Οι Τρεις Ιεράρχες, ο Ιπποκράτης και ο Φάινμαν | Πετρίδης Σάββας καθηγητής Φυσικής

0
13

Οι Τρεις Ιεράρχες, ο Ιπποκράτης και ο Φάινμαν

Κάθε χρόνο, η 30ή Ιανουαρίου τιμάται στον Ελληνορθόδοξο κόσμο ως η εορτή των Τριών Ιεραρχών — του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Στη σύγχρονη Ελλάδα, η ημέρα αυτή είναι ταυτισμένη με την Παιδεία και τα Γράμματα, με τους τρεις Πατέρες της Εκκλησίας να προβάλλονται ως οι κατεξοχήν προστάτες της Ελληνικής μόρφωσης. Στα δημόσια σχολεία της χώρας εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα, με τον ρόλο των Ιεραρχών να τονίζεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα ως το επιστέγασμα της Ελληνοχριστιανικής παράδοσης.

Το άρθρο αυτό θέτει πέντε ερωτήσεις για να εξετάσει την πορεία από την αποδόμηση της αρχαίας Ελληνικής σκέψης, στον εορτασμό των Ιεραρχών ως υπερασπιστών των Ελληνικών Γραμμάτων, εστιάζοντας στο δίπολο μονοθεϊσμού – πολυθεϊσμού και στην αντίθεση μεταξύ του Χριστιανισμού και της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, μιας φιλοσοφίας που ξεκίνησε από την περιέργεια για τον φυσικό κόσμο και κατέληξε να διδάσκει στον άνθρωπο πως μπορεί να ζήσει με αρετή σε μια κοινωνία όπου κυριαρχούσαν η αναζήτηση επιχειρημάτων, η δημόσια ανταλλαγή ιδεών και η ευημερία του κοινωνικού συνόλου.

Να διευκρινίσω εξαρχής ότι τα γραφόμενά μου διέπονται από μια αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στον Ορθό Λόγο και την επιστημονική τεκμηρίωση. Προφανώς δεν πιστεύω στον πολυθεϊσμό, στο αρχαίο Ελληνικό Δωδεκάθεο, σε κάθε μορφή μεταφυσικής πίστης και σε ανατολικές “πνευματικές” και “μυστικιστικές” παραδόσεις. Η ερμηνεία του σύμπαντος και της ύπαρξης πηγάζει αποκλειστικά από την τεκμηριωμένη γνώση, την κριτική ανάλυση και την εμπειρική απόδειξη. Όλα τα υπόλοιπα θεωρώ ότι εμπίπτουν σε αυτό που ο σπουδαίος πολιτικός οικονομολόγος Θόρσταϊν Βέμπλεν αποκάλεσε “κατασκευή αναγκών”. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των επιχειρηματικών ηγετών, στόχος είναι η στροφή του κόσμου προς τα “επιφανειακά πράγματα” της ζωής, όπως η κατανάλωση κάθε είδους μόδας. Έτσι μέσω της ιδιοκτησίας οι άνθρωποι μετατρέπονται σε άτομα και αναζητούν αποκλειστικά το προσωπικό τους όφελος, αποφεύγοντας έτσι τις επικίνδυνες προσπάθειες να θέσουν τη σκέψη τους σε λειτουργία και να αμφισβητήσουν την κάθε είδους εξουσία.

 

  1. Πώς η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία θεμελιώνει τον Ορθολογισμό, τη Δημοκρατία και την Ιατρική;

