουν την παραγωγή τους και να προχωρήσουν σε μαζικές εξαγωγές σε υψηλές τιμές, εξυπηρετώντας κιόλας και δυτικές χώρες με μειωμένα αποθέματα λόγω της παρατεταμένης κρίσης.
«Τα Εμιράτα δεν ήταν ευχαριστημένα με το ότι έπρεπε να περιορίζουν την παραγωγή τους, ιδιαίτερα όταν ήθελαν να αντλούν περισσότερο πετρέλαιο και οι Σαουδάραβες επιθυμούσαν να αντλούν λιγότερο», εξήγησε ο Φιράς Μακσάντ, διευθυντής Μέσης Ανατολής της Eurasia Group. «Ορισμένες από τις πολιτικές διαφορές έχουν οξυνθεί λόγω των διαφορετικών θέσεων απέναντι στον πόλεμο και την αντίδραση στην ιρανική απειλή, με τα ΗΑΕ να ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη συμμαχία τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, ενώ άλλες χώρες επιδιώκουν διαφοροποίηση και στρατηγική εξισορρόπηση», πρόσθεσε.
Ο πολιτικός παράγοντας δεν είναι διόλου αμελητέος. Η εξέλιξη αναμένεται να γίνει θερμά δεκτή στον Λευκό Οίκο ως νίκη για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εδώ και χρόνια επιτίθεται ανοιχτά κατά του ΟΠΕΚ, κατηγορώντας τον ότι στρεβλώνει τις τιμές του πετρελαίου μέσω τεχνητής προσαρμογής της προσφοράς αντί να αφήνει την αγορά να λειτουργεί ελεύθερα.
Σε μια ομιλία με έντονο ύφος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2018, είχε κατηγορήσει τον οργανισμό ότι «εκμεταλλεύεται τον υπόλοιπο κόσμο».
Προφανώς η αποχώρηση των ΗΑΕ αποτελεί ισχυρό πλήγμα για το μέλλον του ΟΠΕΚ, καθώς αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής του. Ο οργανισμός θα γίνει «δομικά πιο αδύναμος», και η Σαουδική Αραβία θα απομείνει το μόνο μέλος με ουσιαστική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Η εξέλιξη αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί τη συλλογική πειθαρχία των πετρελαιοπαραγωγών χωρών παγκοσμίως, πολλές από τις οποίες θεωρούνται στρατηγικοί αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και να επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου προς όφελός του μέσω ελεγχόμενων περιορισμών στην προσφορά.
Μην ξεχνάμε ότι το Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί φυσικά μέλος του ΟΠΕΚ, ενώ και η Ρωσία έχει συμπράξει με τη Σαουδική Αραβία για τη δημιουργία του διευρυμένου ΟΠΕΚ+, παίζοντας έτσι στρατηγικό ρόλο στις ισορροπίες του πετρελαϊκού κλάδου και τα «παιχνίδια» των τιμών, σε ένα διάστημα που η Μόσχα έχει τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα να εξυπηρετήσει εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία.
Πηγή: Newmoney.gr
Ανάλυση: Γιατί έφυγαν τα Εμιράτα από τον ΟΠΕΚ – Η ρήξη με τη Σαουδική Αραβία και πώς ο πόλεμος στο Ιράν επιτάχυνε τις εξελίξεις
Το Άμπου Ντάμπι σπάει έναν δεσμό μισού αιώνα, αμφισβητεί την ηγεμονία του Ριάντ και στέλνει μήνυμα ισχύος στις χώρες του Κόλπου και τη Δύση
Η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποχωρήσουν τον επόμενο μήνα από τον ΟΠΕΚ δεν είναι μια ακόμη τεχνική κίνηση στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Είναι πολιτική δήλωση -και μάλιστα μία από αυτές που δεδομένα θα παράξουν πολύ σημαντικά και δύσκολα στη διαχείριση αποτελέσματα. Είναι ρήξη με μια τάξη πραγμάτων που, για περισσότερο από μισό αιώνα, επέτρεπε στις μεγάλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες να συντονίζουν την παραγωγή, να συγκρατούν τις τιμές και να εμφανίζονται ως ενιαίο μπλοκ απέναντι στους καταναλωτές, τις αγορές και τη Δύση.
