Το λιομάζωμα και τα λιοτρίβια της Κω  

4
2002
Ψαλίδι / Άγ. Γαβριήλ / Εξοχή, Κως

Το λιομάζωμα και τα λιοτρίβια της Κω

 ‘-Ελάτε σηκωθείτε ψήλωσε ο ήλιος στην Ανατολή, τα κοκόρια λάλησαν την Αυγή, και εμείς ακόμη να ξεκινήσουμε για τον ελαιώνα.’

Κάθε μέρα ο αφέντης του σπιτιού, καλούσε όσους μπορούσαν να πάνε για το λιομάζωμα, εκτός από τα Σχολιαρόπαιδα.Φόρτωναν τα κοφίνια, τα καλάθια και τα αδειανά τσουβάλια στα υποζύγια και ξεκινούσαν πουρνό, πουρνό δηλ πρωί, πρωί με το αγιάζι, μέχρι και τις Χαιχούτες. Έστρωναν τα δίχτυα και στρώνονταν αμέσως στη δουλειά, πότε με το κρύο και πότε με το ψιλοβρόχι.

Αν ο ελαιώνας ήταν πάνω από πεντακόσια ή χίλια δένδρα, χρειάζονταν βοήθεια.

Έτσι εργάτες και αργατίνες, σκυμμένες για ώρες μάζευαν μια, μια τις μαύρες ώριμες ελιές χαμάδες, από το νοτισμένο χώμα. Άλλοι ανέβαιναν στα αιωνόβια καρπερά δένδρα, πάνω σε ξύλινες σκάλες, ενώ οι υπόλοιποι τίναζαν ή χτένιζαν με τα χτένια τα κλαδιά της ασημόχρωμης ελιάς, συλλέγοντας με πολύ κόπο τον ευλογημένο καρπό.

Σήμερα έχουν πιο σύγχρονα εργαλεία, για το λιομάζωμα.

Μεσημέριαζε και τότε κάτω από τον αειθαλή ίσκιο της, όσο κρατούσαν οι ωχρές αδύναμες Φθινοπωρινές αχτίνες του ήλιου, άπλωναν την υφαντή κουρελού και το λινό τραπεζομάντιλο.

Το κολατσιό αποτελούσαν, σταρένιο σπιτικό βδομαδιάτικο ψωμί, τυρί κόκκινο της τυριάς, της πόσσας δηλ το κρασσοτύρι. Πρωταγωνίστριες πάντα οι ελιές, ιδίως οι πράσινες, οι τσακιστές του περασμένου χρόνου. Όσοι είχαν την οικονομική άνεση, έφερναν και καμιά κονσέρβα ή κεφτέδες τηγανιτούς. Άλλοι έφερναν γιαπράκια δηλ ντολμαδάκια, μαζί με τσιγαριστές χοιρινές μπουκιές, εφόσον είχαν κάνει τα δικά τους σπιτικά χοιροσφάγια και τις συνόδευαν εκτός από το δροσερό νερό της πηγής, με ντόπιο Ασφενδιανό γλυκό κρασί.

Πριν χαμηλώσει ο ήλιος και νυσταγμένος βυθισθεί στον απέναντι, Αιγαιοπελαγίτικο μπλε ορίζοντα, έπρεπε οι ελιές να έχουν μαζευτεί, αρκετές ώστε να γεμίζουν τα κοφίνια ή τα σακιά.

Μερικές τις ξεχώριζαν για κουμπάνια στο σπίτι, όπως τις πράσινες, που θα τις τσάκιζαν με μια καθαρή πέτρα ή θα τις χάραζαν με τον ‘μπελομάχαιρο’. Ύστερα θα τις γλύκαιναν για μερικές μέρες στο νερό και έπειτα θα τις βύθιζαν στην αλάρμη ή στην άρμη δηλ στο αλατόνερο. Άλλες πάλι τις συντηρούσαν στο λάδι, όπως τις μαύρες και άλλες στο ξύδι. Τις χαμάδες τις αλάτιζαν ή τις κατανάλωναν αμέσως, γιατί ήταν ώριμες και χαλούσαν εύκολα.

