Θεοδόσης Διακογιάννης: Ο «φύλακας άγγελος» του Διεθνούς Ιπποκρατείου Ιδρύματος Κω

0
28

Το Ίδρυμα οφείλει να «ανοιχτεί» στην τοπική κοινωνία για να φέρει τον κόσμο κοντά του

Θέλουν να κάνουν το Ίδρυμα παγκόσμιο και ξεχνούν τους ανθρώπους της Κω

Αστείρευτη πηγή γνώσης της τοπικής λαογραφίας, της τοπικής ιστορίας και των ιδεών του πατέρα της ιατρικής Ιπποκράτη. Φιλομαθής και ακούραστος, αγωνιστής και οραματιστής. Ο λόγος για τον Θεοδόση Διακογιάννη, έναν άνθρωπο στον οποίο δίκαια ανήκει ο χαρακτηρισμός του «φύλακα άγγελου» του Διεθνούς Ιπποκρατείου Ιδρύματος Κω». Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον «Σ», η οποία ομολογουμένως, αν και μεγάλη σε διάρκεια (περί τις τρεις και πλέον ώρες) ήταν απολαυστική, ένα «χάδι» στην ψυχή, μάς μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για το πώς ξενιτεύτηκε και βρέθηκε από την Κω στο Κονγκό μέσω Ιταλίας, για τη ζωή του σε αυτή την αφρικανική χώρα, για την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, για την επαγγελματική του πορεία και βέβαια, για το πώς ξεκίνησε να ασχολείται με τον Ιπποκράτη και αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στο Διεθνές Ιπποκράτειο Ίδρυμα, σε μια προσπάθεια να το καταστήσει «κτήμα» των συμπατριωτών του.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ερ: Κύριε Διακογιάννη, η αγάπη σας για τον Ιπποκράτη, για τη φιλοσοφία γενικότερα, για την ιστορία του τόπου σας πώς προέκυψε;

Θ.Δ.: Ο χρόνος με δίδαξε πολλά, όμως με βοήθησε και η οικογένειά μου. Είχα μια μητέρα, λέω μια μητέρα γιατί ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουνα έξι χρόνων. Η πληγή της απώλειας του πατέρα, η στέρηση του γονιού, μένει μέχρι σήμερα ακόμα που είμαι 85 χρονών. Η μητέρα μου καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια της Καλύμνου. Ήρθε στην Κω, παντρεύτηκε και έκανε τέσσερα παιδιά μέσα σε οκτώ χρόνια γάμου. Κάθε δύο χρόνια και ένα παιδί. Τρεις κόρες και πρωτογιός εγώ. Μετά το θάνατο του πατέρα μου περάσαμε αρκετά δύσκολα χρόνια. Λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου που έφερε πολλές ανατροπές. Η μητέρα μου η φουκαριάρα ξενοδούλεψε, για να μας μεγαλώσει, πολλές φορές. Έστησε αργαλειό και έφτιαχνε κουρελούδες από κομμάτια υφάσματος που τις έφερναν. Ο πατέρας μου ήταν χρυσοχόος. Την τέχνη την έμαθε από τον πατέρα του, ο οποίος όταν ήταν παιδάκι πουλήθηκε ή ενοικιάστηκε, όπως θέλεις πες το, για δέκα χρόνια σε μια ομάδα χρυσοχόων που γύριζαν τότε τα νησιά. Έστηναν ένα εργαστήριο και εξυπηρετούσαν τον κόσμο, να τους κάνουν τις βέρες και τα κοσμήματα που χρειαζόταν η οικογένεια. Ο παππούς μου έζησε δέκα χρόνια δύσκολα σαν παιδάκι.

Ερ: Τι εννοείτε, νοικιάστηκε; Δηλαδή, ήθελαν υπαλλήλους, τους νοίκιαζαν και πλήρωναν τους γονιούς;

Θ.Δ.: Ναι, άλλα χρόνια τότε. Κάνανε μια συμφωνία, για δέκα χρόνια να δουλέψει το παιδί για να πάρει ο πατέρας το ποσό που συμφώνησαν. Γύριζαν τότε όλα τα νησιά και τις παραλιακές πόλεις της Μικράς Ασίας.

Ερ: Για ποια εποχή μιλάμε.

Θ.Δ.: Μιλάμε για τη δεκαετία περίπου του 1850- 1860.Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1894 και ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας. Ο παππούς μου έκανε έξι παιδιά, τρεις κόρες,τρεις γιους και μιακόρη ήταν η μητέρα τουβΣταάτη του Γαμβρελη. ένα όργανο που παίρναμε τα υψόμετρα και βάζαμε καλάμια στο διάδρομο. Οι χρυσοχόοι λοι[πόν εκμεταλλευόντουσαν τα παιδιά που έπαιρναν μαζί τους για βοηθούς. ταν οι Ζαπιεδες, οι Τούρκοι χωροφύλακες είχαν μια καταγγελία γι νοθεία του χρυσού, οι χρυσοχόοι έπαιρναν παλιά κοσμήματα με καλό χρυσάφο 24 καρατίων και δίνανε κοσμήματα με 18 καράτοα, με 16 καράτια, τους έλεγαν τα αφεντικά, εμείς δεν ξέρουμε τίποτα, απλά οι μικροί κάνουμε τις κλεψιες. Και τους κατηγορούσαν και τρώγανε ξύλο. Και ακόμα όταν αγόραζαν πράσα για να κάνουνε φαγητό, τα αφεντικά έτρωγαν το κεφάλι και στα παιδιά έδιναν ταφύλλα. Και έλεγε ο παππούς μου τότε, να π´αω στη Κω να φάω κεφαλή πράσου και ας πεθάνω.

Ερ. Δουλεία δηλαδή.

Θ.Δ. Πραγματική δουλεία. Έτσι ξεκίνησε η οικογένεια μας. Θα σε πάω λίγο πίσω. Ο προ – προ ππάππους γύρω στα 1780, ήταν παπάς στην Αγία Παρασκευή, στο κάστρο, στην Αντιμάχεια. Εκεί γνωρίστηκε με τον Μακάριο τον Νοταρά που είχε εκδιωχθεί από το Άγιο Όρος γιατί ήταν κολλυβάς.

Ερ. Τι σημαίνει κολλυβάς

Θ.Δ. Οι κοολλυβάδες ήταν ένα κίνημα που δημιουργήθηκε όταν χτίζανε στη Μεγάλη Λαύρα το Καθολικό. Οικαλόγεροι πάιρνανε χρήματα από τη Σμλυρνη, από τις άλλες πόλεις της Ελλάδας και της Μ. Ασίας και εις ανταπόδοση έκκαναν μνημόσυνα. Κι έτσι λοιπόν όταν χτίζανε οι καλόγεροι κουρασμένοι όλη την ημέρα να κουβαλούν πέτρες κλπ, τα κόλλυβα που έπρεπε να κάνουν τό Σάββατο σύμφωνα με το λειτουργικό της εκκλησίας, για να ξεκουραστούν λίγο, τα κάνανε την Κυριακή. Από εκεί προέκυψε η διαφπρά των κολλυβων. Ηταν οι κολλυβάδες αυτοί που επεμεναν να γίνουν Σάββατο. Έχω γράψει ένα μικρό βιβλιαράκι «Οι κολλυβάδες της Κω»

 

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Ερ: Θα ήθελα να μιλήσουμε για την μητέρα. Πώς σας μεγάλωσε μέσα σε αυτές τις δυσκολίες;

Θ.Δ.: Ήθελε οπωσδήποτε να μάθουμε γράμματα και υπέφερε όλα αυτά για να τελειώσουμε το γυμνάσιο και εγώ και οι αδερφές μου.

