Σεισμικό «check up» στα κτίρια της Ελλάδας: Οι ευάλωτες περιοχές και οι γερασμένες κατασκευές, τι λέει καθηγητής του ΕΜΠ

0
20

«Το 30% έχει χτιστεί χωρίς κανέναν αντισεισμικό κανονισμό», λέει στο protothema o καθηγητής Αντισεισμικών Κατασκευών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Κωνσταντίνος Σπυράκος – Η περίπτωση της Αττικής και των άλλων μεγάλων αστικών κέντρων

  • Η ποιότητα του κτιριακού αποθέματος καθορίζει τις συνέπειες ενός σεισμού, με παλαιότερες κατασκευές να αυξάνουν την έκθεση σε ζημιές.
  • Εξετάζεται νέος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας για την Ελλάδα, ο οποίος θα επαναπροσδιορίσει τις απαιτήσεις σχεδιασμού των κατασκευών.
  • Περίπου το 80% του κτιριακού αποθέματος έχει κατασκευαστεί με παλαιότερους κανονισμούς ή χωρίς κανέναν, ενώ μόλις 10-15% είναι κατασκευές μετά το 1990.
  • Το εκτιμώμενο κόστος των βλαβών σε υφιστάμενα κτίρια ανέρχεται περίπου στα 110 δισεκατομμύρια ευρώ σε περίπτωση ισχυρού σεισμού.
  • Η Αττική, η Θεσσαλονίκη και η Πάτρα παρουσιάζουν ιδιομορφίες λόγω πυκνής δόμησης, εδαφικών συνθηκών και παλαιών κατασκευών, απαιτώντας ξεχωριστή αντιμετώπιση.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Protothema.gr on Google

Η σεισμική δραστηριότητα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού χώρου, ωστόσο η ένταση ενός σεισμού δεν είναι από μόνη της εκείνη που καθορίζει τις συνέπειες. Το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής συνδέεται άμεσα με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του κτιριακού αποθέματος, το οποίο στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανομοιογενές.

Πολυκατοικίες προηγούμενων δεκαετιών, κατασκευασμένες με παλαιότερους αντισεισμικούς κανονισμούς, συνυπάρχουν με νεότερα κτίρια υψηλότερων προδιαγραφών, δημιουργώντας μια σύνθετη εικόνα ως προς την πραγματική αντοχή των κατασκευών.

Σε αρκετές περιοχές, το παλιό κτιριακό απόθεμα αυξάνει την έκθεση σε ζημιές, ανεξάρτητα από το επίπεδο της σεισμικής δραστηριότητας, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες που εξακολουθούν να υπάρχουν σε μεγάλο μέρος των κτιρίων. Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το πού θα εκδηλωθεί ένας ισχυρός σεισμός, αλλά κυρίως το πού οι επιπτώσεις του ενδέχεται να είναι πιο έντονες.

Όπως λέει στο protothema.gr ο καθηγητής Αντισεισμικών Κατασκευών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Κωνσταντίνος Σπυράκος, στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ομάδες επιστημόνων έχουν ανοίξει τη συζήτηση για την αναθεώρηση του αντισεισμικού πλαισίου, στο περιθώριο και της επικαιροποίησης των ευρωπαϊκών κανονισμών. Όπως αναφέρει, εξετάζεται ένας νέος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας για την Ελλάδα, ο οποίος θα επαναπροσδιορίσει τις μέγιστες σεισμικές επιταχύνσεις και κατ’ επέκταση τις απαιτήσεις σχεδιασμού των κατασκευών.

Οι «κόκκινες» περιοχές

Σύμφωνα με τον ίδιο, «σήμερα οι υψηλότερες απαιτήσεις αντισεισμικού σχεδιασμού εντοπίζονται στην Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και ευρύτερα στα νησιά του Ιονίου, λόγω της έντονης σεισμικής δραστηριότητας που καταγράφεται στην περιοχή». Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνει, «οι αλλαγές που προκύπτουν από τον νέο σεισμολογικό χάρτη οδηγούν σε αυστηρότερες προδιαγραφές και για τη Δυτική Ελλάδα, τον Κορινθιακό Κόλπο και τη Βόρεια Πελοπόννησο, περιοχές όπου η σεισμικότητα συνδυάζεται με σημαντική παρουσία παλαιότερων κατασκευών».

Σεισμικό «check up» στα κτίρια της Ελλάδας: Οι ευάλωτες περιοχές και οι γερασμένες κατασκευές, τι λέει καθηγητής του ΕΜΠ
Χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας

Η επικαιροποίηση αυτή, σύμφωνα με τον καθηγητή, βασίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και στον νέο ευρωπαϊκό αντισεισμικό κανονισμό, με στόχο μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση του σεισμικού κινδύνου στη χώρα.

