Τοποθέτηση της παράταξης Δω.Πρω.Μη. στην ανακοίνωση του ΥΠΕΝ για τη λειτουργική ενσωμάτωση των ΥΔΟΜ στο Κτηματολόγιο Α.Ε.
Η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη μετονομασία και διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του Κτηματολογίου Α.Ε. σε «Εθνικό Οργανισμό Κωδικοποίησης και Ελέγχου Δόμησης» παρουσιάζεται ως μια θεσμική τομή που υπόσχεται ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και «one-stop-shop» λειτουργία στο σύστημα δόμησης. Η πραγματικότητα όμως απέχει σημαντικά από αυτή τη ρητορική. Αυτή η μεταρρύθμιση, με τη συγκέντρωση κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε έναν ενιαίο φορέα, δεν μπορεί να εξεταστεί εκτός του πλαισίου στο οποίο γεννιέται: την υποστελέχωση των ΥΔΟΜ, τη χρόνια νομοθετική ασάφεια και τις δομικές αδυναμίες του ίδιου του κεντρικού κράτους.
Το Κτηματολόγιο Α.Ε., οργανισμός ήδη υπερφορτωμένος με την τεράστια και ακόμη ανολοκλήρωτη εθνική κτηματογράφηση, διαχρονικά αντιμετωπίζει σημαντικές δυσλειτουργίες και καθυστερήσεις. Η ανάθεση σε αυτόν ενός νέου, ογκώδους και περίπλοκου αντικειμένου αποτελεί μια διαφυγή από την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων των ΥΔΟΜ, παρά μια επίλυσή τους. Τα προβλήματα των ΥΔΟΜ δεν οφείλονται στην θεσμική τους ένταξη στους ΟΤΑ Α΄ βαθμού. Είναι πρωτίστως προβλήματα υποστελέχωσης, έλλειψης μηχανικών, αποχώρησης έμπειρων στελεχών τα τελευταία 15 χρόνια και απουσίας ενός σταθερού, αξιόπιστου σχεδίου ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού τους. Χωρίς επαρκές επιστημονικό προσωπικό, καμία δομική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποδώσει.
Η αποσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων και η ενίσχυση του Α΄ βαθμού αυτοδιοίκησης αποτελούν διαχρονικά θεμέλιο της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης, που είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά (άρθρο 102). Οι ΥΔΟΜ, παρά τις αδυναμίες που προκαλεί η χρόνια υποστελέχωση, έχουν αποδείξει ότι μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά όταν διαθέτουν επαρκές ανθρώπινο δυναμικό, σαφές νομοθετικό πλαίσιο και σταθερή διοικητική υποστήριξη. Αντίθετα, η αποδυνάμωσή τους και η μεταφορά κρίσιμων πολεοδομικών αρμοδιοτήτων σε έναν κεντρικό, υπερσυγκεντρωτικό οργανισμό αντίκειται στο συνταγματικό πνεύμα της αποκέντρωσης και ανατρέπει τον θεμελιώδη θεσμό της τοπικής γνώσης και της άμεσης λογοδοσίας, που είναι απαραίτητοι όροι για την ορθή και ταχεία διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος. Το κράτος οφείλει να ενισχύσει την τοπική αυτοδιοίκηση, όχι να την υποκαταστήσει, καθώς η ανάπτυξη των περιφερειών εξαρτάται από την αποκέντρωση και όχι από τη διαρκή διογκωμένη εξουσία ενός «κεντρικού κράτους των Αθηνών».