Η αρχαία Ελλάδα είναι το πρώτο πολιτισμικό πλαίσιο όπου η ανθρώπινη λογική θεωρείται επαρκές εργαλείο για την κατανόηση του κόσμου. Οι Ίωνες φιλόσοφοι (Θαλής, Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος) αναζητούν φυσικές εξηγήσεις για τα φαινόμενα, απομακρύνοντας τον κόσμο από μυθολογικές ερμηνείες. Ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι εισάγουν την ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι κατανοητή μέσω μαθηματικών δομών. Ο Σωκράτης εισάγει τον διαλεκτικό τρόπο σκέψης, τη λογική εξέταση και την αναζήτηση αιτιολόγησης για κάθε ισχυρισμό. Έτσι προκύπτει η Αξία του Ανοιχτού Διαλόγου. Η αλήθεια και η σωστή απόφαση αναζητείται μέσω της προσφυγής στη λογική και την ανταλλαγή απόψεων (Ισηγορία), και δεν είναι δοσμένη από θεϊκή εντολή. Αυτός ο μηχανισμός διαλόγου είναι η καρδιά της Δημοκρατίας. Η μέθοδος του Σωκράτη (5ος αι. π.Χ.), γνωστή ως μαιευτική, αποτελεί την κατ’ εξοχήν έκφραση αυτής της αξίας. Μέσω των ερωτήσεων και της κριτικής των βεβαιοτήτων του συνομιλητή, ο Σωκράτης επιδιώκει την αποκάλυψη της γνώσης εκ των έσω. Η συνεχής αμφισβήτηση των απαντήσεων, σε αντίθεση με την παθητική αποδοχή μιας δογματικής βεβαιότητας, είναι που καθιστά τη διαδικασία δημοκρατική και επιστημονική.  Ο Αριστοτέλης συστηματοποιεί τη λογική (αναλυτικά, συλλογισμός), θεμελιώνοντας την επιστημονική μεθοδολογία.

Η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία δεν έχει δογματικά ιερά κείμενα. Αυτό επιτρέπει την ελεύθερη φιλοσοφική κριτική της θεολογίας, την ανάπτυξη ορθολογικών κοσμολογικών θεωριών και τη συνύπαρξη μύθου και φιλοσοφικής σκέψης χωρίς απαγορεύσεις. Η απουσία αυθεντίας – ιερού βιβλίου κάνει τη λογική έρευνα κοινωνικά αποδεκτή και θεμελιώνει την ορθολογική παράδοση.

Η πολιτική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων και οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις συμβάλλουν στη γέννηση της δημοκρατίας – κυρίως στην Αθήνα. Ο Πρωταγόρας διατυπώνει την άποψη ότι «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος», προωθώντας την ιδέα της ανθρώπινης κρίσης ως βασικού κριτηρίου για την πολιτική πράξη και την οργάνωση της πόλης. Η θέση αυτή δεν αφορά μόνο την πρακτική πολιτική σκέψη, αλλά επεκτείνεται και σε μια ευρύτερη κοσμοθεωρητική θεώρηση, προϊδεάζοντας για πτυχές αυτού που στη σύγχρονη επιστημολογία ονομάζεται Ανθρωπική αρχή: την ιδέα, δηλαδή, ότι η κατανόηση του κόσμου διαμεσολαβείτε αναπόφευκτα από τον άνθρωπο και τις γνωστικές του δυνατότητες. Με αυτήν την έννοια, ο Πρωταγόρας τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο όχι μόνο της πολιτικής ζωής, αλλά και της ίδιας της ερμηνείας της πραγματικότητας.

Οι Έλληνες θεοί είναι ανθρωπόμορφοι και δεν δίνουν απόλυτες εντολές ή ιερούς νόμους. Δεν υπάρχει θεοκρατία· τα ζητήματα της πόλης είναι υπόθεση των πολιτών. Η θρησκεία λειτουργεί ως πολιτισμικό υπόβαθρο, όχι ως νομική εξουσία.

Η Εκκλησία του Δήμου, η Βουλή των 500, η κλήρωση στα αξιώματα και η λογοδοσία θεμελιώνονται σε αξίες ισονομίας, ισηγορίας και παρρησίας, που προκύπτουν από την πεποίθηση ότι όλοι οι πολίτες μπορούν να χρησιμοποιούν τον λόγο.

Η αρχαιοελληνική ιατρική μετατοπίζει την εξήγηση της νόσου από το θείο στο φυσικό. Οι Ίωνες φιλόσοφοι εξηγούν τη φύση με φυσικά αίτια, κάτι που μεταφέρθηκε και στην ιατρική θεωρία. Ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης είναι ο πρώτος που αναφέρεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες και συνδέει την υγεία με ισορροπία.

