Ο παραιτηθείς διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, και η διευθύντρια των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, ενίσχυσαν με τις θέσεις τους τα επιχειρήματα των Δημοκρατικών, προκαλώντας… πονοκέφαλο στον Αμερικανό πρόεδρο
Αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά σοβαρό μέτωπο, αυτή τη φορά στο εσωτερικό των ΗΠΑ και στον βαθύ πυρήνα του κινήματος υποστηρικτών του MAGA, βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς μέσα σε δύο ημέρες αμφισβητήθηκε από κορυφαίους παράγοντες των Μυστικών Υπηρεσιών, που ο ίδιος είχε διορίσει ως απόλυτης εμπιστοσύνης του, το βασικό επιχείρημα που επικαλείται για τον πόλεμο στο Ιράν: η αμεσότητα του κινδύνου ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Η αμφισβήτηση της δυνατότητας του Ιράν να αναπτύξει πυρηνικά όπλα από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκθέτει σοβαρά τον πρόεδρο Τραμπ εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς κλονίζεται ο δεσμός του με το κίνημα MAGA, ενώ προσφέρονται επιχειρήματα στο Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο ελπίζει ότι οι παλινωδίες του Αμερικανού προέδρου και οι οικονομικές συνέπειες της πολεμικής περιπέτειας στο Ιράν, στις τσέπες των Αμερικανών πολιτών, θα οδηγήσουν σε μεγάλη ανατροπή στα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ.
Στις 5 Φεβρουαρίου 2003, ο Κόλιν Πάουελ, με τη στήριξη του τότε διοικητή της CIA (ομογενή) Τζον Τένετ, μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, παρουσίασε «αποδείξεις» ότι το Ιράκ διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής (WMD) και είχε διασυνδέσεις με την τρομοκρατία, με στόχο να οικοδομηθεί μια επιχειρηματολογία υπέρ του πολέμου. Με την εισβολή των ΗΠΑ, λίγες εβδομάδες αργότερα, η χώρα μπήκε σε μια μεγάλη πολεμική περιπέτεια, χωρίς όμως να βρεθούν ποτέ ίχνη όπλων μαζικής καταστροφής.
Τα «smoking guns» δεν υπήρχαν, αλλά η επιχειρηματολογία για τον πόλεμο είχε ήδη στηθεί.
23 χρόνια αργότερα, το βασικό επιχείρημα για την έναρξη του πολέμου εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου ήταν ακριβώς η άμεση απειλή απόκτησης πυρηνικών όπλων, καθώς και η ανάπτυξη του βαλλιστικού οπλοστασίου, που καθιστούσαν πλέον το Ιράν απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα, αλλά και για τις ίδιες τις ΗΠΑ, όπως ανέφερε επανειλημμένα ο πρόεδρος Τραμπ.
Τα πυρά που αμφισβητούν το βασικό επιχείρημα που δικαιολογεί αυτή τη μεγάλη πολεμική επιχείρηση δεν ήρθαν από την Τεχεράνη ή από χώρες που αντιτίθενται σε αυτή τη μορφή πολέμου, αλλά από το ίδιο το στενό επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ.
Πρόσωπα που προέρχονται από τον σκληρό πυρήνα του MAGA, υπέρμαχοι του απομονωτισμού, θεωρούν ότι ο πρόεδρος Τραμπ οφείλει να μην εμπλέξει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο μακριά από τα σύνορά τους για λογαριασμό άλλων, με σαφή αναφορά στο Ισραήλ.