Παράλληλα, ο κ. Σπυράκος υπενθυμίζει ότι ο πρώτος αντισεισμικός κανονισμός στην Ελλάδα θεσπίστηκε το 1959, ενώ σήμερα ισχύει ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός του 2000, όπως αναθεωρήθηκε το 2003, για τον σχεδιασμό νέων κτιρίων.

Κλείσιμο

Για την αποτίμηση και ενίσχυση υφιστάμενων κατασκευών εφαρμόζονται πλέον ο Κανονισμός Επεμβάσεων (ΚΑΝ.ΕΠΕ.) και ο ΚΑΔΕΤ για τις κατασκευές από φέρουσα τοιχοποιία, με τις πιο πρόσφατες αναθεωρήσεις τους το 2022.

«Το 30% του κτιριακού αποθέματος έχει χτιστεί χωρίς κανέναν αντισεισμικό κανονισμό»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην κατάσταση του κτιριακού αποθέματος, καθώς όπως υπογραμμίζει περίπου το 80% των κατασκευών στη χώρα είτε δεν έχει σχεδιαστεί με αντισεισμικό κανονισμό, είτε βασίζεται στους πρώτους κανονισμούς που ίσχυαν από το 1959 έως το 1985.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «το 30% των κτιρίων πανελλαδικά έχουν σχεδιαστεί χωρίς κανέναν αντισεισμικό κανονισμό και αφορούν κατασκευές που χτίστηκαν πριν από το 1959, ενώ ένα ποσοστό άνω του 50% έχουν κατασκευαστεί με τον πρώτο αντισεισμικό κανονισμό που ίσχυσε από το 1959 μέχρι το 1985», επισημαίνοντας ότι συνολικά πρόκειται για περίπου το 80% του κτιριακού αποθέματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο καθηγητής του ΕΜΠ στο protothema.gr περίπου το 50% των κατασκευών είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ το 40% αφορά κατασκευές από τοιχοποιία, οι οποίες εμφανίζουν και τη μεγαλύτερη τρωτότητα, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν σχεδιαστεί με αντισεισμικά κριτήρια.

Όπως υπογραμμίζει, πρόκειται για το πιο ευάλωτο τμήμα του κτιριακού αποθέματος, κυρίως στην ελληνική ύπαιθρο αλλά και σε παλαιούς αστικούς πυρήνες, όπου συναντώνται επίσης διατηρητέα και παλαιά κτίρια.

Παράλληλα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, υπενθυμίζει ότι «οι ασφαλέστερες κατασκευές είναι εκείνες που έχουν μελετηθεί και κατασκευαστεί μετά το 1990, οι οποίες όμως αντιστοιχούν μόλις στο 10–15% του συνολικού κτιριακού αποθέματος». Όπως τονίζει σε άλλο σημείο της συζήτησης «το εκτιμώμενο κόστος των βλαβών σε υφιστάμενα κτίρια ανέρχεται περίπου στα 110 δισεκατομμύρια ευρώ, σε περίπτωση ενός ισχυρού σεισμού πανελλαδικά».

Ενεργειακή αναβάθμιση ταυτόχρονα με αντισεισμική ενίσχυση

Σύμφωνα με τον ίδιο ως πρώτο μέτρο  θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ηπιότερες παρεμβάσεις, κατά τα πρότυπα χωρών με υψηλή σεισμικότητα όπως η Ιταλία, μέσω κινήτρων και στοχευμένων προγραμμάτων, ώστε να ενισχυθούν τα πιο ευάλωτα κτίρια και να μειωθεί ο κίνδυνος εκτεταμένων καταστροφών».

Στο πλαίσιο αυτό, θέτει και το ζήτημα της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων σε συνδυασμό με την αντισεισμική ενίσχυση, επισημαίνοντας ότι τα δύο προγράμματα θα πρέπει να λειτουργούν παράλληλα.

Τι ισχύει στην περίπτωση της Αττικής και των άλλων μεγάλων αστικών κέντρων

Αναφερόμενος στην Αττική, ο καθηγητής επισημαίνει ότι πρόκειται για μια περιοχή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, «καθώς συνδυάζει υψηλή πυκνότητα πληθυσμού και έντονη δόμηση, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ζημιών σε περίπτωση σεισμού».