Ερ: Πού ζούσατε;

Θ.Δ.: Μέσα στην πόλη, στην πλατεία Κονίτσης, στην οδό Περίδου. Εκεί ήταν το πατρικό μας σπίτι. Εγώ τελείωσα το γυμνάσιο και άρχισα να ψάχνω για δουλειά. Ο πατέρας μου, όπως σου είπα, ήταν χρυσοχόος μαζί με τον αδελφό του. Το χρυσοχοείο το πήραν από τον πατέρα τους, τον παππού μου, Θεοδόση Διακογιάννη. Ο πατέρας μου ήταν τόσο καλός άνθρωπος, κοινωνικός, με πολλές φιλίες. Να σου πω ότι, στην κηδεία του, όταν περνούσε το λείψανο στη δημοτική αγορά, η ουρά του κόσμου που ακολουθούσε έφτανε μέχρι το λιμάνι. Σαν μια μεγάλη διαδήλωση. Εγώ ήμουνα παιδάκι αλλά θυμάμαι κάποιες συμβουλές του, κάποιες παραγγελίες του, όπως λ.χ. να μην αφήσω τη μάνα μου να δακρύσει καμιά φορά. Πριν αρρωστήσει ακόμα ο πατέρας μου, με πήρε η θεία μου, η μητέρα του Σταμάτη του Γαμβρέλλη και έμενα μαζί της για να μην επιβαρυνθεί η οικογένεια με ακόμα ένα παιδί, να ελαφρώσει δηλαδή τη μάνα μου. Η θεία μου με μεγάλωσε. Η πρώτη δουλειά που έκανα αμέσως μετά τον Ιούνιο που τελειώσαμε το γυμνάσιο, ήτανε ελαιοχρωματιστής με τον Τζίμη τον Τζέγιαννη. Να σου πω ότι, τελείωσα το γυμνάσιο το ’57, έχω γεννηθεί το ‘40. 17 χρονών τελείωσα το γυμνάσιο και όχι 18 όπως οι άλλοι συμμαθητές μου. Ήταν ένας νόμος τότε που το επέτρεπε. Ο πατέρας του Τζίμη ήταν ελαιοχρωματιστής και ζωγράφος. Είχε ζωγραφίσει στο στέκι, ένα καφενείο που είναι απέναντι από την Κάζα Ρωμάνα. Είχε ζωγραφίσει στον τοίχο κάτι οβάλ εικόνες της ζωής με τον πλάτανο. Τα καταστρέψανε αυτά τώρα. Δεν υπάρχουν οι εικόνες αυτές. Δεν ξέρω αν έσωσε κάποιος τις φωτογραφίες. Δουλέψαμε, λοιπόν, όλο το καλοκαίρι και όταν πλάκωσε ο χειμώνας πια και δεν μπορούσε να βρει δουλειές άλλες, με απέλυσε. Εγώ όμως έμαθα τη δουλειά και μια μέρα που ήμουν ανεβασμένος απάνω σε ένα καβαλέτο και έβαφα ένα παράθυρο της θειάς μου, έπαιρνα δηλαδή οικογενειακές δουλειές, σταματά με το ποδήλατο o Φραζάκης Γιώργος που δούλευε στα δημόσια έργα τότε, και μου λέει «ρε συ, ο Μπαλαλής ο Γιάννης ο εργολάβος θέλει ένα γραμματικό. Θέλεις να πας;». Λέω, «πώς δεν θέλω» και μου λέει, «πήγαινε να τον βρεις στο σπίτι του». Πήγα, λοιπόν, συζήτησα με τον άνθρωπο και μου λέει, «σε θέλω για να φτιάχνεις τις καταστάσεις του ΙΚΑ, να κάνεις τις πληρωμές των εργατών και να πηγαίνεις στη Ρόδο στα γραφεία του Νομαρχιακού Ταμείου». Τότε είχε αρχίσει το ΙΚΑ στην πόλη της Κω όχι όμως στα χωριά. Ήθελε να του κάνω τους λογαριασμούς, να κρατώ την αλληλογραφία στην γραφομηχανή κ.λ.π. Έμεινα κοντά του δύο χρόνια περίπου. Μια μέρα μου λέει ότι, πήραμε μια μεγάλη εργολαβία. Να φτιάξουμε το αεροδρόμιο της Κω. Τον προηγούμενο χρόνο είχαμε πάρει μια άλλη μεγάλη εργολαβία, την ασφαλτόστρωση του επαρχιακού δρόμου από το τρίγωνο του Θυμανάκη ως τη λίμνη του Πυλιού. Άσε τις μικρές εργολαβίες. Σχολεία στο Ασφενδιού, σχολείο στην Καρδάμενα, δεν θυμάμαι τώρα σε ποια σημεία, δεξαμενές για την ύδρευση κ.λ.π. Είχε πάντα πολλές εργολαβίες. Έφερε έναν λατόμο από την Ελευσίνα, γιατί χρειαζόμασταν πέτρες που σπούσαμε σε σκύρα για τις μεγάλες εργολαβίες και ανοίξαμε το νέο λατομείο στη λίμνη. Για την εργολαβία του αεροδρομίου, μου είπε ότι, δεν θα τα βγάλουμε πέρα γιατί είναι μεγάλη δουλειά και θα τη δώσει υπεργολαβία σε έναν μεγάλο εργολάβο που έκτιζε τότε τα ξενοδοχεία στη Ρόδο. Ήρθε λοιπόν αυτός εδώ, με σύστησε και μου είπε ότι θα με πάρει. Τότε μου έδινε 2.500 δραχμές. Ήμουνα ο υπεύθυνος για όλο το έργο. Μέχρις ακόμα είχα μάθει και τον χοροστάτη, ένα όργανο που παίρναμε τα υψόμετρα και βάζαμε καλάμια στο διάδρομο. Ο διάδρομος έγινε σε ένα μέρος επικλινές. Και πέρναμε χώματα από την μια πλευρά και τα έφερναν στην άλλη για να φέρομαιτο επίπεδο.

Ερ: Με λίγα λόγια, μάθατε την χρυσοχοεία, γίνατε οικοδόμος, μπογιατζής, μηχανικός…

Θ.Δ.: Έτσι. Δούλεψα μαζί με τον Χριστοφίδη, έτσι τον έλεγαν τον εργολάβο ένα χρόνο περίπου. Στις αρχές ανέβαινα με το ποδήλατο στην Αντιμάχεια κάθε πρωί και γύριζα το βράδυ. Ο δρόμος ήταν άσφαλτος μόνο μέχρι τη λίμνη από εκεί και πάνω για την Αντιμάχεια ήταν με χώμα όπως τον άφησαν οι Ιταλοί. Είχε τότε τους οδοστάτες που φτιάχνανε τους δρόμους. Κάθε χωριό είχε 6-7-10 εργάτες που φτιάχνανε τους δρόμους. Λοιπόν, μετά από κανένα μήνα είχε έλθει τότε στην Κω και με ρώτησε πώς πηγαινοέργομαι. Του λέω, με το ποδήλατο. «Με το ποδήλατο; Κάτσε θα σου στείλω ένα jeep από τη Ρόδο» μου λέει. Ήταν ένα jeep του Αγγλικού στρατού. Ήταν το 1959, δηλαδή, 15 χρόνια μετά από τον πόλεμο. Αυτός είχε βρει ένα jeep του Αγγλικού στρατού και είχε κάνει με λαμαρίνες μια καμπίνα μπροστά για να μην βρέχεσαι όταν έβρεχε και το πίσω το έκαμε σαν καρότσα. Και μπαίνανε, θυμάμαι, δύο βαρέλια πετρέλαιο για τις μπουλντόζες που δουλεύανε στο αεροδρόμιο και εγώ πήγαινα και ερχόμουνα. Ούτε άδειες τότε είχαμε, ούτε τίποτα. Είχα όλη την επίβλεψη του έργου. Βρήκα ένα μπλοκάκι και έγραφα τα μεροκάματα που πλήρωνα στους εργάτες. Μου έστελνε αυτός χρήματα και με αυτά ξοφλούσα τους εργάτες. Τι να σου πω τώρα… Όταν πρωταρχίσαμε τον δρόμο, μαζευτήκανε την πρώτη μέρα καμιά πενηνταριά άνθρωποι, με τα φτυάρια, με τις τσάπες, για να πιάσουν δουλειά. Και τους λέει ο εργολάβος, παιδιά, θα κρατήσω λίγους μονάχα για να φτιάξουμε τη σκάφη που θα πέσει το σκυρόδεμα.