Το Άμπου Ντάμπι δεν φεύγει από τον ΟΠΕΚ, επειδή δεν έχει πια ανάγκη το πετρέλαιο. Φεύγει, επειδή θεωρεί ότι έχει μεγαλύτερη ανάγκη την ελευθερία κινήσεων. Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη. Τα Εμιράτα είχαν εδώ και χρόνια αφήσει να εννοηθεί ότι οι ποσοστώσεις του καρτέλ περιόριζαν τις εξαγωγές τους. Τώρα, μέσα σε μια περίοδο γεωπολιτικής έντασης, πολέμου με το Ιράν, εκτίναξης των τιμών και απορρύθμισης των θαλάσσιων ροών στον Περσικό Κόλπο, η δυσαρέσκεια γίνεται στρατηγική επιλογή.
Πριν από τον πόλεμο, τα Εμιράτα παρήγαν περίπου 3,6 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα. Δηλαδή σχεδόν το 12% της συνολικής παραγωγής του ΟΠΕΚ. Δεν πρόκειται για περιφερειακό παίκτη μικρής σημασίας, όπως ήταν το Εκουαδόρ ή το Κατάρ, όταν αποχώρησαν από τον Οργανισμό. Πρόκειται για μία από τις πιο προηγμένες, πλουσιότερες και πιο φιλόδοξες οικονομίες του Κόλπου. Μια χώρα που έχει επενδύσει στην ενέργεια, στις υποδομές, τα logistics, την τεχνολογία, τον τουρισμό και την άμυνα. Και που πλέον δεν θέλει να αντιμετωπίζεται ως απλό μέλος ενός πετρελαϊκού καρτέλ υπό τη σκιά του Ριάντ.
Το τέλος της πειθαρχίας
Ο ΟΠΕΚ έχτισε την ισχύ του πάνω σε μια απλή αρχή: η παραγωγή είναι δύναμη, μόνο όταν ελέγχεται συλλογικά. Με ποσοστώσεις, περιορισμούς και συντονισμένες αποφάσεις, οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες μπορούσαν να επηρεάζουν τις τιμές και να λειτουργούν ως αντίβαρο στις μεγάλες καταναλώτριες οικονομίες. Αυτή η εποχή, όμως, είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται -ή, για την ακρίβεια, έχει τελειώσει.
Η άνοδος της αμερικανικής παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου περιόρισε την παλιά παντοδυναμία του ΟΠΕΚ. Η ενεργειακή μετάβαση άλλαξε τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των κρατών. Οι νέες γεωπολιτικές συγκρούσεις έφεραν στις αγορές όχι μόνο το ερώτημα της τιμής, αλλά και το ερώτημα της πρόσβασης. Και ο πόλεμος ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν, μαζί με το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μετέτρεψε την ενέργεια από εμπορεύσιμο προϊόν σε εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού και επιλογής.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα Εμιράτα επιλέγουν να κινηθούν μόνα τους. Ο υπουργός Ενέργειας της χώρας, Σουχαΐλ αλ Μαζρουεΐ, το είπε σχεδόν ωμά: ο κόσμος χρειάζεται περισσότερη ενέργεια και περισσότερους πόρους, και τα Εμιράτα δεν θέλουν να περιορίζονται από καμία ομάδα. Η διατύπωση είναι προσεκτική, αλλά το μήνυμα καθαρό. Το Άμπου Ντάμπι θέλει να αυξήσει την παραγωγή του, να υπηρετήσει τα δικά του εθνικά συμφέροντα και να εκμεταλλευτεί μια αγορά όπου η ζήτηση, ο φόβος και η αβεβαιότητα ανεβάζουν τις τιμές.