Σεισμικό «check up» στα κτίρια της Ελλάδας: Οι ευάλωτες περιοχές και οι γερασμένες κατασκευές, τι λέει καθηγητής του ΕΜΠ

Όπως εξηγεί, «το λεκανοπέδιο της Αττικής παρουσιάζει και σημαντική ιδιομορφία ως προς τις εδαφικές συνθήκες, οι οποίες επηρεάζουν καθοριστικά τη συμπεριφορά των κατασκευών. Επιπλέον, μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος έχει κατασκευαστεί μεταξύ 1960 και 1980, περίοδο κατά την οποία ίσχυαν οι πρώτοι αντισεισμικοί κανονισμοί, ενώ παρατηρούνται και κατασκευές με πιλοτή, στοιχείο που, όπως αναφέρει, μπορεί να αυξήσει την τρωτότητα ορισμένων κτιρίων σε σεισμική καταπόνηση. Γι’ αυτό και απαιτείται ιδιαίτερη και ξεχωριστή αντιμετώπιση».

Αντίστοιχα χαρακτηριστικά, όπως προσθέτει, εμφανίζουν και άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Θεσσαλονίκη και η Πάτρα, τα οποία αναπτύχθηκαν την ίδια χρονική περίοδο και διαθέτουν σημαντικό απόθεμα παλαιών και ευάλωτων κατασκευών.

Γέφυρες και λιμάνια

Τέλος, μιλώντας για τις υποδομές μεταφορών και ειδικότερα για τις γέφυρες, όπου συχνά παρατηρούνται φαινόμενα ελλιπούς συντήρησης, ο καθηγητής του ΕΜΠ επισημαίνει ότι, παρά τον κρίσιμο ρόλο τους για τη λειτουργία του συνολικού δικτύου, οι συστηματικοί έλεγχοι παραμένουν περιορισμένοι.

«Υπάρχει ένα πρόγραμμα ελέγχων, όμως αφορά περίπου 150 γέφυρες από τις χιλιάδες που υπάρχουν στη χώρα», σημειώνει, τονίζοντας ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δεν καλύπτει το σύνολο των αναγκών.

Την ίδια ώρα, ο κ. Σπυράκος υπογραμμίζει ότι οι έλεγχοι δεν θα πρέπει να περιορίζονται αποκλειστικά στη σεισμική συμπεριφορά των κατασκευών, αλλά να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των φυσικών κινδύνων.

Οι υποδομές, όπως αναφέρει, οφείλουν να εξετάζονται ολιστικά, τόσο ως προς τη σεισμική τους επάρκεια όσο και απέναντι σε άλλα φαινόμενα όπως οι πλημμύρες.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις λιμενικές υποδομές, όπου, όπως επισημαίνει, «καταγράφονται επίσης σημαντικά ζητήματα επάρκειας». Ενδεικτικά αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη, «όπου πρέπει να συνυπολογίζονται τα φαινόμενα ρευστοποίησης εδάφους, τα οποία επηρεάζουν τη στατική συμπεριφορά των εγκαταστάσεων».

Ο καθηγητής διευκρινίζει ότι «πρόκειται για γεωτεχνικό φαινόμενο που σχετίζεται με τη στρωματογραφία και τη φύση του εδάφους», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις και συνολική αναβάθμιση των λιμενικών υποδομών, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητά τους απέναντι σε σεισμικά φορτία.

Παλαιότητα, συντήρηση και νέες τεχνολογίες στις κατασκευές

Κλείνοντας, αναφερόμενος στους παράγοντες που επηρεάζουν καθοριστικά τη σεισμική συμπεριφορά των κατασκευών, ο καθηγητής του ΕΜΠ επισημαίνει ότι κρίσιμο ρόλο διαδραματίζουν η παλαιότητα των κτιρίων, αλλά και το επίπεδο της συντήρησής τους, στοιχεία που, όπως τονίζει, σε πολλές περιπτώσεις καθορίζουν την πραγματική αντοχή τους σε συνθήκες σεισμικής καταπόνησης. «Τα θέματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τα διατηρητέα κτίρια και τα μνημεία», σημειώνει.

Παράλληλα, αναφέρεται στις σύγχρονες μεθόδους επισκευής και ενίσχυσης, οι οποίες είναι πλέον λιγότερο επεμβατικές και μπορούν να εφαρμοστούν ακόμη και σε κτίρια που βρίσκονται σε χρήση. Τεχνικές με σύνθετα υλικά και εξελιγμένα συστήματα μόνωσης δίνουν τη δυνατότητα πιο στοχευμένων παρεμβάσεων, χωρίς σημαντική διατάραξη της χρήσης του κτιρίου.

Όπως καταλήγει, σήμερα οι μηχανικοί μπορούν να «ακτινογραφούν» ένα κτίριο χωρίς εκτεταμένες επεμβάσεις, κατανοώντας με ακρίβεια τη δομή και τη συμπεριφορά του. «Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και των σύγχρονων υπολογιστικών εργαλείων έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο σχεδιασμού των ενισχύσεων, προσφέροντας πιο αποτελεσματικές και λιγότερο παρεμβατικές λύσεις σε σχέση με το παρελθόν», σημειώνει.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