Ο Άνθρωπος ενώπιον του Θανάτου: Η Ορθόδοξη Θεώρηση της Ευθανασίας | Άγγελου Ασημινάκη, Θεολόγου

0
5

Ο Άνθρωπος ενώπιον του Θανάτου: Η Ορθόδοξη Θεώρηση της Ευθανασίας

Άγγελου Ασημινάκη, Θεολόγου

Η συζήτηση γύρω από τη λεγόμενη «ευθανασία» επανέρχεται ολοένα και πιο έντονα στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς πολλές δυτικές χώρες προχωρούν στη νομιμοποίησή της, παρουσιάζοντάς την ως ανθρώπινο «δικαίωμα». Πίσω όμως από τον νομικό και κοινωνικό διάλογο κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: είναι η ευθανασία ένα απλό ηθικό ζήτημα ή ένα κατεξοχήν υπαρξιακό πρόβλημα που αγγίζει την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με τη ζωή, τον θάνατο και τον Θεό;
Ο ίδιος ο όρος «ευθανασία» αποτελεί ένα οξύμωρο σχήμα. Προσπαθεί να συνδέσει τον θάνατο με το «ευ», δηλαδή με κάτι καλό, εύκολο ή ανώδυνο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πράγματι εύχεται «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά». Υπό αυτή την έννοια, ο καλός θάνατος δεν είναι ξένος προς την εκκλησιαστική εμπειρία. Όμως η Εκκλησία δεν ταυτίζει τον «καλό θάνατο» με την τεχνητή πρόκληση του θανάτου. Ο καλός θάνατος δεν προσδιορίζεται από την ευκολία ή την ανωδυνία του, αλλά από την πνευματική κατάσταση με την οποία τον αντιμετωπίζει ο άνθρωπος: με πίστη, ειρήνη, μετάνοια, υπομονή και ελπίδα στον Θεό.
Γι’ αυτό η Εκκλησία, ενώ εύχεται έναν ειρηνικό θάνατο, τιμά συγχρόνως και τον επώδυνο θάνατο, όταν αυτός βιώνεται με καρτερία και εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Πλήθος αγίων έφεραν βαριές ασθένειες και δοκιμασίες μέχρι το τέλος της ζωής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο θαυματουργός Αγιος Νικηφόρος ο λεπρος, ο οποίος μέσα από τον πόνο και τις κακουχίες ανέδειξε τη δύναμη της πίστεως, της καρτερίας και της υπομονής. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12, 9).

Για την Ορθόδοξη θεολογία ο θάνατος δεν είναι φυσικός προορισμός του ανθρώπου αλλά συνέπεια της πτώσεως. Ο Απόστολος Παύλος τον χαρακτηρίζει «έσχατον εχθρόν» του ανθρώπου (Α΄ Κορ. 15, 26). Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθεί οποιαδήποτε ενέργεια που αποβλέπει άμεσα στην πρόκληση ή στην επίσπευσή του. Η ανθρώπινη ζωή είναι ιερό και θεόσδοτο δώρο. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν. 1, 26-27) και η ύπαρξή του δεν αποτελεί ατομική ιδιοκτησία αλλά δωρεά του Θεού. «Ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. 14, 8). Μόνον ο Θεός είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου.