Η τιμή του Brent υποχώρησε μετά την ανακοίνωση, αλλά παρέμεινε περίπου 3% υψηλότερα από την προηγούμενη ημέρα. Από τα πρώτα πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, το πετρέλαιο έχει αυξηθεί πάνω από 40%. Η αγορά δεν βλέπει απλώς περισσότερα βαρέλια στον ορίζοντα. Βλέπει ότι ένα από τα πιο σημαντικά μέλη του ΟΠΕΚ εγκαταλείπει τον μηχανισμό πειθαρχίας, ακριβώς τη στιγμή που θα ήθελε να εμφανίζεται ενωμένο.
Η βαθύτερη ρήξη με τη Σαουδική Αραβία
Η ενεργειακή διάσταση είναι μόνο η μισή ιστορία. Η άλλη μισή βρίσκεται στη σχέση των Εμιράτων με τη Σαουδική Αραβία. Δύο χώρες που κάποτε εμφανίζονταν ως σχεδόν φυσικοί σύμμαχοι στον Κόλπο, σήμερα κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Το Ριάντ παραμένει ο de facto ηγέτης του ΟΠΕΚ και επιδιώκει να στηρίξει τις τιμές σε βάθος χρόνου. Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται το πετρέλαιο όχι μόνο ως πηγή εσόδων, αλλά και ως βάση για τη χρηματοδότηση του τεράστιου σχεδίου μετασχηματισμού της οικονομίας της. Τα Εμιράτα, αντίθετα, έχουν ήδη πιο διαφοροποιημένη οικονομία. Το Ντουμπάι και το Άμπου Ντάμπι δεν εξαρτώνται με τον ίδιο τρόπο από την ανάγκη διατήρησης υψηλών τιμών. Γι’ αυτά, ο όγκος παραγωγής μπορεί να είναι σημαντικότερος από τη στήριξη της τιμής.
Αυτό εξηγεί και τη διαφορά στρατηγικής. Η Σαουδική Αραβία σκέφτεται ως ο μεγάλος διαχειριστής της πετρελαϊκής τάξης. Τα Εμιράτα σκέφτονται ως ευέλικτη δύναμη, με κεφάλαια, υποδομές, δυτικές σχέσεις, στρατιωτική προστασία και φιλοδοξία να κινηθούν ταχύτερα από τους υπόλοιπους.
Η σύγκρουση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Τα δύο κράτη έχουν αποκλίνει και σε κρίσιμα περιφερειακά μέτωπα. Τα Εμιράτα έχουν καλλιεργήσει στενότερες σχέσεις με το Ισραήλ. Στην Υεμένη στήριξαν ένοπλες αποσχιστικές δυνάμεις στον νότο, ενώ οι Σαουδάραβες υποστήριζαν την αναγνωρισμένη κυβέρνηση. Στο Ιράν, επίσης, η ανάγνωση δεν είναι απολύτως κοινή. Τα Εμιράτα φιλοξενούν μεγάλη αμερικανική στρατιωτική βάση και έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με χιλιάδες ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones. Η αίσθηση στο Άμπου Ντάμπι είναι ότι οι περιφερειακοί οργανισμοί, από το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου έως τον Αραβικό Σύνδεσμο, δεν αντέδρασαν με την ένταση που απαιτούσε η στιγμή.
Η δήλωση του Ανουάρ Γκάργκας στο Ντουμπάι ήταν χαρακτηριστική: κάθε κράτος του Κόλπου είχε τη δική του πολιτική ανάσχεσης απέναντι στο Ιράν και όλες αυτές οι πολιτικές απέτυχαν. Όταν ένας τόσο υψηλόβαθμος Εμιρατινός αξιωματούχος λέει ότι «όλες οι πολιτικές μας απέτυχαν παταγωδώς», δεν περιγράφει απλώς μια αποτυχία διαχείρισης. Προαναγγέλλει αναθεώρηση στρατηγικής.