Όλες οι υπόλοιπες ελιές, έπαιρναν το δρόμο για το λιοτρίβι. Τότε που τα άλογα μέρα νύχτα με βάρδιες, γύριζαν τις πελώριες μυλόπετρες, για να συνθλίψουν τον ελαιόκαρπο. Ενώ οι παλιές πλάστιγγες μετρούσαν στους γκαζοντενεκέδες, πόσα μόδια ελιάς έβγαζε κάθε ελαιώνας και πόσο λάδι θα έβγαινε από το λιομάζωμα του. Στο εύφορο νησί μας σε όλα τα χωριά, αρχοντικές οικογένειες, έχουν απέραντους ελαιώνες, που τους διατηρούν μέχρι και σήμερα.

Ωστόσο υπάρχουν πολλοί νοικοκυραίοι, που πήραν τον μακρινό δρόμο της πικρής ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες ελαιόδεντρα και ένα έθιμο που ήθελε τις κόρες της οικογένειας, να κληρονομούν με προίκα τον ελαιώνα.

Εκεί στις 8 του Νοέμβρη, έρχονταν η γιορτή των Ασωμάτων Αρχαγγέλων, στο ορεινό Ασφενδιού. Κανένας δεν πήγαινε στον ελαιώνα, γιατί το είχαν για κακό.

Έπρεπε να τιμήσουν τον Ασώματο, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, φέρνοντας από ένα μπουκάλι αγνό λάδι για τα καντήλια και ένα μπουκάλι γλυκό κρασί ‘νάμα’ για τη Θεία Λειτουργία.

Από εσπέρας η Εκκλησιά γέμιζε με πιστούς για τον μεγάλο πανηγυρικό Αρχιερατικό Εσπερινό, ενώ   αργά το βράδυ, η βοτσαλωτή αυλή της Εκκλησίας, πλημμύριζε με κόσμο, που μαζεύονταν για το καθιερωμένο, παραδοσιακό πανηγύρι.

Ντόπιοι λαϊκοί οργανοπαίχτες, όπως ο Γιώργης και ο Μανόλης ο Πόγιας, ο Παντελής ο Σαλαχώρης, οι αδελφοί Γιαλίζη και χορευτές όπως ο Δημήτρης ο Κουσπακίδης, χάριζαν γενναιόδωρα το κέφι   στην μοναδική γιορτή του χωριού.

Η τράπεζα είχε του κόσμου τα καλά, ενώ οι γυρολόγοι ήταν η χαρά των παιδιών και έκαναν χρυσές δουλειές έστω και για μια μέρα.

Την επομένη, όλο το χωριό φορούσε τα καλά του, για να πάει στην Εκκλησιά και να δει από κοντά το Δεσπότη και να πάρει την ευλογία του. Από εκεί να σκορπίσει στα γύρω σπίτια, για να ευχηθεί σε όσες και όσους είχαν τη γιορτή τους.

Κάθε σπίτι σχεδόν είχε από ένα Μιχάλη, Σταμάτη, Ταξιάρχη, Πανορμίτη, Γαβριήλη, Ραφαήλο και Άγγελο, που γιόρταζαν, στήνοντας ένα μικρό σπιτικό γλέντι.

Την άλλη ημέρα πρωί, πρωί επιστροφή στην σκληρή καθημερινότητα.

Οι ελαιώνες γέμιζαν ξανά με εργάτες, που ακούραστα συνέχιζαν να μαζεύουν τον ευλογημένο καρπό.   Γέλια, φωνές, πειράγματα, ακούγονταν όπως και τραγούδια από τις καλλίφωνες και καλλίφωνους, καθώς και κρυφά ερωτικά βλέμματα από τους νέους και τις νέες του χωριού. Μαγειρέματα για προξενιά και κουτσομπολιό, με καυστικά σχόλια για τις άτακτες γυναίκες και τους μπερμπάντηδες άντρες, της μικρής κοινωνίας.