Ερ: Μιλάμε τώρα για μία περίοδο που η Κως ήταν πολύ φτωχή και ο κόσμος έφευγε για το εξωτερικό.

Θ.Δ.: Πάρα πολύ φτωχή. Φουλ έφευγε ο κόσμος. Η Αυστραλία τότε τραβούσε πάρα πολύ κόσμο. Αλλά πηγαίνανε και στη Βραζιλία, στην Αμερική… Για την Αυστραλία, υπήρχαν τα γραφεία της ΔΕΜΕ στην Αθήνα, που πήγαινες, περνούσες από εξετάσεις ιατρικές, σου κάνανε μια συνέντευξη κ.λ.π. Έστειλα την αδερφή μου και ξέρω. Έτσι, λοιπόν, φτάσαμε σε ένα σημείο που στο αεροδρόμιο είχε δρομολογηθεί ο διάδρομος στους μήνες αυτούς που δουλέψαμε με δύο μπουλντόζες. Η μία ήταν της μηχανοκαλλιέργειας, κρατικό μηχάνημα, και η άλλη ήταν του Γιώργου του Χαζηδιαμαντή.

ΠΩΣ ΕΝΑ ΑΜΟΥΣΤΑΚΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΡΩΜΗ.

Ο ξάδερφός μου ο Σταμάτης Γαμβρέλλης, είχε πάει στο Κονγκό. Και μου γράφει μια μέρα ότι, άρχισαν μετά την ανεξαρτησία κάποιες φασαρίες, έφυγαν οι υπάλληλοι της εταιρείας που δούλευε και πρέπει να πάρουν καινούριους υπαλλήλους. Μου είπε ότι μίλησε με το αφεντικό του, τον Ααρών Φράγκο, ο οποίος δέχτηκε να πάω. Και έτσι αποφάσισα πια να αφήσω την δουλειά στην Κω, που ήταν καλή δουλειά τότε. 2.500 δραχμές ήταν πολλά λεφτά. Όταν οι παλιοί υπάλληλοι έπαιρναν από 1000 έως 1200 δραχμές το μήνα, εγώ έπαιρνα τα διπλάσια. Για να καταλάβεις, ο διευθυντής της Εθνικής τράπεζας τότε, δεν υπήρχε άλλη τράπεζα, έπαιρνε 4.000 το μήνα. Και εγώ έπαιρνα 2.500.

Ερ: Golden Boy της εποχής…

Θ.Δ.: Ήμουνα καλοπληρωμένος αλλά είχα τις οικογενειακές μου υποχρεώσεις δούλευα πάρα πολύ. Ειδοποίησα τον εργολάβο ότι θα φύγω και έστειλε έναν υπομηχανικό από τη Ρόδο, τότε υπήρχε το μικρό πολυτεχνείο και βγαίνανε υπομηχανικοί. Του παρέδωσα όλη τη δουλειά και σηκώθηκα και έφυγα.

Ερ: Και πήγες στο Κονγκό.

Θ.Δ.: Περίμενε. Το ταξίδι μου από την Κω, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου που ήταν το Στάνλειβιλ τότε, στο Κονγκό, κράτησε δύο μήνες.

Ερ: Μιλάμε για ποιά χρονιά;

Θ.Δ.: Ήταν το 1960 και έπρεπε να παρουσιαστώ στο στρατό. Είχα περάσει από περιοδεύον και έπρεπε να πάω να υπηρετήσω. Όμως, δεν με έπαιρναν οι ημερομηνίες. Επικοινώνησα τηλεφωνικά με το αφεντικό στη Ρώμη, που ήτανε στη Ρώμη εγκαταστημένος, και του λέω, αυτό και αυτό συμβαίνει, δεν θα μπορέσω να έρθω. Όχι, μου λέει, να φύγεις τώρα που μπορείς. Και έφυγα δύο-τρεις μέρες πριν να παρουσιαστώ. Πήγα με το καράβι στον Πειραιά κι από εκεί στο Πρίντεζι και στη συνέχεια στη Ρώμη. Πήγα ένα πολύ κρυερό πρωινό, ήταν 6 η ώρα, τουρτούριζα, έξω από το σπίτι του αφεντικού και περίμενα με μια βαλίτσα στο χέρι μέχρι τις 8, για να ξυπνήσει ο άνθρωπος, να μην τον ενοχλήσω πρωί-πρωί. Και στις οκτώ η ώρα που λες, χτυπώ πια το κουδούνι, κατεβαίνει εκείνος, με υποδέχεται, με παίρνει απάνω, ένα σαλόνι υπερπολυτελές, αφού φαντάσου ότι οι τάπητες ήταν τόσο μεγάλοι που περισσεύανε από το μέγεθος του δωματίου και τους είχε κάνει ρολό. Μου είπε ότι, δεν μπορούσα να φύγω την ίδια ημέρα, αλλά αργότερα. Μου βρήκε ένα δωμάτιο σε μια πανσιόν, έμενα εκεί και κάθε πρωί πήγαινα στο γραφείο και μάθαινα γραφομηχανή λατινική, γαλλικά. Τότε ήταν τα γαλλικά. Εγώ είχα κάνει όμως μαθήματα γαλλικής στην κ. Τζουλιέτα, τη γυναίκα του Μωής Μένασε και ήξερα λίγα. Έμεινα 25 μέρες στη Ρώμη περιμένοντας να δω αν θα φύγω, πότε θα φύγω κλπ. Όλη αυτή η αγωνία έβγαινα από μέσα μου… Ξυπνούσα πιο νωρίς και πριν πάω στο γραφείο έκανα βόλτες στη Ρώμη που κοιμόταν ακόμα.

