
Στις 10 Φεβρουαρίου 2026, ημέρα Τρίτη και εορτή του Αγ. Χαραλάμπους, βρεθήκαμε στον μεγαλοπρεπή ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ερμούπολη της Σύρου, όπου διακονεί ο Δωδεκανήσιος (Συμιακός) π. Κωνσταντίνος Κοντός. Εκεί ακριβώς, που συναντηθήκαμε πριν σαρανταπέντε χρόνια για πρώτη φορά (τριήμερο Καθαράς Δευτέρας) κατόπιν, όχι μόνον επιθυμίας, αλλά πείσμονος επιμονής μου να γνωρίσω την νεοκλασική πρωτεύουσα των Κυκλάδων, ως εξ αγχιστείας νέα Κυκλαδίτισσα.
Τότε για πρώτη φορά προσκυνήσαμε την περίπτυστη εικόνα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, χωρίς φυσικά να το γνωρίζομε, αν και το ανήσυχο και έμπειρο μάτι του Μαστορόπουλου διείδε πως πρόκειται για εικόνα πολύ σημαντική. Μεσολάβησαν πολλά και κυρίως διετία σχεδόν μέχρι την οριστική ανακοίνωση, η οποία και προκάλεσε «σεισμό», θα έλεγα, στην διεθνή κοινότητα από απόψεως επιστημονικής, καλλιτεχνικής, εθνικής και οικονομικής. Όλα όμως αυτά, γνωστά τε και άγνωστα για τον μεγάλο ΈΛΛΗΝΑ, σε μια άλλη ευκαιρία. Για την ώρα, θα ήθελα να σχολιάσω την συγκινητική συνάντηση στην εκκλησία της Κοιμήσεως εν ώρα εσπερινού και Θείας Λειτουργίας. Τα σημάδια του χρόνου ολοφάνερα εκατέρωθεν, μα τα συναισθήματα αειθαλέστατα.
Η μνήμη ανθίσταται σθεναρά. Τα ξαναζήσαμε όλα, σαν να ήταν χθές. Ο π. Κων/νος νέος τότε, μελαχροινός, ευθυτενής, με ερυθρές τις παρειές, στεκόταν με δέος μπροστά στις σχετικές παρατηρήσεις- απόψεις και γενικότερα στα όσα άκουγε. Σήμερα, στεκόμαστε εμείς με δέος μπροστά στον ακούραστο και ασκητικό πρεσβύτη, που υπηρετεί με τέτοια αυταπάρνηση και με γλυκό κι αστείρευτο χαμόγελο την εκκλησία και τους πιστούς της, καίτοι «πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον έχων». Η γαλήνη και η κατάνυξη που σου δημιουργεί αυτός ο εν ζωή άγιος π. Κων/ος σε καθηλώνουν να παρακολουθήσεις την Θεία Λειτουργία απνευστί. Μοναδικοί ιεροψάλτες ο επίσης εξαίρετος και μουσικολογιώτατος στενός του συνεργάτης διάκονος Βασίλειος, καθώς και ο Γεώργιος Μαστορόπουλος. Οι πιστοί ελάχιστοι. Η εμπειρία συγκλονιστική και αξέχαστη. Και το πιο σημαντικό απ΄όλα: Ο ταπεινός λευίτης λειτουργεί καθημερινά, λες και βρίσκεται σε μοναστήρι, και δή Αγιορείτικο, αθόρυβα, με ή χωρίς πιστούς.