Η νέα λογική του Άμπου Ντάμπι
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν εγκαταλείπουν τον ΟΠΕΚ για να απομονωθούν. Τον εγκαταλείπουν για να διαπραγματεύονται από μόνα τους. Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης. Η χώρα θέλει να εμφανιστεί ως «υπεύθυνος παραγωγός», όπως είπε ο Αλ Μαζρουεΐ. Η φράση δεν είναι τυχαία. Απευθύνεται στις αγορές, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ευρώπη, στην Ασία και στους μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας. Τα Εμιράτα θέλουν να πουν ότι, σε μια στιγμή που ο πόλεμος με το Ιράν έχει κάνει το πετρέλαιο πιο ακριβό και πιο αβέβαιο, εκείνα μπορούν να προσφέρουν σταθερότητα. Όχι μέσω του ΟΠΕΚ. Μέσω της δικής τους παραγωγικής δυνατότητας.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη μετατόπιση. Η παλιά λογική του καρτέλ έλεγε ότι η ισχύς βρίσκεται στον περιορισμό. Η νέα λογική του Άμπου Ντάμπι λέει ότι η ισχύς βρίσκεται στην ευελιξία. Στην ικανότητα να αυξάνεις παραγωγή όταν οι άλλοι διστάζουν. Να κλείνεις μακροχρόνιες συμφωνίες όταν οι αγορές φοβούνται. Να εμφανίζεσαι ως αξιόπιστος προμηθευτής όταν τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπονται από θαλάσσια αρτηρία σε γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η έξοδος θα είναι χωρίς κόστος. Ο ΟΠΕΚ χάνει ένα σημαντικό μέλος, αλλά και τα Εμιράτα χάνουν έναν μηχανισμό πολιτικής κάλυψης. Από εδώ και πέρα, κάθε αύξηση παραγωγής, κάθε εξαγωγική επιλογή, κάθε ενεργειακή συμφωνία θα φέρει καθαρά την υπογραφή τους. Δεν θα μπορούν να κρύβονται πίσω από τη συλλογική απόφαση του καρτέλ. Αυτό όμως φαίνεται ότι είναι ακριβώς το ζητούμενο.
Το πλήγμα στον ΟΠΕΚ
Η έξοδος των Εμιράτων έχει και συμβολική και πρακτική βαρύτητα. Συμβολικά, δείχνει ότι ο ΟΠΕΚ δεν είναι πια ο αδιαμφισβήτητος πυρήνας της πετρελαϊκής ισχύος. Πρακτικά, αφαιρεί από το καρτέλ έναν παραγωγό με μεγάλη δυνατότητα αύξησης παραγωγής, διεθνή αξιοπιστία και κεντρική θέση στον Κόλπο. Αν το Κατάρ αποχώρησε κυρίως για να επικεντρωθεί στο φυσικό αέριο και το Εκουαδόρ επειδή δεν είχε το ειδικό βάρος να καθορίσει την πορεία του Οργανισμού, τα Εμιράτα φεύγουν από θέση ισχύος. Δεν εγκαταλείπουν έναν χώρο, επειδή δεν μετρούν. Τον εγκαταλείπουν, επειδή θεωρούν ότι μετρούν περισσότερο εκτός αυτού. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο μήνυμα για τον ΟΠΕΚ. Διότι, αν η αποχώρηση ενός μεγάλου παραγωγού αποδειχθεί επωφελής για το ίδιο το κράτος, τότε θα ανοίξει συζήτηση και για άλλους. Όχι απαραίτητα άμεσα. Όχι με μαζική έξοδο. Αλλά με μια σταδιακή χαλάρωση της πειθαρχίας, όπου κάθε χώρα θα υπολογίζει περισσότερο το δικό της ταμείο, τη δική της στρατηγική και τη δική της σχέση με τη Δύση, την Κίνα ή την Ινδία.
Για τη Σαουδική Αραβία, αυτό είναι σοβαρό πλήγμα. Η ηγεμονία της στον ΟΠΕΚ στηρίζεται όχι μόνο στο μέγεθος της παραγωγής της, αλλά και στην ικανότητά της να επιβάλλει γραμμή στους υπόλοιπους. Όταν ένα κράτος όπως τα Εμιράτα φεύγει, δεν αμφισβητεί απλώς μια ποσόστωση. Αμφισβητεί την ίδια τη σαουδαραβική αρχιτεκτονική επιρροής.