Ερ: Ένα χωριατόπαιδο, ένα εικοσάχρονο παλικαράκι, βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη στη Ρώμη. Τι αισθανόσασταν;

Θ.Δ.: Βέβαια είχα αγωνία αν θα φύγω ή όχι. Δεν είχα ούτε τα ναύλα… Θα σε γυρίσω πάλι πίσω. Όταν πηγαίναμε με το καράβι, βρήκα έναν καπετάνιο που είχε αφήσει το πλοίο στη Γένοβα να ξεφορτώσει και ήρθε στον Πειραιά να βρει τη γυναίκα του να περάσει λίγες μέρες μαζί της. Το βράδυ που κάτσαμε να φάμε όλοι μαζί στο τραπέζι εκείνο της τρίτης θέσεως, καθένας έλεγε που πάει, τι κάνει, άλλοι πήγαιναν για Γερμανία, άλλοι αλλού… Μου λέει εμένα, «εσύ βρε πού πας;». Του λέω, εγώ πάω στην Αφρική, στο Κονγκό. «Στο Κονγκό ρε θα σε φάνε οι μαύροι, ρε θα σε σκοτώσουν οι μαύροι ρε, ξέρεις τι γίνεται στο Κονγκό σήμερα, έχει επανάσταση. Έχουν ξεσηκωθεί οι μεν με τους δε». Μου έλεγε εκεί πέρα ιστορίες… Του λέω, άκουσε να δεις, εγώ και να θέλω να γυρίσω πίσω, ούτε τα ναύλα μου έχω να ξαναγυρίσω. Θα πρέπει να πάω. Μου λέει, «πάρε δυο χιλιάδες να κάνεις τα ναύλα σου να γυρίσεις πίσω στη μάνα σου. Και όταν καμιά φορά σου περισσέψουνε λεφτά, να τα στείλεις τη γυναίκα μου σε αυτήν την διεύθυνση». Τέτοια χειρονομία. Με συγκίνησε, αλλά του λέω δεν γίνεται, πρέπει να πάω. Έχω ιστορίες μεγάλες, του λέω, έχω αδερφές να παντρέψω, τότε ήταν όλα αυτά στο πρόγραμμα.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΝΓΚΟ

Μετά από 25 μέρες, που λες, ένα απόγευμα έρχεται το αφεντικό εκεί που έμενα και μου λέει, ετοίμασε τη βαλίτσα σου φεύγεις. Πάμε στο Φιουμιτσίνο, με βάζει σε ένα αεροπλάνο, ήταν τότε οι μεγάλες ντακότες με 4 μηχανές. Ίσα ίσα που σκοτείνιαζε όταν περάσαμε την Μεσόγειο πια και μπαίναμε στην Αφρική. Σκύβω κάτω, βλέπω κι εγώ μια παραλία αμμουδερή, τεράστια. Τα μεσάνυχτα φτάνουμε στο Κάνο της Νιγηρίας. Μου έκανε εντύπωση όταν άνοιξε η πόρτα του αεροπλάνου και βγήκα έξω, εκείνη η μπόχα, η ζέστη που με χτύπησε. Ήτανε Φεβρουάριος του 1960. Μας κεράσανε μια πορτοκαλάδα, βάλανε καύσιμα στο αεροπλάνο και συνεχίσαμε και αντί να πάμε στο Κονγκό, πήγαμε στην Ουζουμπούρα. Η Ουζουμπούρα ήταν η πρωτεύουσα της Ρουάντα Ουρούντι τότε. Η Μπουρούντι που λέμε μετά που έγιναν τα γεγονότα. Πέρασα από το immigration, έδωσα το διαβατήριό μου και με ρώτησαν που πάω. Στο Στάνλειβιλ, απαντάω. Έρχεται ένας της εταιρείας και με τα ψευτογαλλικά μου κατάλαβα ότι δεν υπάρχει θέση σε ξενοδοχείο να με βάλει η εταιρεία γιατί ήταν γεμάτα από πρόσφυγες του Κονγκό που φεύγανε και πηγαίνανε στην Ουζουμπούρα, στο γειτονικό κρατίδιο. Μου είπαν, θα πας σε ένα μοναστήρι καθολικών, θα σε φιλοξενήσουμε εκεί. Πράγματι με πήρε μια καμιονέτα και πήγα σε ένα μοναστήρι τεράστιο. Οι παπάδες μου δώσανε ένα δωματιάκι. Ήταν μια σειρά σαν κελιά στη σειρά. Μου δώσανε, λοιπόν, ένα δωματιάκι, δεν είχε ούτε τουαλέτα, ένα κρεβάτι χωρούσε και ένα νιπτήρα. Έμεινα εκεί περίπου ένα μήνα. Και μια μέρα, ήρθε ένας στη Σαμπένα και μου λέει, «ξέρεις, φεύγεις αύριο το πρωί για το Κονγκό».

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ

Το ταξίδι κράτησε δυόμισι ώρες. Φτάνουμε στο Στάνλειβιλ και με υποδέχεται ο ξάδερφός μου, ο Σταμάτης ο Γαμβρέλλης, Θεός σχωρέσ’ τον, ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος και μέναμε στο σπίτι του αφεντικού μας. Θα σε πάω πάλι πίσω. Όταν ήμουν στον Πειραιά ακόμα, πριν ξεκινήσω για τη Ρώμη, οι εφημεριδοπώλες που τότε κρατούσαν τις εφημερίδες υπό μάλης, φωνάζανε «σκοτώσανε το Λουμούμπα, σκοτώσανε το Λουμούμπα. Επανάσταση…». Τρόμαξα. Αναρωτήθηκα, πού πάω; Αλλά, όπως σου είπα, δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Μέναμε, λοιπόν, στο σπίτι, στη βίλα του αφεντικού, για να την φυλάμε, να την προστατεύουμε. Άσχημες οι πρώτες μέρες. Με έπαιρνε μαζί του στο μαγαζί για να κατατοπιστώ, να δω τι δουλειά θα μου δώσει να κάνω κλπ, γιατί ήταν μια μεγάλη εταιρεία. Είχε τρία υποκαταστήματα στις πιο μεγάλες πόλεις του Κονγκό. Στο Στάνλειβιλ, στο Ελισάβετβιλ, που είναι σήμερα το Λουμπάσι και στην Κινσάσα, την πρωτεύουσα. Τότε ήταν Ελαιόπολβιλ. Μετά τα άλλαξε αυτά ο Μουμπούτου. Την τρίτη μέρα, εκεί που ήμουνα μέσα στο μαγαζί και έβλεπα τα εμπορεύματα, ό,τι μπορούσες να φανταστείς…

Ερ: Συγνώμη που σας διακόπτω, αλλά πείτε μου, τι δουλειά έκανε το αφεντικό;

Θ.Δ.: Γενικό εμπόριο, αλλά ειδικευμένη η επιχείρηση στα εξαρτήματα αυτοκινήτων. Ήταν Ροδίτης και ήξερε πολύ σπασμένα ελληνικά, αλλά Εβραίος στην καταγωγή. Ήταν από αυτούς που φύγανε πριν από το νόμο του Μουσολίνι. Πολύ χρήμα. Πάρα πολύ χρήμα. Εκεί που καθόμουν, λοιπόν, ακούω φασαρία. Οι μαύροι φωνάζανε. Βγαίνω έξω στην πόρτα μαζί με τον ξάδερφό μου και βλέπουμε να περνούν ρέο, αυτά τα αυτοκίνητα του στρατού, γεμάτα με πτώματα. Τους είχανε δεμένους με σκοινιά και κρέμονταν πίσω από την καρότσα… Μάθαμε μετά ότι, από βραδύς είχε γίνει ένας καυγάς στο χωριό, γιατί οι μαύροι δεν μένανε στην πόλη τότε. Ήταν το σύστημα των Βέλγων να μένουν οι μαύροι στα χωριά. Στον καυγά, λοιπόν, οι μαύροι σκοτώσανε έναν στρατιώτη και για παραδειγματισμό, για αντίποινα, ο στρατός σκότωσε τόσους ανθρώπους. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα δούλεψα αρκετούς μήνες. Μετά μου λένε, θα πας στην Κινσάσα, γιατί εκεί η εταιρεία μας είχε αγοράσει μια μεγάλη πορτογέζικη εταιρεία. Εκεί βρήκα έναν διευθυντή πολύ καλό άνθρωπο, τον Εβραίο Γιαΐρ Πιζάντε. Ήταν ξάδερφος του αφεντικού μου ο οποίος μιλούσε ελληνικά και συνεννοούμεθα μια χαρά. Αρχίσανε να έρχονται εμπορεύματα. Από την Αμερική, την Ιαπωνία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ισπανία και όλες οι εκατοσταριές κάσες που ανοίγαμε κάθε μέρα, έπρεπε να τακτοποιηθούν στα ράφια.