Στο λιοτρίβι οι ελαιοπαραγωγοί, περίμεναν με τις ώρες την σειρά τους, έχοντας έτοιμα τα πήλινα πιθάρια και τα δοχεία λαδιού καλά καθαρισμένα.

Σήμερα το παλιότερο λιοτρίβι της οικογένειας του Κ. Παπαδημητρίου ή ‘Γιωργαρή (από το 1976) εξακολουθεί να συνεχίζει την πλούσια κληρονομιά του και να δουλεύει με σύγχρονα μηχανήματα, στη θέση Μεσαριά. Πιο κάτω το λιοτρίβι του Χ. Χατζηπέτρου στον Λινοπότη, και πιο πέρα στο Μαστιχάρι, το ελαιοτριβείο του Κ. Κουλιά, δέχονται τόνους από τον ευλογημένο καρπό, για να αποδώσουν τον υγρό χρυσό.

Το λιομάζωμα, κάνει ένα ακόμη διάλειμμα στις μεγάλες Χριστουγεννιάτικες Γιορτές και συνεχίζεται μέχρι και τον Φεβρουάριο.

Ύστερα οι κατάκοποι λεσπέριδες, οι κτηματίες και ελαιοπαραγωγοί, ξεκουράζονται για λίγο στους παραδοσιακούς ανδρικούς καφενέδες.

Ανάμεσα στο αχνιστό καφεδάκι και στο σέρτικο τσιγάρο, με το κομπολογάκι στα ροζιασμένα τους χέρια, μπαίνει η συζήτηση για το μαξούλι, δηλ τη σοδειά, πλούσια ή φτωχή. Εκεί στον ασταμάτητο θόρυβο από το τάβλι και τα χαρτιά, με έπαθλο ένα υποβρύχιο βανίλιας, οργανώνουν τις δουλειές τους για το επόμενο λιομάζωμα. Πως θα κλαδέψουν τις ελιές και πως τα ξύλα θα χρησιμοποιηθούν για το τζάκι, για την παρασκιά, για το φούρνο.

Πως θα τις προλάβουν πριν ο δάκος τις προλάβει, πως θα περιποιηθούν, θα σκάψουν και θα φροντίζουν τον ελαιώνα τους, έτσι για να καυχιούνται ο ένας στον άλλο πόσα πολλά μόδια ελιάς ή γκαζοντενεκέδες πολυτίμου λαδιού έβγαλαν. Φυσικά, κρατούσαν όσο λάδι χρειάζονταν για την σπιτική τους κουμπάνια και το υπόλοιπο το διάθεταν στο εμπόριο.

Ξανθίππη Αγρέλλη

 

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Πολύ όμορφο και επικαιρο θέμα αυτή την εποχή Ξανθιππη μου,το μάζεμα της ελιάς.Απο μικρό παιδί μ’αρεσε πάντα αυτή η ασχολία,θυμάμαι τα σαββατοκυριακα που δεν είχαμε σχολείο,πηγαιναμε με τους γονείς και τους παππουδες μας στις ελιές.Κάθε οικογένεια έπρεπε να βγάλει το λάδι της χρονιάς,την λεγόμενη «κουμπανια».Η περίοδος της συγκομιδης της ελιάς συνδεόταν πάντα με την γιορτή του Ασωματου μας που ολοι οι Ασφενδιανοι την τιμουμε κάθε χρόνο με την πρεπουσα μεγαλοπρέπεια.

  2. ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ. ΕΧΩ ΝΑ ΠΡΟΣΘΕΣΩ ΠΩΣ ΟΙ ΦΩΤΟ ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΑΡΗΣ ΘΥΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΛΙΟΤΡΙΒΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΣΩΜΑΤΟΥ ΕΚΕΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΚΑΛΙΚΟ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΟΤΡΙΒΙ ΤΟΥ ΘΥΜΑΝΑΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ. ΚΑΛΗ ΣΟΔΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ….

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.