Την ίδια στιγμή, το κεντρικό κράτος επιδεικνύει συνεχή απροθυμία να επιλύσει τις νομοθετικές αλληλοεπικαλύψεις, τις αντικρουόμενες ερμηνείες και τη χαοτική πολυνομία που διαμορφώνει το σημερινό πλαίσιο ελέγχου δόμησης. Σημαντικές διαδικασίες εξακολουθούν να καθορίζονται από ασαφή κριτήρια, με αποτέλεσμα διαφορετικές ΥΔΟΜ, ακόμη και διαφορετικοί ελεγκτές εντός της ίδιας υπηρεσίας, να καταλήγουν σε διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό δεν είναι διοικητικό πρόβλημα, είναι πολιτικό. Και αντανακλά μια βαθύτερη αδυναμία του κράτους να επιτελέσει τον επιτελικό του ρόλο με σαφήνεια, συνέπεια, διαφάνεια και ισονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προώθηση ενός συγκεντρωτικού μοντέλου «one-stop-shop» όχι μόνο δεν επιλύει την ουσία των προβλημάτων, αλλά τα εντείνει. Η ορολογία αυτή, δανεισμένη από τον ιδιωτικό τομέα, φανερώνει μια προβληματική θεώρηση του κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών. Αντιμετωπίζονται σαν να είναι απλά «καταστήματα» όπου προσφέρονται υπηρεσίες προς εξυπηρέτηση πελατών και όχι θεσμοί με συνταγματικό κύρος, κοινωνική ευθύνη και υποχρέωση ελέγχου υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Η λογική αυτή οδηγεί αναπόφευκτα στη λήψη αποφάσεων και την παραγωγή διοικητικών πράξεων απομακρυσμένων από την πραγματική κοινωνική και χωρική πολυπλοκότητα κάθε τόπου.
Η ανακοίνωση του ΥΠΕΝ αναφέρει την πρόβλεψη για δημιουργία Μητρώου Ανεξάρτητων Ελεγκτών Δόμησης, πρωτοβουλία η οποία και αυτή κινείται σε αχαρτογράφητο θεσμικό έδαφος. Όταν ο υποχρεωτικός προέλεγχος των αδειών, ένας από τους πιο κρίσιμους και ευαίσθητους πυλώνες της διοικητικής διαδικασίας, ανατίθεται σε εξωτερικούς ανεξάρτητους ελεγκτές που δεν αποτελούν δημόσιο φορέα, προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία του ελέγχου. Η λειτουργία αυτή προσεγγίζει δομές ΣΔΙΤ, όπου ο πυρήνας της δημόσιας εποπτείας μεταφέρεται σε ιδιώτες, ακόμη κι αν αυτό γίνεται μέσω κλήρωσης και μηχανισμών τυπικής αμεροληψίας. Ο κίνδυνος να διαμορφωθεί ένα σύστημα στο οποίο οι διοικητικές πράξεις εκδίδονται ουσιαστικά έξω από το πλαίσιο της δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι θεωρητικός αλλά υπαρκτός και ιδιαίτερα ανησυχητικός.
Απέναντι σε όλα αυτά, η κοινωνία, οι μηχανικοί, οι τοπικές κοινωνίες και οι θεσμικοί φορείς που εργάζονται καθημερινά στον τομέα αυτό, οφείλουν να ζητήσουν μεταρρυθμίσεις που στηρίζονται σε πραγματικές ανάγκες και όχι σε εντυπωσιακές ανακοινώσεις. Πραγματική λύση μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από τη δημιουργία ενός σταθερού, σαφούς και χωρίς συνεχείς μεταβολές θεσμικού υποβάθρου, όπως ένας Εθνικός Πολεοδομικός Κώδικας, ο οποίος θα σέβεται υποχρεωτικά τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, και από την ενίσχυση των ΥΔΟΜ με προσωπικό, ουσιαστική απλοποίηση της νομοθεσίας, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, διαφάνεια και θεσμική συνέπεια. Η προστασία του δομημένου περιβάλλοντος, η ποιότητα των πόλεων και ο σεβασμός στον χώρο δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πειραματισμού ή επικοινωνιακής διαχείρισης.
Η ανακοίνωση της κυβέρνησης μπορεί να παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός», όμως η πραγματική της ουσία είναι η περαιτέρω συγκέντρωση εξουσιών στο κεντρικό κράτος, η απομάκρυνση του ελέγχου από τον τόπο και η εκχώρηση κρίσιμων διαδικασιών εκτός του πυρήνα της δημόσιας διοίκησης. Η χώρα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, αλλά χρειάζεται μεταρρυθμίσεις που σέβονται τη θεσμική λειτουργία του κράτους, τις ανάγκες των υπηρεσιών και τις ιδιαιτερότητες των τοπικών κοινωνιών. Χρειάζεται αλλαγές που λύνουν προβλήματα, όχι αλλαγές που δημιουργούν νέα. Και κυρίως, χρειάζεται ένα πλαίσιο που ενισχύει τη δημόσια διοίκηση, όχι που την υποκαθιστά.
Με εκτίμηση,
Για την παράταξη ΔΩ.ΠΡΩ.ΜΗ.
Γεράσιμος Παρασκευάς