Ερ: Πόσα χρόνια μείνατε στην Κινσάσα;

Θ.Δ.: Έμεινα συνολικά 15 χρόνια. Εκεί παντρεύτηκα.

Ερ: Γνωρίσατε εκεί τη γυναίκα σας;

Θ.Δ.: Ναι, ερωτευτήκαμε. Από την Κύπρο είναι η γυναίκα μου. Έκανα τα δύο παιδιά και το 1973 γύρισα στην Κω.

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΩ ΚΑΙ Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ

Σκέφτηκα να κάνω μια δουλειά. Είχα κάποια λεφτά. Για να κάνω ξενοδοχείο, δεν είχα εμπιστοσύνη τότε στον τουρισμό που μια ανέβαινε, μια κατέβαινε. Όμως είχε αρκετό χρήμα η Κως. Είχε αρχίσει μια ανάπτυξη. Ιδίως όταν το 1981 πια άρχισε το Πασόκ να αλλάζει τις συνθήκες κλπ. Σκέφτηκα να κάνω μια κτηνοτροφία. Έβαλα ό,τι λεφτά είχα και έκτισα τα κτίρια στο χοιροστάσιο. Μεγάλα χτίρια, δύο χιλιάδες τετραγωνικά είναι το σύνολο των κτισμάτων. Πήγα στην Κόρινθο αγόρασα τα πρώτα ζώα, κάποιες μάνες και δύο κάπρους και άρχισα τη δουλειά. Ήταν δύσκολα χρόνια, γιατί είχα ξοδέψει όλα τα λεφτά μου. Είχα γνωρίσει στο Κονγκό μια κυρία που είχε έρθει με τον άντρα της, ένας Γάλλος ήταν. Μου είπε, αν χρειαστείς κάτι, να με πάρεις τηλέφωνο. Ήξερα ότι είχε διασυνδέσεις με τη Χούντα. Την παίρνω μια μέρα τηλέφωνο και της λέω ότι αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα. Δεν έχω λεφτά να φέρω τα ζώα, δεν έχω τροφές κ.λ.π. Μου λέει, μη στενοχωριέσαι, θα το φροντίσω εγώ. Έτσι κι έγινε. Με παίρνει μια μέρα τηλέφωνο και μου λέει να πάω στην Αθήνα, στη Βουλή να βρω έναν συνταγματάρχη. Πήγα, τον βρήκα και μου είπε να επιστρέψω στην Κω και θα έχω καλά νέα. Τότε υπήρχε ένα νόμος που έβγαλε η Χούντα για την κατανάλωση του χοιρινού κρέατος. Βγάζανε διαφημίσεις στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο που λέγανε, τρώτε χοιρινό… Παίρνανε δάνεια για χοιροστάσια 45 εκ., 50 εκ.. Λοιπόν, με ειδοποιούν από την Αγροτική Τράπεζα ότι έχω ένα δάνειο και να πάω να το πάρω. Ήταν 2.200.000 δραχμές.

Ερ: Δηλαδή, σας βοήθησε η Χούντα.

Θ.Δ.: Ναι η Χούντα και εγώ ήμουνα αντιχουντικός.

Ερ: Το ότι, σας βοήθησε η Χούντα, δεν σας στιγμάτισε;

Θ.Δ.: Όχι. Είχα σχέση με την κυρία που σου είπα, την κ. Ελένη. Με την Χούντα δεν είχα τίποτα. Πήρα, λοιπόν, αυτά τα λεφτά και ξέρεις πόσα πλήρωσα για να ξοφλήσω; 15 εκατομμύρια!!!

Ερ: Σας πιάσανε και τα πανωτόκια…

Θ.Δ.: Επί Μητσοτάκη, όταν ήταν υπουργός Συντονισμού, το επιτόκιο που πληρώναμε ήταν 18%!!! Σε πέντε χρόνια διπλασιάζεται. Τα κατάφερα σιγά σιγά και την έκανα κερδοφόρα την επιχείρηση. Αγόρασα και χωράφια από τα κέρδη, έχτισα το σπίτι μου. Όλα αυτά μέχρι το 1988 που σταμάτησα την επιχείρηση γιατί άρχισαν να χτίζουν σπίτια δίπλα μου και παραπονιόντουσαν οι άνθρωποι ότι τους ενοχλούσε η μυρωδιά.

Ερ: Σε ποια περιοχή ήταν το χοιροστάσιο;

Θ.Δ.: Από το 1974 μέχρι το ‘88-‘89 ήταν στο Πλατάνι. Τότε δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω. Ήταν όλα χωράφια. Γίνεται ο νόμος, η Μελίνα η συγχωρεμένη τον υπέγραψε, προστασίας του Ασκληπιείου και μου βάζουν ό,τι είχα αγοράσει μέσα στην προστατευόμενη περιοχή και δεν μπορώ πια να χτίσω τίποτα, δεν μπορώ να πουλήσω οικόπεδο και έχω 78 στρέμματα πού κάθονται.

Ερ: Δεν αποζημιωθήκατε;

Θ.Δ.: Όχι. Καμία αποζημίωση. Η χοιροτροφία δεν έπαιρνε τότε επιδοτήσεις. Επιδοτήσεις δίνανε στα μοσχάρια και στα αιγοπρόβατα. Η μοναδική επιδότηση που πήρα εγώ ήταν όταν έφερα από την Ολλανδία όλο το σύστημα αυτόματης τροφοδοσίας στο χοιροστάσιο. Ξόδεψα αρκετά λεφτά για να το εκσυγχρονίσω. Φαντάσου ότι έπαιρνα από την Αμερική ένα περιοδικό, στα αγγλικά ήτανε αλλά μια κοπέλα μου το μετέφραζε, και έδινε οδηγίες για την χοιροτροφία. Έμαθα όλη τη διατροφή του χοίρου. Τις ανάγκες που είχε το ζώο για να μεγαλώσει φυσιολογικά. Με καλαμπόκι, σόγια, πίτουρο. Αυτές ήταν οι βασικές τροφές που χρησιμοποιούσα. Έφτιαξα μια ποιότητα κρέατος, η οποία όλοι οι χασάπηδες, οι ειδικοί, αυτοί που ξέρουν, λένε, ρε που είναι τα χοιρινά του Διακογιάννη. Έφερα μια ράτσα από το Βέλγιο, τα οποία είχαν μαύρες βούλες απάνω στο άσπρο τους δέρμα και τα οποία ήταν τα γουρούνια με τα τέσσερα τεταρτημόρια. Θυμάμαι ακόμα τις ορολογίες. Οι ώμοι τους ήταν όπως το μπούτι, μόνο κρέας. Λίπος δεν έβρισκες καθόλου. Αφού πολλοί έξυπνοι χασάπηδες πουλούσαν τη χοιρινή μπριζόλα για μοσχαρίσια και δεν το έπαιρνε κανείς χαμπάρι…

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

Ερ: Και αρχόμαστε στο 1988 που κλείνετε την επιχείρηση.