Η ασθένεια θεωρείται φυσικό φαινόμενο, όχι τιμωρία των θεών. Εισάγεται η ορθολογική διάγνωση, η παρατήρηση, η κλινική μέθοδος και η καταγραφή των συμπτωμάτων. Στο νησί της Κω, ο Ιπποκράτης (5ος αι. π.Χ.), ο πατέρας της Ιατρικής, είναι ο κατεξοχήν εκφραστής της ορθολογικής σκέψης. Αποδίδει τις ασθένειες σε φυσικά αίτια και όχι σε θεϊκή οργή ή δαιμονική επίδραση, θεμελιώνοντας την Ιατρική ως επιστήμη βασισμένη στην αυστηρή παρατήρηση και την εμπειρία.  Το Ιπποκράτειο Ίαμα περιλαμβάνει εξέταση, πρόγνωση, παρατηρήσιμη αιτιότητα και θεραπευτικές πρακτικές βασισμένες σε εμπειρική γνώση.  Στο Ασκληπιείο της Κω, η παραδοσιακή λατρεία του θεού Ασκληπιού και οι θεραπευτικές πρακτικές λειτουργούν συνδυαστικά, δημιουργώντας το ιδανικό υπόβαθρο για τη γέννηση της επιστημονικής ιατρικής. Ενώ σε άλλα ιερά, (Επίδαυρος, Τρίκκη, Αθήνα, Πέργαμος, Αλεξάνδρεια, Ρώμη, Κυρήνη, Κνίδος), η ίαση διατηρεί για περισσότερο χρόνο έναν χαρακτήρα «θαυματουργικό» μέσω της “εγκοίμησης”, στην Κω, η παρουσία του Ιπποκράτη και η ίδρυση της Ιατρικής του Σχολής δρομολογούν αλλαγές. Η μετάβαση από το θρησκευτικό «θαύμα» στην επιστήμη επιτυγχάνεται μέσω της συστηματικής παρατήρησης και της εμφάνισης επαγγελματιών γιατρών, οι οποίοι αρχίζουν να χρησιμοποιούν ορθολογικές μεθόδους παράλληλα με τις τελετουργίες. Η ιατρική πρακτική ενισχύεται από την αξιοποίηση φυσικών πόρων, όπως τα θερμά και οι ιαματικές πηγές της Βούριννας, αλλά και από τη δημιουργία υποδομών που προάγουν τη γνώση, με σημαντικότερη τη βιβλιοθήκη. Η ύπαρξη βιβλιοθήκης και αρχείων καταγραφής περιστατικών μαρτυρά τη μετατροπή του ιερού σε κέντρο επιστημονικής τεκμηρίωσης, όπου η μελέτη ιατρικών κειμένων συμπληρώνει ή και αντικαθιστά τη θεϊκή παρέμβαση. Έτσι, ο διαχωρισμός μεταξύ ιατρών και ιερατείου ανοίγει το δρόμο για την επιστημονική εξέλιξη, μετατρέποντας το Ασκληπιείο της Κω από έναν απλό τόπο λατρείας σε ένα διεθνές κέντρο ιατρικής παιδείας και έρευνας.

 

Η διδασκαλία κάτω από τον Πλάτανο του Ιπποκράτη συμβολίζει τη δημόσια, κοινή και κριτική αναζήτηση της γνώσης, εκεί όπου ο Ορθολογισμός είναι το εργαλείο για τη λήψη αποφάσεων – είτε επιστημονικών (Ιατρική) είτε πολιτικών (Δημοκρατία).

Η αρχαία Ελληνική σκέψη βασίζεται στην ελεύθερη έρευνα και τον διάλογο, την πνευματική βάση τόσο της Φιλοσοφίας όσο και της Δημοκρατίας.

 

  1. Πώς ο δογματικός μονοθεϊσμός οδηγεί στην εκρίζωση της προ υπάρχουσας Ελληνικής φιλοσοφίας;

Η θεολογική ρίζα της σύγκρουσης μεταξύ του Χριστιανισμού και της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας βρίσκεται στη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ μονοθεϊσμού και πολυθεϊσμού.

Στον πολυθεϊσμό, οι λατρείες – θρησκείες μπορούν να συνυπάρχουν, καθώς δεν υπάρχει απαίτηση απόλυτης αλήθειας.

