Εντονη ανησυχία προκαλεί στην Αγκυρα η ανάδειξη του Ισραήλ ως η κύρια περιφερειακή δύναμη, αλλά και η επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας που θα καλύψει και την Ελλάδα
Η δήλωση πριν από λίγες εβδομάδες, παραμονές της έναρξης του πολέμου στο Ιράν, του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν ότι αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά «δεν θα είναι δυνατόν οι άλλοι να μείνουν αδιάφοροι», και η αμήχανη άρνησή του να απαντήσει εάν η Τουρκία «θα έπρεπε να αποκτήσει πυρηνικά» (στο CNN Turk) πυροδότησαν τη συζήτηση για το αν πράγματι οι φιλοδοξίες της Τουρκίας και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φτάνουν μέχρι εκεί: στο να αποκτήσει η Τουρκία πυρηνικά όπλα ώστε πλέον να μπορεί να διεκδικήσει τον ηγεμονικό περιφερειακό ρόλο που επιδιώκει ο Τούρκος πρόεδρος και στον οποίο ο μεγάλος ανταγωνιστής, το Ισραήλ, φέρεται να έχει ήδη πυρηνική δυνατότητα, ενώ και το Ιράν βρισκόταν ένα βήμα πριν από την απόκτησή της.
Η Αγκυρα επί δεκαετίες ένιωθε ασφάλεια λόγω της αποτροπής που προσέφερε η αποθήκευση πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ, περίπου 50 βομβών Β-61, στη βάση του Ιντζιρλίκ, βάζοντας έτσι την Τουρκία άμεσα κάτω από την πυρηνική ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Σήμερα, οι βεβαιότητες του παρελθόντος ανατρέπονται.
H «ομπρέλα» του ΝΑΤΟ
H αμφισβήτηση της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην Ευρώπη, η συζήτηση για το μέλλον του ΝΑΤΟ με την προεδρία Τραμπ και η σταδιακή υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή προκαλούν ανησυχία στην Τουρκία για το κατά πόσο η εγγύηση ασφάλειας που προσφέρει το ΝΑΤΟ και απορρέει και από τα πυρηνικά στο Ιντζιρλίκ θα προστάτευε αξιόπιστα την Τουρκία σε περίπτωση μείζονος κρίσης. Ακόμη και οι συζητήσεις που έχουν ξεκινήσει για επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας σε ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία προορίζεται να καλύψει και την Ελλάδα, δημιουργούν ακομη μεγαλύτερη ανησυχία στην Αγκυρα.
Η «ασυλία» μάλιστα του Ισραήλ, αλλά και στην Τεχεράνη, δημιουργεί την πεποίθηση ότι η κατοχή πυρηνικής δυνατότητας προσφέρει ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα σε όποιον τη διαθέτει.
Η απόφαση της Αγκυρας να μην αποκλείσει στρατηγικές επιλογές που σχετίζονται με την ύψιστη αποτροπή πρόκειται για μια υπολογισμένη κίνηση επαναφοράς της ασάφειας ως διαπραγματευτικού εργαλείου, σηματοδοτώντας ότι σε μια εποχή συστημικής αστάθειας ελάχιστες επιλογές παραμένουν εκτός τραπεζιού.
Με την αναδιάταξη δυνάμεων στην περιοχή και με την Αγκυρα να συνδέεται πλέον στενά με τη Σαουδική Αραβία και να βρίσκεται και πάλι κοντά με την Αίγυπτο, το ερώτημα είναι πώς οι τρεις μεγάλες μουσουλμανικές χώρες μπορούν να προβάλλουν έναν ισχυρό περιφερειακό σουνιτικό άξονα, όταν απέναντί τους έχουν το Ισραήλ που διαθέτει πυρηνικά και το σιιτικό Ιράν που φιλοδοξεί να αποκτήσει.
Η συμμαχία της Τουρκίας με το Πακιστάν και η υπογραφή, επίσης, αμυντικής συμφωνίας της Σαουδικής Αραβίας με το Πακιστάν δημιούργησαν από την πρώτη στιγμή εύλογα ερωτηματικά για το αν αυτή η αμυντική σχέση και συμμαχία μπορεί να οδηγήσει και στη μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας στην Τουρκία πρωτίστως και δευτερευόντως στο Ριάντ.
Πάντως, η Τουρκία επισήμως δεν έχει εκφράσει επιθυμία για απόκτηση πυρηνικών, εκτός ίσως μιας δημόσιας αναφοράς του ίδιου του Ερντογάν από το 2019, από το βήμα του ΟΗΕ.
Τον Οκτώβριο του 2024, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών και ο επικεφαλής της ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν επισκέφθηκαν τον Νίγηρα, εξασφαλίζοντας μια προσωρινή συμφωνία εξόρυξης με τη χωρα. Στα σενάρια που υπήρξαν τότε συμπεριλαμβάνεται και η πρόθεση της Τουρκίας να διασφαλίσει πρόσβαση σε ουράνιο, θέτοντας τα θεμέλια για την ανάπτυξη του κύκλου για την παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου.
Η Τουρκία έχει μπει εδώ και καιρό στη διαδικασία χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, με την ανάπτυξη πυρηνικού αντιδραστήρα με ρωσική συνδρομή. Οι μονάδες του Ακουγιού, στη Μερσίνα, αναμένεται να λειτουργήσουν μέχρι το 2028 και κατασκευάζονται από τη ρωσική Rosatom. Τούρκοι επιστήμονες και τεχνικοί έχουν βρεθεί μάλιστα στη Ρωσία για εκπαίδευση.
Η Νότια Κορέα διαγκωνίζεται τώρα με τη Ρωσία προκειμένου να αναλάβει την κατασκευή τεσσάρων ακόμη πυρηνικών αντιδραστήρων στη Σινώπη, στη Μαύρη Θάλασσα. Κινεζικές εταιρείες έχουν επιδείξει ενδιαφέρον για άλλον πυρηνικό σταθμό κοντά στην Κωνσταντινούπολη, ενώ και αμερικανικές εταιρείες, όπως η Westinghouse, έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τουρκίας προκειμένου να ξεφύγει από τη ρωσική και κινεζική εξάρτηση.
Σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό Ενέργειας Αρπασλάν Μπαϊρακτάρ (NTV), η Τουρκία θέλει να οικοδομήσει τέσσερις πυρηνικούς αντιδραστήρες στη βόρεια επαρχία της Σινώπης και τέσσερις ακόμη στην περιοχή της Θράκης και βρίσκεται σε συνομιλίες με τη Νότια Κορέα, τον Καναδά, την Κίνα και τη Ρωσία και αναζητά τους πιο ανταγωνιστικούς όρους πριν υπογράψει τις σχετικές συμφωνίες.
Πυρηνικοί αντιδραστήρες
Σε περιπτώσεις όπως το Ιράν, το πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας χρησιμοποιήθηκε και ως πρόσχημα για την υποστήριξη της μελλοντικής προσπάθειας απόκτησης πυρηνικών όπλων. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική παρέχει στην Αγκυρα βασικές υποδομές, τεχνογνωσία και εκπαίδευση, ενώ το πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κάλυψη για την εισαγωγή εξοπλισμού απαραίτητου για την ανάπτυξη αντίστοιχων στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Πάντως, η Τουρκία θα χρειαστεί χρόνο για να αναπτύξει διαδικασίες όπως η παραγωγή πυρηνικού καυσίμου μέσω εμπλουτισμού ουρανίου ή εξειδίκευση στην κατασκευή πυρηνικών όπλων, ακόμη και για την ανάπτυξη της δυνατότητας ενσωμάτωσης πυρηνικών κεφαλών σε πυραύλους, αν και στον τομέα κατασκευής πυραύλων έχει κάνει σημαντικά βήματα.
Η συνεργασία με το Πακιστάν, όμως, στο πλαίσιο μιας περιφερειακής συμμαχίας και με άλλες σουνιτικές χώρες, θα μπορούσε να προσφέρει έδαφος και για σύμπραξη στον πυρηνικό τομέα.
Η Τουρκία, με το στρατηγικό δόγμα που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, επιδιώκει να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία, η οποία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στη διπλωματία αλλά και στη σκληρή ισχύ.
Η προοπτική απόκτησης πυρηνικών δυνατοτήτων ίσως σύντομα να είναι στρατηγική επιλογή για την τουρκική ηγεσία, προκειμένου να υπηρετηθεί ο στόχος της μεγάλης περιφερειακής δύναμης, με τη συνειδητοποίηση ότι η συμβατική υπεροχή δεν προστατεύει από τον πυρηνικό εκφοβισμό. Μια τέτοια εξέλιξη, πάντως, θα πυροδοτήσει νέα περιφερειακή ένταση, καθώς πρώτο το Ισραήλ θα εναντιωθεί στην ανάπτυξη δεύτερης πυρηνικής δύναμης στη «γειτονιά» του, καθώς, πέραν των ισορροπιών, δεν θα ήθελε στον ρόλο της πυρηνικής απειλής να αντικατασταθεί το Ιράν από την Τουρκία.