Πριν κλείσω το παρόν σημείωμα θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά στην του Κερδώου Ερμού πόλιν, την λεγομένην ως εκ τούτου Ερμούπολιν, πρωτεύουσαν του Νομού Κυκλάδων, κέντρο της νήσου Σύρου και έδρα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Υποθέτω πως όλοι, λίγο πολύ, την γνωρίζουν και την έχουν επισκεφθή. Ας είναι λοιπόν η αναφορά μου μία προσφορά σε όσους δεν είχαν την δυνατότητα ή την τύχη να την επισκεφθούν. Η Ερμούπολη είναι μία πόλη γοητευτική, που σε κερδίζει με την πρώτη ματιά. Και να σκεφθή κανείς ότι δημιουργήθηκε εκ του μηδενός από πρόσφυγες, κυρίως Χιώτες και Ψαριανούς, μέσα σε μια γενιά! Αλλ΄αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Το ευρύχωρο και ασφαλές λιμάνι της συνετέλεσε στο ανθηρό της παρελθόν, που έχει αφήσει παντού τα απομεινάρια του. Ο υπέροχος κτιριακός της πλούτος, με αποκορύφωμα το θέατρο, το Δημαρχείο μαζί με την τεράστια πλατεία, οι επιβλητικοί ναοί της, ο διάσπαρτος γλυπτός διάκοσμος, τα νεώριά της, οι ιστορικές τεράστιες αποθήκες της με τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα και τα ακτινωτά κάγκελλα, τα επιβλητικά αρχοντόσπιτά της με πανύψηλε πόρτες και χαριτωμένα ρόπτρα, τα γραφικά σοκάκια της, τα πλακόστρωτά της, οι τεράστιες μαρμάρινες κλίμακες και όλη εν γένει η περίτεχνη αρχιτεκτονική της είναι αξιοθαύμαστη. Η αίγλη του παρελθόντος πλανάται παντού. Επιβλητικές Αναγεννησιακές τοξοστοιχίες, κίονες, κιονόκρανα, αετωματικά τρίγωνα, μαρμάρινα φουρούσια, μαρμαροδόμητες όψεις, μαρμάρινες αλλά και μερικές χάλκινες προτομές επιφανών Συριανών του πνεύματος και της τέχνης, καθώς και η υπερυψωμένη κυκλική εξέδρα (στην πλατεία Δημαρχείου) διακοσμημένη με ανάγλυφες μορφές του Ερμή, του κιθαρωδού Απόλλωνα και των εννέα Μουσών του Ηροδότου, όλα αυτά λοιπόν αιτιολογούν απολύτως την προσωνυμία της ως νεοκλασική αρχόντισσα, όχι μόνο των Κυκλάδων, αλλά του Αιγαίου, θα έλεγα.
Πέραν όμως από την πολεοδομική αρμονία της, αξιοζήλευτος είναι και ο φροντισμένος πολιτισμός της καθημερινότητας. Ολοκάθαρη πόλη, καθαρότατες προσόψεις σπιτιών, χωρίς οπτικές πολυποίκιλες επιγραφικές ρυπάνσεις κ.ά. παρόμοια, γενικώς όψη καθαρά Ευρωπαϊκή. Μα και τα φυσικά θέλγητρα του νησιού δεν υστερούν. Οι ήσυχες ακρογιαλιές, οι γραφικοί όρμοι, οι ήπιοι βουνόλοφοι, οι αμφιθεατρικοί οικισμοί, τα περιβόλια με τις στέρνες, τα αμπελάκια, οι άφθονες καππαριές, όλα ενταγμένα, θα έλεγα, σε μια εντυπωσιακή και ισόρροπη σχέση. Μα και ο όποιος τουρισμός δεν έχει βεβηλώσει ούτε την πόλη, ούτε το φυσικό περιβάλλον.
Θα τελειώσω την σύντομη περιγραφή με το εξής λόγιο στοιχείο: Στο κεντρικό σημείο του λιμένος βρίσκεται ο ΕΠΙΒΑΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ (κτίριο εποχής, άνετο, ψηλοτάβανο, με φατνώματα και εσωτερικό φωτισμό στην οροφή, με ελαφρά διακόσμηση, εκθεσιακός χώρος, θα έλεγα) προς εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών. Σε κάποιο σημείο του δυτικού τοίχου αναγράφονται οι Ομηρικοί στίχοι από την Οδύσσεια ο,403-413 (με απόδοση φυσικά και στην Νέα Ελληνική) οι οποίοι αναφέρονται περιγραφικά στην Σύρο, δεικνύοντας έτσι και την αρχαιότητα (πέραν της προϊστορικής ακρόπολης της Χαλανδριανής) αλλά και την Ελληνικότητά της.
Και γεννάται το ερώτημα: Στην Κω, δεν μπορούμε να υποδεχόμαστε τους ξένους με την δήλωση της Ομηρικής μας ταυτότητας; Εννοώ και προτείνω να αναρτήσομε μια πινακίδα με τους στίχους από τον περίφημο Νεών Κατάλογο, όπου αναφέρεται η συμμετοχή μας στον Τρωικό πόλεμο, δηλώνοντας έτσι την αδιάσπαστη συνέχεια των Ελλήνων κατοίκων της Κω, αντί να προβάλομε το ευτελές και ασήμαντο «I LOVE KOS».
Kατερίνα Παπαθωμά-Μαστοροπούλου