Αντιθέτως, στον μονοθεϊσμό, το δόγμα ότι υπάρχει ένας μοναδικός, αληθινός Θεός σημαίνει ότι κάθε άλλη πίστη είναι πλάνη και πνευματικός κίνδυνος. Αυτή η απαίτηση της απόλυτης μοναδικότητας γεννά την ανάγκη για ολοκληρωτική ιδεολογική νίκη και την πλήρη εξάλειψη της προ υπάρχουσας πίστης.

Η ιδεολογική και πνευματική επικράτηση του Χριστιανισμού επιβάλλεται μέσω της ολοκληρωτικής κατάργησης των αρχαίων θεσμών και της αλλαγής χρήσης των ιερών χώρων. Η νέα θρησκεία καταλαμβάνει τους Ιερούς χώρους και αντικαθιστά τα αρχαία ιερά με τους δικούς της ναούς. Αυτή η πρακτική της θρησκευτικής «επικάλυψης» δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα του Χριστιανισμού, αλλά συνιστά μια διαχρονική στρατηγική επικράτησης σχεδόν κάθε μονοθεϊστικής θρησκείας, η οποία επιδιώκει να θεμελιώσει τη δική της πνευματική κυριαρχία πάνω στα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Η ανέγερση νέων ναών πάνω σε παλαιότερους δεν γίνεται πάντα μόνο από διάθεση καταστροφής, αλλά συχνά για να οικειοποιηθεί η νέα θρησκεία την «ιερότητα» του τόπου στη συνείδηση των πιστών. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Θόλος του Βράχου (Dome of the Rock) στην Ιερουσαλήμ, ο οποίος οικοδομείται στο Όρος του Ναού, εκεί όπου προηγουμένως δεσπόζει ο Ναός των Ιουδαίων. Η κίνηση αυτή συμβολίζει τη διαδοχή και την υπεροχή της νέας αποκάλυψης πάνω στην παλαιά. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί την κορυφαία πράξη συμβολικής υποταγής μιας αυτοκρατορίας και της θρησκείας της στον νέο κατακτητή. Στο Μεξικό, ο Καθεδρικός Ναός της Πόλης του Μεξικού χτίζεται πάνω στα ερείπια του Templo Mayor, του κεντρικού ναού των Αζτέκων στην Τενοτστιτλάν, χρησιμοποιώντας μάλιστα τις ίδιες τις πέτρες του κατεστραμμένου ιερού για τη θεμελίωσή του. Η πρακτική αυτή, γνωστή στην αρχαιολογία και την ιστορία ως interpretatio christiana (ή αντίστοιχα για άλλες θρησκείες), εξασφαλίζει ότι οι πιστοί θα συνεχίζουν να επισκέπτονται τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, μεταφέροντας όμως σταδιακά τη λατρεία τους στο νέο δόγμα.

Στην Ακρόπολη, ο Παρθενώνας μετατρέπεται, πιθανότατα τον 6ο αιώνα μ.Χ., σε χριστιανική εκκλησία της Παναγίας. Το Ερέχθειο γίνεται ναός του Σωτήρος και τα Προπύλαια μετασκευάζονται για να στεγάσουν την επισκοπική κατοικία. Η βίαιη καταστροφή του ναού το 1687 από τον βομβαρδισμό του Μοροζίνι, που σκόρπισε πολλά αρχιτεκτονικά μέλη γύρω από την ακρόπολη, ολοκληρώνει τη μακρά ιστορία της μετατροπής του συμβόλου αυτού.

Στον Άθω (Άγιον Όρος), το ιερό που είναι αφιερωμένο στον «Αθώο Δία», αντικαθίσταται από χριστιανικό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Η ετυμολογία του όρους Άθωνας φαίνεται να προέρχεται από τη Γιγαντομαχία, καθώς σύμφωνα με τον μύθο, ο γίγαντας Άθως έριξε έναν τεράστιο βράχο εναντίον των Ολύμπιων Θεών, ο οποίος έπεσε στη θάλασσα και έγινε το σημερινό βουνό. Η μεταφορά της ιερότητας σηματοδοτεί τη μεταβολή της λατρείας από τον αρχαίο μύθο στον Χριστιανισμό.