Θ.Δ.: Κλείνω την επιχείρηση. Τα τελευταία ζώα που είχα τα πούλησα στους ξενοδόχους του Ατλαντίς. Τότε ήταν μαζί τα δύο αδέρφια. Μετά λοιπόν το 1988, δούλεψα σε μια εταιρεία, την foodko του Κώστα του Καματερού, για ένα χρόνο. Άσχημη ιστορία για μένα. Μετά δούλεψα στο γιο μου, ο οποίος ίδρυσε μια εταιρεία, γενικό εμπόριο, αλλά σε τρόφιμα. Έδινε σε ξενοδοχεία, σε ταβέρνες, σε ρεστοράν, είχε τρία – τέσσερα αυτοκίνητα για τις διανομές… Δούλεψα εκεί μέχρι πριν από 15 χρόνια περίπου. Το 2010 που έγινε το «σπάσιμο» της οικονομίας, ένας μας άφησε απλήρωτες επιταγές 78 χιλιάδες, ένας άλλος 102 χιλιάδες… Χάσαμε σύνολο 220 χιλιάδες και πέσαμε σε μεγάλη δυσκολία. Πήρα τη σύνταξή μου εν τω μεταξύ και λέω της γυναίκας μου, η σύνταξή σου, με αυτά θα περάσουμε. Μέχρι σήμερα δηλαδή με αυτά περνούμε. Τώρα ο γιος μου, κατάφερε και έφτιαξε τα κτίρια του χοιροστασίου και τα ενοικιάζει.

Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ

Ερ: Και ερχόμαστε στο 2010. Είστε συνταξιούχος και χωρίς εργασία. Κάνατε μια τεράστια διαδρομή ζωής που εκτιμώ ότι άνετα μπορεί να γραφτεί βιβλίο. Τι ακολούθησε και φτάσατε στο σήμερα να είστε ο φύλακας άγγελος του ΔΙΙΙΚ; Η αγάπη σας για τον Ιπποκράτη πότε ξεκίνησε;

Θ.Δ.: Ξεκίνησε στην Αφρική. Ξέρεις ότι γράφω και ποιήματα. Τότε διάβαζα πολύ ποίηση και μου έτυχε ένα βιβλίο του Ιπποκράτη, νομίζω ήταν το Περί Διαίτης. Το διάβασα και έμεινα με το στόμα ανοιχτό, έμεινα έκπληκτος… Πώς αυτός ο άνθρωπος λέει ότι, αυτά που τρώμε κανονίζουν τη ζωή του ανθρώπου κ.λ.π.; Άρχισα να ψάχνω, έμαθα για βότανα, είχε τότε ένα πολύ ωραίο ένα περιοδικό «Η Ιστορία» λεγόταν, με ιστορικά θέματα από όλη την Ευρώπη, από όλο τον κόσμο αλλά και ελληνικά πάρα πολλά. Εκεί έμαθα για τα βότανα. Έβγαινα έξω και έβλεπα τη φύση της Αφρικής που ήτανε πλούσια. Το τι είχε δεν μπορείς να φανταστείς. Μετά άρχισα να διαβάζω ό,τι έβρισκα για τον Ιπποκράτη. Όταν ήρθα στην Κω έμαθα πολλά πράγματα για τα βότανα και από γέρους ανθρώπους που μου διηγιόντουσαν ορισμένες θεραπείες που κάνανε οι ίδιοι.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ

Είχε έρθει η αδερφή μου από την Αυστραλία με τον άντρα της και τους κάλεσε ο Παυλίδης σε μια εκδήλωση και ύστερα τους έφερε εδώ στο Ίδρυμα, το οποίο ήταν κλειστό, δεν υπήρχε τίποτα, να τους το δείξει. Μου λέει, λοιπόν, έλα να με βοηθήσεις να το ανοίξουμε τουλάχιστον. Επέμενε πολύ. Μου δίνει ένα κλειδί και έτσι ξεκίνησε. Ερχόμουνα καμιά φορά, ήταν χειμώνας, και έμενα έκπληκτος με την ησυχία που υπήρχε, με την ηρεμία. Σιγά σιγά, έφτιαξα ένα γραφείο, έφερα το κομπιούτερ μου και άρχισα να διαβάζω, να γράφω… Να μην τα πολυλογώ, ερωτεύτηκα το μέρος και αυτός ο έρωτας κρατάει μέχρι σήμερα.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ

Ερ: Από τότε μέχρι σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει πολύ.

Θ.Δ.: Ναι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Υπήρχε το μουσείο, έφτιαξαν τότε το ιατρείο με χρηματοδότηση από τους Λάιονς. Στη συνέχεια φτιάξαμε το φαρμακείο, έφερε σε κιβώτια ο Γερουλάνος τα φιαλίδια, βάλαμε τα βότανα με τις ετικέτες τους και τα τοποθετήσαμε στα ράφια. Να ξέρεις, αυτά τα ράφια δεν μας τα φτιάξε μαραγκός, αλλά ο ίδιος ο Γερουλάνος. Έφερνε μαζί του μια κοπέλα, η οποία ήταν μουσειολόγος, του έδινε ιδέες και αυτός τις εκτελούσε. Βρήκα πολλά βιβλία πεταμένα στις αποθήκες στο υπόγειο σε κάτι ντουλάπια που είχε στα γραφεία. Γνωρίζω μια μέρα τον Χρήστο τον Μόσχο, έναν γιατρό καθηγητή στο Τζέρσει στην Αμερική, από τη Θεσσαλονίκη η καταγωγή του, και του χάρισα ένα βιβλίο. Ήταν τότε που μου είπε ότι είχε στείλει πολλά βιβλία μεγάλης αξίας, αλλά δεν είχαν αξιοποιηθεί. Μου πρότεινε να κάνουμε μια βιβλιοθήκη με λεφτά που θα στείλει από την Αμερική. Πράγματι, μου έστειλε χρήματα. Να σου πω ότι, ερχόταν κάθε καλοκαίρι στην Κω, αλλά αυτή η γνωριμία μας ήταν η τελευταία γιατί μετά αρρώστησε και δεν ξανάρθε στην Κω. Ήταν όμως ευχαριστημένος γιατί του έστελνα φωτογραφίες ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Έστελνε χρήματα στο Ίδρυμα κάθε μήνα σχεδόν. Έπαιρνε τη σύνταξή του και ένα κομμάτι της το έστελνε στο Ίδρυμα, τα οποία χρήματα το Ίδρυμα τα χρησιμοποιούσε για να πληρωθεί η ΔΕΗ, μικροεπισκευές κλπ. Το πάτωμα του υπογείου ήταν σκέτο τσιμέντο. Είχα γνωρίσει τον Πάκη Χριστοδουλίδη ήταν από την Αφρική, δεν ήμασταν στο ίδιο μέρος, αλλά όποτε βρισκόμασταν στο ίδρυμα μιλούσαμε Σουαχίλη έτσι για να περνάει η ώρα. Μια μέρα του λέω, έλα να δεις κάτω τα υπόγεια, να δεις τι ωραίο κτίριο έχουμε, αλλά με προβλήματα. Ήρθε, το είδε και μου λέει, θα το στρώσω με πλακάκια με δικά μου έξοδα. Πληρώνει εργάτες και υλικά για να φτιαχτεί το υπόγειο. Περίπου εξακόσια τετραγωνικά μέτρα. Είναι μεγάλος δωρητής. Μπορεί να μην αγαπά την αυτοπροβολή, να μην φαίνεται, να μην τον προβάλλουν στους μαρμάρινους πίνακες των ευεργετών όμως έχει σε πολλές περιπτώσεις βοηθήσει το ίδρυμα. Επιδιόρθωσε το αποχετευτικό με την εγκατάσταση ισχυρής αντλίας λυμάτων, έφτιαξε την αίθουσα για τους μαθητές του μεταπτυχιακού, κατασκεύασε τα έπιπλα της βιβλιοθήκης και τώρα έχει αναλάβει την κατασκευή της επίπλωσης και την προμήθεια του εξοπλισμού του κιλικίου του ιδρύματος. Σήμερα, ο αντιμαχείτης πρόεδρος του Ιδρύματος, πανεπιστημιακός καθηγητής Παπαντωνίου, είναι ο μόνος που ξοδεύει δικά του χρήματα για τη συντήρηση του κτιρίου, αλλά κάνει και μεγάλο αγώνα για να το διεθνοποιήσει, μαζί με τον άλλο μεγάλο επιστήμονα και γιατρό τον Στέφανο Γερουλάνο.