Ο πόλεμος με το Ιράν ως επιταχυντής
Η απόφαση των Εμιράτων δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από τον πόλεμο με το Ιράν. Η σύγκρουση έχει αλλάξει τις προτεραιότητες όλων. Τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, έχουν γίνει ο κρίσιμος κόμβος. Οι τιμές έχουν εκτοξευθεί. Η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών δεν θεωρείται δεδομένη. Και τα κράτη του Κόλπου αναζητούν νέες φόρμουλες επιβίωσης μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ούτε οι αμερικανικές εγγυήσεις ούτε οι περιφερειακοί θεσμοί επαρκούν από μόνοι τους.
Για τα Εμιράτα, η απάντηση είναι διπλή. Από τη μία, στενότερη σύνδεση με τη Δύση και ειδικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, μεγαλύτερη αυτονομία έναντι των περιφερειακών σχημάτων που θεωρούνται αργά, διστακτικά ή δεσμευμένα από σαουδαραβικούς υπολογισμούς.
Η αποχώρηση από τον ΟΠΕΚ είναι, υπό αυτή την έννοια, ενεργειακή προέκταση μιας ευρύτερης εμιρατινής στρατηγικής: λιγότερη αναμονή, περισσότερη πρωτοβουλία. Λιγότερη περιφερειακή πειθαρχία, περισσότερη εθνική αξιοποίηση ισχύος.
Η αγορά βλέπει περισσότερη προσφορά, αλλά και περισσότερη αστάθεια
Βραχυπρόθεσμα, οι αγορές μπορεί να διαβάσουν την απόφαση ως προάγγελο αύξησης προσφοράς. Αν τα Εμιράτα ανεβάσουν την παραγωγή τους, θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στις τιμές, ιδίως σε μια στιγμή που οι καταναλώτριες οικονομίες αναζητούν εναλλακτικές ροές και ασφαλείς προμηθευτές. Όμως η μεγάλη εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η έξοδος ενός μεγάλου παραγωγού από τον ΟΠΕΚ δεν σημαίνει μόνο περισσότερα βαρέλια. Σημαίνει λιγότερο συντονισμό. Και σε μια αγορά που ήδη πιέζεται από πόλεμο, επιθέσεις, αποκλεισμούς και αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ, η μείωση του συντονισμού μπορεί να αυξήσει τη μεταβλητότητα.
Με απλά λόγια: τα Εμιράτα μπορεί να ρίξουν στην αγορά περισσότερο πετρέλαιο, αλλά η ίδια η απόφασή τους δείχνει ότι το σύστημα συλλογικής διαχείρισης της πετρελαϊκής ισχύος γίνεται πιο αδύναμο. Και όταν το σύστημα γίνεται πιο αδύναμο, οι κρίσεις γίνονται πιο δύσκολες στη διαχείριση.
Το τέλος μιας εποχής
Το Άμπου Ντάμπι εντάχθηκε στον ΟΠΕΚ το 1967, πριν ακόμη συγκροτηθούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως ενιαίο κράτος. Η αποχώρηση, επομένως, έχει ιστορικό βάρος. Κλείνει έναν κύκλο που άρχισε στην εποχή της αποαποικιοποίησης, της ανόδου των πετρελαιοπαραγωγών κρατών και της πρώτης μεγάλης πετρελαϊκής ισχύος του αραβικού κόσμου.
Σήμερα, όμως, ο Κόλπος είναι διαφορετικός. Η Σαουδική Αραβία θέλει να παραμείνει ο μεγάλος ρυθμιστής. Τα Εμιράτα θέλουν να γίνουν ανεξάρτητος κόμβος ισχύος. Το Κατάρ έχει επενδύσει στο φυσικό αέριο και στη διπλωματική μεσολάβηση. Το Ιράν χρησιμοποιεί τη γεωγραφία και την απειλή ως μοχλό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν στρατιωτικά παρούσες, αλλά δεν προσφέρουν πλέον την αίσθηση απόλυτης ασφάλειας που προσέφεραν παλαιότερα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έξοδος των Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ είναι κάτι περισσότερο από ενεργειακό νέο. Είναι ένδειξη αναδιάταξης. Το Άμπου Ντάμπι θέλει να προλάβει την επόμενη φάση και να μη μείνει εγκλωβισμένο σε μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν για έναν άλλο κόσμο.