Η Εκκλησία απορρίπτει κάθε μορφή ενεργητικής ευθανασίας, δηλαδή κάθε σκόπιμη παρέμβαση που αποβλέπει στην πρόκληση του θανάτου για την απαλλαγή από τον πόνο ή την ασθένεια. Όταν αυτή γίνεται με τη θέληση του ασθενούς αποτελεί μορφή αυτοκτονίας ή υποβοηθούμενης αυτοκτονίας· όταν γίνεται χωρίς τη θέλησή του συνιστά φόνο. Παράλληλα, η Εκκλησία αντιμετωπίζει με διάκριση και το ζήτημα της λεγόμενης «παθητικής ευθανασίας», διότι η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί πολλές φορές να παρατείνει μηχανικά τη βιολογική ζωή οδηγώντας σε μια κατάσταση «δυσθανασίας», δηλαδή παρατεταμένης και βασανιστικής επιβίωσης χωρίς ουσιαστική ελπίδα αποκατάστασης.
Η διάκριση αυτή όμως δεν σημαίνει αποδοχή της διακοπής της ζωής ως λύσης. Η αποστολή της ιατρικής δεν είναι να θανατώνει αλλά να θεραπεύει, να ανακουφίζει και να συνοδεύει τον ασθενή με αγάπη και αξιοπρέπεια. Ο Ιπποκρατικός όρκος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οὐ δώσω δὲ οὐδενὶ φάρμακον θανάσιμον». Άλλο πράγμα είναι η παρηγορητική και ανακουφιστική φροντίδα και άλλο η ενεργητική πρόκληση θανάτου.
Στη σύγχρονη κοινωνία η ευθανασία παρουσιάζεται συχνά ως πράξη «αξιοπρέπειας» ή «αυτοδιάθεσης». Στην πραγματικότητα όμως θεμελιώνει την αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να καταστεί απόλυτος κυρίαρχος της ζωής και του θανάτου, υποκαθιστώντας τον ίδιο τον Θεό. Ο νεωτερικός άνθρωπος, εγκλωβισμένος στην ατομικότητά του και απομακρυσμένος από την πίστη, θεωρεί τη ζωή ως προσωπική ιδιοκτησία και τον τερματισμό της ως ατομικό δικαίωμα. Έτσι όμως η ζωή χάνει την ιερότητά της και αξιολογείται με καθαρά χρησιμοθηρικά και ευδαιμονιστικά κριτήρια.
Η επίκληση της λεγόμενης «ποιότητας ζωής» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης. Όταν η ζωή εκτιμάται αποκλειστικά με βάση τη σωματική υγεία, την παραγωγικότητα ή την απόλαυση, τότε ο πόνος και η ασθένεια θεωρούνται χωρίς νόημα. Η Ορθοδοξία όμως βλέπει τον άνθρωπο όχι μόνο ως βιολογική αλλά και ως πνευματική ύπαρξη. Ιδίως μπροστά στον πόνο, στην αγωνία και στον θάνατο, η πνευματική διάσταση της ζωής γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική. Ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί εναντίον του θανάτου, όχι καταστρέφοντας τη ζωή του, αλλά μεταμορφώνοντας τον πόνο μέσα από την πίστη, την αγάπη και την ελπίδα της Αναστάσεως.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η μαρτυρία ανθρώπων που βιώνουν τον πόνο χωρίς να χάνουν την ελπίδα τους.

Ο μοναχός Σωφρόνιος εκ της Ι. Μονής Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου, που πάσχει επί χρόνια από την βασανιστική ασθένεια της αμυοτροφικής πλευρικής σκλήρυνσης (ALS) υπογραμμίζει ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού και όχι ατομική ιδιοκτησία. Μέσα από την προσωπική του δοκιμασία μαρτυρεί ότι η ταπείνωση, η πίστη και η αγάπη μπορούν να μεταμορφώσουν ακόμη και τον πιο βαρύ πόνο σε δρόμο σωτηρίας.
Η νομιμοποίηση της ευθανασίας δεν αποτελεί απλώς μία νομική μεταβολή αλλά βαθιά ανθρωπολογική και πνευματική τομή. Δημιουργεί νέα ήθη στην κοινωνία και μεταβάλλει ριζικά την αντίληψη για τον άνθρωπο, την ιατρική και την αξία της ζωής. Όταν η κοινωνία αποδέχεται ότι ορισμένες ζωές μπορούν να τερματίζονται επειδή κρίνονται «ανάξιες» ή «επώδυνες», τότε ανοίγει ο δρόμος για επικίνδυνες μορφές κοινωνικής ανομίας και απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου.
Για τον Ορθόδοξο χριστιανό δεν υπάρχει απόλυτο αδιέξοδο ούτε απόγνωση. Η απάντηση της Εκκλησίας στον ανθρώπινο πόνο δεν είναι η θανάτωση αλλά η αγάπη, η προσευχή, η φροντίδα, η παρουσία και η ελπίδα της Αναστάσεως. Η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει την ασθένεια και τον θάνατο μέσα από τα μυστήρια, την εξομολόγηση, το ευχέλαιο, τη Θεία Ευχαριστία και τη ζωή της πίστεως.

Το πραγματικό δίλημμα επομένως δεν είναι «ευθανασία ή αξιοπρέπεια», αλλά «ευθανασία ή αθανασία». Η Ορθοδοξία δεν βλέπει τον άνθρωπο ως βιολογική ύπαρξη που οδηγείται στο μηδέν, αλλά ως πρόσωπο πλασμένο για την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό και η τελική απάντηση της Εκκλησίας απέναντι στην ευθανασία δεν είναι ο θάνατος αλλά η ζωή· όχι η απελπισία αλλά η Ανάσταση· όχι η φυγή από τον πόνο αλλά η μεταμόρφωσή του μέσα στο φως του Χριστού, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