Ερ: Θυμίστε μου, πότε χτίστηκε το ίδρυμα;

Θ.Δ.: Το 1960 έγινε το καταστατικό. Η θεμελίωση έγινε το 1963 από τον διάδοχο του ελληνικού θρόνου τότε Κωνσταντίνο που έφερε μαζί του τον Κάρολο της Ισπανίας, γαμπρό του που είχε παντρευτεί την αδελφή του Σοφία και ολοκληρώθηκε το 1967. Τότε έγιναν και τα εγκαίνια. Είχε έρθει ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Τσάτσος.

Η ΞΕΝΑΓΗΣΗ

Ερ: Οι σημερινοί επισκέπτες του Ιδρύματος, τι θα δουν; Ποια η ξενάγηση που θα τους κάνετε;

Θ.Δ.: Η ξενάγηση θα ξεκινήσει από τα βιβλία που σώζονται, εκδόσεων του 1620, και του 1657 που έγιναν στη Γενέβη και στη Φραγκφούρτη που τα έχουμε εδώ, θα τους εξηγήσουμε ότι μέσα σε αυτά βρίσκονται και τα 60 συγγράμματα του Ιπποκράτη, ότι με αυτά τα βιβλία η ιατρική διδασκόταν στα πανεπιστήμια της Ευρώπης επί 1000 χρόνια. Δεν υπήρχαν άλλα συγγράμματα ιατρικά. Από το 1000 που ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο στο Σαλέρνο της Ιταλίας και το δεύτερο μετά από 220 χρόνια στο Μονπελιέ της Γαλλίας, ύστερα έγινε του Παρισιού, της Μάντοβα και τα άλλα πανεπιστήμια στην Ευρώπη. Όλα αυτά τα πανεπιστήμια δίδασκαν την ιατρική από τα βιβλία του Ιπποκράτη και του Γαληνού. Μετά τα βιβλία θα δούνε το φαρμακείο του Ιπποκράτη με τα 200 βότανα από τα 243 που αναφέρονται στην Ιπποκρατική Γραμματεία. Μετά θα τους πάμε στο ιατρείο, το οποίο έχει εργαλεία, πρακτικές και όργανα διάφορα του ιατρείου όπως ήταν την Ιπποκρατική εποχή. Μετά θα πάμε στο μουσείο το οποίο έχει τους πίνακες, που από την αρχή μέχρι το τέλος κάποιος μπορεί να πάρει μια ιδέα για την αρχαία ελληνική ιατρική. Έχει αγάλματα, ανάγλυφα, βάζα κ.λ.π. που έχουν σχέση με την υγεία του ανθρώπου και με τη θεραπεία των ασθενειών. Μετά από το μουσείο έχουμε τον βοτανικό κήπο, ο οποίος έχει ένα σωρό περιπέτειες. Ξεκίνησε με δύο Γερμανούς βοτανολόγους. Ο κήπος αρχικά, ήταν γεμάτος με κλαδιά και με τα βότανα που υπήρχαν τότε. Μέσα σε αυτό το πρωτόγονο περιβάλλον, με ενέργειες του Σπύρου Μερκούρη, καθαρίστηκαν από τα κλαδιά ορισμένα μέρη, φτιάχτηκαν παρτεράκια και φυτεύτηκαν τα πρώτα βότανα, πάντα ιπποκρατικά βότανα. Αφού έγινε όλη αυτή η διαδικασία, ήρθε μια βοτανολόγος από την apivita και εμπλούτισε με λίγα βότανα τον κήπο. Από εκεί και ύστερα, ανέλαβαν κάποιοι ξενοδόχοι τη συντήρησή του. Το γκρούπ Κουλλιάς, που έκανε ένα καινούριο σχέδιο με παρτέρια από πέτρες. Τώρα έχει αναλάβει το IKOS να ξαναφτιάξει από την αρχή τον κήπο. Πριν λίγες ημέρες με επισκέφθηκαν τρεις άνθρωποι της εταιρείας IKOS από την Αθήνα να εξετάσουν τους χώρους, να δουν τι μπορούν να κάνουν. Να σου πω ότι, ο κήπος βρίσκεται σε καλή κατάσταση και πιστεύω ότι, θα γίνει μια πολύ σωστή σοβαρή δουλειά για να μπει ο Ιπποκρατικός Κήπος της Κω σε έναν παγκόσμιο σχεδιασμό βοτανικών κήπων.

ΠΟΣΟ «ΓΝΩΣΤΟ» ΣΤΟ ΕΥΡΥ ΚΟΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΙΚ;

Ερ: Κύριε Διακογιάννη, έχω την αίσθηση, για να μην πω τη βεβαιότητα, πως, εάν ρωτηθεί κάποιος, τί είναι το Διεθνές Ιπποκράτειο Ίδρυμα, τί προσφέρει, δεν θα γνωρίζει και πολλά. Εσείς τί πιστεύετε; Ο κόσμος γνωρίζει την αξία του και το τί πρεσβεύει;

Θ.Δ.: Όχι.

Ερ: Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δεν έχει «απλωθεί» αυτός ο πλούτος στον κόσμο, ο οποίος οφείλω να ομολογήσω, έχει μια μοναδικότητα;

Θ.Δ.: Δεν ξέρω. Ξέχασα να σου πω ότι, ιδρυτής του ήταν ο Σπύρος Οικονόμου, ένας γιατρός από την Άρτα ο οποίος σπούδασε στο Μονπελιέ της Γαλλίας, που οι ιπποκρατικές ιδέες εκεί ήταν πολύ έντονες. Ήρθε εδώ, έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, ήταν Ουρολόγος και θεράπων του βασιλιά Παύλου. Ζήτησε να έρθει στην Κω, την πατρίδα του Ιπποκράτη, για να χτίσει αυτό το Ίδρυμα, να φέρνει γιατρούς από όλο τον κόσμο να δίνουν τον όρκο στο Ασκληπιείο και να κάνουν τα συνέδριά τους εδώ. Μετά από τον Σπύρο Οικονόμου, ανάλαβαν οι γιοί του, αλλά αυτοί αυτοί δεν έδειξαν μεγάλο ζήλο, μεγάλο ενδιαφέρον. Ήταν μια κακή διοίκηση, από όσα έχω ακούσει, εγώ δεν τους γνώριζα τους ανθρώπους, ήταν πεθαμένοι όταν ήρθα εγώ. Ακολούθησαν κι άλλες διοικήσεις, από τις οποίες ελάχιστες είναι αυτές που προσέφεραν στο Ίδρυμα. Μέσα σε αυτούς που πρόσφεραν ήταν, ο Κλεάνθης Νικολαΐδης, ο Στέφανος Γερουλάνος, ο Αριστοτέλης Παυλίδης και ο σημερινός, ο Νίκος Παπαντωνίου ο οποίος πράγματι, έχει τη δυνατότητα να μαζεύει κόσμο και γιατρούς από όλο τον κόσμο.