Το Κλείσιμο των Σχολών Φιλοσοφίας: Ο θεσμικός τερματισμός της δημόσιας διδασκαλίας της αρχαίας σκέψης συμβαίνει το 529 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός κλείνει με διάταγμα τις Σχολές Φιλοσοφίας της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης Ακαδημίας του Πλάτωνα.

 

  1. Πώς η Αβεβαιότητα, κατά τον Feynman, είναι η ύψιστη φιλοσοφική αρετή;

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της αρχαίας φιλοσοφικής κληρονομιάς και κάθε μονοθεϊστικού δόγματος συνοψίζεται ιδανικά από τον Νομπελίστα φυσικό Richard Feynman (Νόμπελ Φυσικής 1965), ο οποίος θέτει την αμφιβολία ως την ύψιστη πνευματική αρετή, αντιτιθέμενη άμεσα στην απαιτούμενη πίστη κάθε θρησκείας.

Ο Feynman, σε συνέντευξή του, δηλώνει: «Μπορώ να ζω με την αμφιβολία, την αβεβαιότητα και την άγνοια. Νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να ζεις χωρίς να ξέρεις, παρά να έχεις απαντήσεις που μπορεί να είναι λάθος.»

Ο Feynman απορρίπτει τη θρησκευτική αφήγηση ως ανεπαρκή μπροστά στην πραγματική κλίμακα του σύμπαντος. Ειδικότερα, αναφέρει:

«Δεν μπορώ να πιστέψω τις ειδικές ιστορίες που έχουν φτιαχτεί για τη σχέση μας με το σύμπαν στο ευρύτερο πλαίσιο γιατί μου φαίνονται … πολύ απλές, πολύ συνδεδεμένες, πολύ τοπικές, πολύ επαρχιώτικες. Η Γη, Ήρθε στη Γη! Μια από τις πτυχές του Θεού ήρθε στη Γη, προσέξτε, και κοιτάξτε τι υπάρχει εκεί έξω; Δεν είναι ανάλογο!»

Απορρίπτει επίσης την ιδέα ότι οι «απαντήσεις» για τα μεγάλα ερωτήματα έρχονται «από έξω» (μέσω αποκάλυψης ή δόγματος):

«Έπειτα υπάρχει το πρόβλημα του κόσμου, κάτι που δεν μπορείς να καταλάβεις από το δικό σου μυαλό, είναι το αν το πήρες από έξω. Εγώ λοιπόν δεν το πιστεύω. Το ξέρω αυτό. Δεν το πιστεύω.»

Τέλος, η αντίληψη μιας ανθρωποκεντρικής θεότητας δεν αντέχει μπροστά στην πολυπλοκότητα του κόσμου:

«Επίσης, η ιδέα ότι υπάρχει μια θεότητα, ένας θεός που φροντίζει για εμάς και στον οποίο μπορείς να προσευχηθείς και να λάβεις αποφάσεις… Ο κόσμος είναι τόσο διαφορετικός… με τόσες διαφορετικές διαδικασίες… η απεραντοσύνη του, η τεράστια έκτασή του, τα μικροσκοπικά μέρη, στα οποία συμβαίνουν διάφορα…»

Αυτές οι δηλώσεις του Feynman αποτελούν τον απόηχο της σωκρατικής σκέψης: τη γενναιότητα να αποδέχεσαι την Άγνοια και την Αβεβαιότητα ως εφαλτήριο, διατηρώντας την ελευθερία της διαρκούς κριτικής έρευνας, σε πλήρη αντίθεση με την απαιτούμενη δογματική βεβαιότητα που επιβάλλεται μεταγενέστερα.

 

  1. Με ποιο τρόπο οι τρεις Ιεράρχες επιβάλλουν τον επιλεκτικό «αφανισμό» της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας;

Μέγας Βασίλειος (330–379 μ.Χ.), γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας – Η Στρατηγική της Επιλεκτικής Χρήσης. Ο Βασίλειος, στην ομιλία του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», καθορίζει τον κανόνα: Να λαμβάνεται η ρητορική δεινότητα, αλλά να απορρίπτεται η θεολογία και η φιλοσοφία περί θεών. Συγκρίνει την αρχαία παιδεία με ένα ανθόκηπο από τον οποίο πρέπει κάποιος να παίρνει μόνο τα λουλούδια (τη γλώσσα και τη ρητορική) και να απορρίπτει τα αγκάθια (τους μύθους και τις φιλοσοφικές έννοιες που έρχονται σε αντίθεση με το δόγμα) “καθάπερ τῆς ῥοδωνιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι τὰς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καὶ ἐπὶ τούτων, ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, τὸ βλαβερὸν φυλαξώμεθα”. Η προσέγγιση αυτή «αποστείρωσε» την αρχαία σκέψη, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της για να οικοδομηθεί το χριστιανικό δόγμα.