Το πρώτο «ρήγμα» στην επιχειρηματολογία του Τραμπ προκάλεσε ο Τζο Κεντ, διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας (National Counterterrorism Center), ο οποίος παραιτήθηκε την Τρίτη, δηλώνοντας ότι «δεν μπορεί με καθαρή συνείδηση» να στηρίξει τον πόλεμο της κυβέρνησης Τραμπ, επικαλούμενος αμφιβολίες σχετικά με τη δικαιολόγηση των στρατιωτικών πληγμάτων στο Ιράν. «Το Ιράν δεν αποτελούσε καμία επικείμενη απειλή για τη χώρα μας και είναι σαφές ότι ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο λόγω πιέσεων από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό του λόμπι» τόνισε ο Τζο Κεντ σε δήλωσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Κεντ, πρώην μέλος των Ειδικών Δυνάμεων (Green Beret) και πολιτικός με διασυνδέσεις με την ακροδεξιά, ήταν προσωπική επιλογή του Τραμπ για μια κρίσιμη θέση, καθώς ως επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας ήταν υπεύθυνος για έναν οργανισμό που έχει ως αποστολή την ανάλυση και τον εντοπισμό τρομοκρατικών απειλών.
Σήμερα, Τετάρτη, ήρθε ένα ακόμη επεισόδιο να προστεθεί σε αυτό το σοβαρό πλήγμα που δέχεται η αξιοπιστία της επιχειρηματολογίας του προέδρου Τραμπ για την επίθεση στο Ιράν, καθώς οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών κατέληξαν ότι το Ιράν δεν βρισκόταν σε φάση επανασύστασης των δυνατοτήτων εμπλουτισμού ουρανίου, που καταστράφηκαν πέρυσι από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Η Τούλσι Γκάμπαρντ, σύμμαχος του Τραμπ και προσωπική επιλογή του για τη θέση της διευθύντριας των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών (Director of National Intelligence), δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα, παρά έδωσε απαντήσεις, καταθέτοντας στο Κογκρέσο μαζί με άλλους αξιωματούχους.
Αναφερόμενη στην κατάθεσή της για την επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν τον Ιούνιο, δήλωσε ότι η ηγεσία του Ιράν παρέμεινε άθικτη, αλλά «ως αποτέλεσμα της Επιχείρησης Midnight Hammer, το πρόγραμμα εμπλουτισμού πυρηνικών του Ιράν εξαλείφθηκε». Πρόσθεσε μάλιστα ότι «δεν έχουν υπάρξει από τότε προσπάθειες για την ανασυγκρότηση της ικανότητας εμπλουτισμού τους».
Σύμφωνα με ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, όταν πιέστηκε να επαναλάβει τη δήλωση αυτή μπροστά στις κάμερες, είπε ότι δεν είχε αρκετό χρόνο να διαβάσει πλήρως την κατάθεσή της, χωρίς όμως να αμφισβητήσει την εκτίμηση.
Μετά την επίθεση του περασμένου Ιουνίου, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι οι ΗΠΑ κατέστρεψαν πλήρως τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Ωστόσο, μήνες αργότερα δικαιολόγησε τη νέα επίθεση, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη απείχε μόλις εβδομάδες από την κατασκευή πυρηνικής βόμβας.
Οι Δημοκρατικοί επέκριναν τη Γκάμπαρντ, υποστηρίζοντας ότι δεν απέδειξε πως το Ιράν αποτελεί απειλή, πέρα από αυτήν που υφίσταται από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Η ίδια παραδέχθηκε ότι, παρά τα πλήγματα, η Ισλαμική Δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί, ενώ μετέφερε την εκτίμηση των αμερικανικών υπηρεσιών ότι «το καθεστώς στο Ιράν παραμένει άθικτο, αλλά αποδυναμωμένο».
Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ, ερωτηθείς για τις επιπτώσεις από την αύξηση των τιμών, απάντησε ότι «πολιτικά υπάρχει ανησυχία, αλλά πρέπει να κάνω το σωστό».
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει διχάσει τη βάση του κινήματος MAGA, ανάμεσα σε όσους που στηρίζουν τον Τραμπ και σε εκείνους που θυμίζουν την υπόσχεσή του να τερματίσει τους πολέμους. Την ίδια στιγμή, όχι μόνο ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν έχει λήξει, αλλά η σύγκρουση στο Ιράν φαίνεται να ενισχύει ακόμη περισσότερο τον Βλαντίμιρ Πούτιν, καθιστώντας πιο απομακρυσμένο το ενδεχόμενο τερματισμού του.