Ερ: Το θέμα όμως είναι, το πώς διαχέεται στην τοπική μας κοινωνία η αξία αυτού που πρεσβεύει το Ίδρυμα. Πώς γίνεται κτήμα της, πώς θα συμμετέχει.

Θ.Δ.: Αυτά τα χρόνια που υπηρετώ εδώ έχουν περάσει τα περισσότερα σχολεία της Κω, έχουν ξεναγηθεί και έχουν απαντηθεί οι ερωτήσεις που υποβάλλουν τα παιδιά. Αλλά και με δημοσιεύματα, για να μπορέσουν να τα διαβάσουν κάπου. Έχουν γίνει επισκέψεις από ομάδες τουριστών, από ομάδες που προέρχονται από άλλες ελληνικές πόλεις, από ομάδες γιατρών και άλλες σημαντικές δράσεις, αλλά παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος είναι κουμπωμένος. Από παλιές διοικήσεις του ιδρύματος, μπορώ να πω αμαρτωλές, το Ίδρυμα έχασε την λαμπρότητα που ήθελε ο ιδρυτής του αφού οι άνθρωποι αυτοί ενδιαφέρονταν για την προσωπική τους προβολή και την επαγγελματική τους άνοδο.

Ερ: Δεν έχει και πολύ άδικο ο κόσμος. Έχει μια ελιτίστικη χροιά το ΔΙΙΚ.

Θ.Δ.: Αυτό που λες είναι. Προσπαθούν να το διεθνοποιήσουν και είναι πολύ δύσκολη δουλειά, θέλει πολύ οργάνωση πολλές γνωριμίες και επαφές με τα ξένα πανεπιστήμια. Με τις εορτές της Ιπποκρατικής εβδομάδας αυτό το έχουν επιτύχει

Ερ: Έχετε, υποθέτω, κάποιες ιδέες για το πώς αυτό μπορεί να ανατραπεί. Το ρωτάω διότι, αυτό που έχω εισπράξει είναι πως, όταν μιλάμε για το Ίδρυμα, το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο μυαλό είναι Διακογιάννης. Σας έχουμε ταυτίσει με το Ίδρυμα. Οπότε, εκτιμώ πως η άποψή σας, η πρότασή σας, γίνεται σεβαστή από τις εκάστοτε διοικήσεις.

Θ.Δ.: Σήμερα όχι. Είμαι μακριά από τις αποφάσεις . Όλες οι συνεδριάσεις του συμβουλίου γίνονται στην Αθήνα. Είναι πολύ δύσκολο να διοικηθεί από μακριά αυτό το υπέροχο ίδρυμα. Για παράδειγμα. Πριν από λίγο καιρό, η υπάλληλος του ιδρύματος έβαλε στο facebook διάφορες φωτογραφίες από επισκέψεις ανθρώπων, σχολείων κ.λ.π. και σε μια από αυτές βάζει και μια φωτογραφία με μαθητές που ήρθαν να μας επισκεφθούν, γράφοντας, το σχολείο τάδε με τον κύριο Διακογιάννη ο οποίος είναι η καρδιά του Ιδρύματος και τους ξενάγησε. Ήδη το είχαν δει 500 φίλοι.

Ερ: Πριν συνεχίσετε, να πω πως, ερχόμενη για τη συνέντευξη, είχα έτοιμο τον τίτλο. «Θ. Διακογιάννης, ο φύλακας άγγελος του Ιδρύματος». Συγνώμη για την διακοπή. Τι έγινε μετά την ανάρτηση στο facebook;

Θ.Δ.: Ζήτησαν να το κατεβάσει. Όταν η κοπέλα ρώτησε γιατί, αφού είχε ανταπόκριση και δείχνει τις δράσεις του Ιδρύματος στον κόσμο, της είπαν πως, υπάρχουν αντιρρήσεις και παράπονα από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου ο οποίος λέει πως αυτό είναι για προσωπική προβολή.

Ερ: Επιτρέψτε μου να πω πως, αυτή η αντίδραση χαρακτηρίζει άνθρωπο με κόμπλεξ κατωτερότητας, κάτι που δεν συνάδει, κατά την δική μου αισθητική, με άνθρωπο του πνεύματος. Επανέρχομαι στην ερώτησή μου. Έχετε κάνει προτάσεις για το πώς θα γίνει ελκυστικό το Ίδρυμα στην τοπική κοινωνία;

Θ.Δ.: Ναι, έχω προτείνει να κάνουμε, όπως παλιά, μουσικές βραδιές, συναυλίες. Έρχεται ο κόσμος και βλέπει από κοντά όλους τους χώρους και αυτό πρέπει να γίνεται συστηματικά και τακτικά. Για τους ανθρώπους της Κω όμως θα μπορούσαν να γίνουν κάποιες γιορτές σε συνεννόηση με τον δήμο και τα χωριά του νησιού. Κάποιες ημερίδες εκπαιδευτικές σε συνεργασία με την Αστική εταιρία ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ. Και άλλες δράσεις που μπορούν να ελκύσουν τους συμπατριώτες μας.

Ερ: Κύριε Διακογιάννη, ήρθα εδώ για να κάνω ένα αφιέρωμα σε εσάς διότι σας έχω ταυτίσει με το Ίδρυμα. Μου δώσατε πολλά στοιχεία, αρκετά από αυτά – δυστυχώς για εμένα – δεν τα γνώριζα. Τόσος πλούτος!!! Τόση γνώση!!! Και δεν έχει γίνει «κτήμα» μας… Τέλος πάντων. Αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο που μου διαθέσατε, θέλω να κλείσουμε την κουβέντα μας με τα βιβλία σας.

Θ.Δ.: Τα βιβλία που έχω γράψει, είναι: ΠΟΙΗΤΙΚΑ: Εκ Νεότητος μου, Καθ΄ οδόν, Προς Αχερουσίαν (Και οι τρείς αυτοί τίτλοι είναι μια φράση. Από τα νιάτα μου στο δρόμο για την Αχερουσία), ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ, 50 ΧΑΙ ΚΟΥ, ΑΦΡΙΚΗ. ΙΠΠΟΚΡΑΤΙΚΑ: ΦΑΡΜΑΚΑ ΒΟΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΗΜΟΠΟΙΟΎΣΕ Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ – ΙΠΠΟΚΡΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Ι – ΙΠΠΟΚΡΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΙ – ΙΠΠΟΚΡΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΙΙ – ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΑ: ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΩ – ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (Ανέκδοτο) – ΟΙ ΚΟΛΥΒΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΩ – Η ΚΩΣ ΤΟΥOLIVIER RAYET (Κώστας Κογιόπουλος, GiuseppinaDilillo-Γιαννάκου, Θεοδόσης Διακογιάννης).

Σημείωση: Αξίζει να αναφέρουμε πως, ο κ. Διακογιάννης έχει δημοσιεύσει στον τοπικό μας Τύπο περί τις 60 εργασίες του.

Πηγή – Εφημερίδα Σταθμός στην Ενημέρωση | https://stathmosnet.gr/

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