Γρηγόριος ο Θεολόγος (329–390 μ.Χ.), γεννήθηκε στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας – Η Αφομοίωση και Υποταγή: Ως δεινός ρήτορας και φιλόσοφος, ο Γρηγόριος υιοθετεί τη ρητορική των αρχαίων για να δημιουργήσει μια νέα, χριστιανική «κλασική» λογοτεχνία. Στο βιβλίο του “Λόγος ΜΓ’: Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον ἐπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας ἐπιτάφιος” διακηρύσσει την ανωτερότητα της χριστιανικής σοφίας, υποστηρίζοντας ότι η Ελληνική παιδεία χρησιμεύει μόνο ως προπαίδεια, (δηλαδή προετοιμασία ή προθάλαμος) για την ανώτερη θεολογική αλήθεια “ἐκ τῶν χειρόνων τὰ βελτίω παιδευόμεθα, καὶ τὴν ἀσθένειαν ἐκείνων δύναμιν τοῦ καθ’ ἡμᾶς λόγου πεποιήμεθα.”. Ουσιαστικά, υποβιβάζει τη Φιλοσοφία σε υπηρέτρια της Θεολογίας. Για τον Γρηγόριο η παιδεία χωρίζεται σε δύο επίπεδα: Η «Κάτω» Παιδεία (Θύραθεν/Ελληνική) που περιλαμβάνει τη ρητορική, τη φιλοσοφία και τη λογική, χρησιμεύει ως γυμνάσιο του νοός (προετοιμασία της σκέψης) και η «Άνω» Παιδεία (Χριστιανική) δηλαδή η θεολογία και η γνώση του Θεού, που είναι ο τελικός προορισμός.

Ιωάννης ο Χρυσόστομος (347–407 μ.Χ.), γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας – Η Απόρριψη και η Ηθική Αντικατάσταση: Ο Χρυσόστομος είναι ο πλέον πολέμιος απέναντι στα ήθη και τις πρακτικές της αρχαίας ζωής. Αν και χρησιμοποιεί την Ελληνική γλώσσα με μοναδική δεινότητα (εξ ου και το όνομα «Χρυσόστομος»), απορρίπτει την αρχαία τραγωδία, το θέατρο και τα κοινωνικά έθιμα ως «ειδωλολατρικά» και «διεφθαρμένα». Επιβάλλει μια νέα, αυστηρά χριστιανική ηθική ως πλήρη αντικατάσταση του αρχαίου κοινωνικού και πνευματικού κόσμου. Στο έργο του “Περὶ κενοδοξίας καὶ ὅπως δεῖ τοὺς γονέας ἀνατρέφειν τὰ τέκνα” καλεί τους γονείς να αποφεύγουν τα ονόματα των Ελλήνων προγόνων τους “Μηδείς σπουδαζέτω τούτο, το των προγόνων επιτιθέναι τοις παιδίοις ονόματα, του πατρός και της μητρός και του πάππου και του προπάππου· αλλά τα των δικαίων, τα των μαρτύρων, τα των επισκόπων, τα των αποστόλων”.

 

  1. Υπάρχει αντίφαση στον εορτασμό των Ιεραρχών ως υπερασπιστών των Ελληνικών Γραμμάτων;

Αν και η θρησκευτική εορτή καθιερώθηκε το 1100, η σύνδεσή της με την Παιδεία και τα Ελληνικά γράμματα γίνεται πολύ αργότερα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Το 1826 ο Φρειδερίκος Νόρθ (παθιασμένος Φιλέλληνας και φίλος του Καποδίστρια), ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα, καθιερώνει την ημέρα αυτή ως σχολική εορτή, ενώ το 1844 το Πανεπιστήμιο Αθηνών υιοθετεί επίσημα την εορτή ως ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων, τονίζοντας τη συμβολή των Ιεραρχών στη σύνθεση της Ελληνικής φιλοσοφίας με τη χριστιανική διδασκαλία. Για να καταλάβει κανείς το γιατί το πρώτο και μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους οδηγείται σε αυτή την απόφαση πρέπει να γνωρίζει τις πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες της εποχής. Από τη μια υπάρχει ο Αδαμάντιος Κοραής ο κύριος εκφραστής του Νεοελληνικού διαφωτισμού που πιστεύει ότι η Ελλάδα θα αναγεννηθεί μόνο μέσα από την Παιδεία και την σύνδεσή της με την κλασσική Αρχαιότητα, πιστεύει δηλαδή στην γνώση και στην ορθολογική σκέψη και από την άλλη υπάρχει η Εκκλησία που πιστεύει ότι η ανώτατη εκπαίδευση προωθεί “άθεες ιδέες” θεωρώντας ότι η αποκλειστική προσήλωση στην αρχαία Ελληνική Παιδεία κινδυνεύει να αποκόψει τον λαό από τις πνευματικές του ρίζες και την ορθόδοξη παράδοση. Ουσιαστικά, το Πανεπιστήμιο Αθηνών με αυτή την απόφαση θέλει να παντρέψει τον ορθολογισμό με την πίστη, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό. Είναι μια λύση ανάγκης για να αποκτήσει το κράτος μια ενιαία ταυτότητα. Ο εορτασμός των Τριών Ιεραρχών ως υπερασπιστών των  Ελληνικών γραμμάτων αποτελεί ίσως μια πλάνη και μια κριτική ανάγνωση της ιστορίας αποκαλύπτει ένα βαθύ παράδοξο. Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι άνδρες, που πρωτοστατούν στη θεολογική και κοινωνική επικράτηση μιας θρησκείας η οποία ουσιαστικά «ξεριζώνει» την αρχαία Ελληνική Παιδεία, να θεωρούνται σήμερα υπερασπιστές των γραμμάτων που γέννησε η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία;

Η σύγκρουση που ξεχάστηκε είναι η θεμελιώδης ιδεολογική και θεσμική πολεμική που διεξήγαγε ο Χριστιανισμός κατά της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας. Οι Ιεράρχες συμβάλλουν στην υποταγή του Ελληνικού λόγου στο χριστιανικό δόγμα. Η πλάνη έγκειται στην αντιστροφή αυτής της ιστορικής πραγματικότητας: η επιλεκτική χρήση των Ελληνικών γραμμάτων για την καταπολέμηση της αρχαίας Ελληνικής σκέψης παρουσιάζεται, ειδικά κατά τον 19ο αιώνα, ως διάσωσή της.

Η αντίθεση αυτή καθίσταται σαφής αν συγκρίνουμε την απαίτηση για πίστη των Ιεραρχών με την πνευματική γενναιότητα της αμφιβολίας που πρεσβεύουν ο αρχαίος Ορθολογισμός και στη σύγχρονη εποχή, επιστήμονες όπως ο Feynman.

Η σύγκρουση ξεχάστηκε, και η επιλεκτική χρήση των Ελληνικών γραμμάτων από τους Ιεράρχες βαφτίστηκε «σύνθεση» και «διάσωση» στο πλαίσιο του «Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού» του 19ου αιώνα.

 

Συμπέρασμα και Επίλογος

Η πραγματική εκρίζωση του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος δεν είναι μια απλή εξωτερική κατάκτηση, αλλά μια ολοκληρωτική διαδικασία εκ των έσω από τον δογματικό μονοθεϊσμό, η οποία επιβάλλεται μέσω της ιδεολογικής αποδόμησης της φιλοσοφίας, της φυσικής αντικατάστασης των λατρευτικών χώρων και του οριστικού θεσμικού τερματισμού της διδασκαλίας της αρχαίας Ελληνικής παιδείας (όπως το κλείσιμο της Ακαδημίας το 529 μ.Χ.). Η συμβολή των Ιεραρχών δεν είναι η διάσωση της αρχαίας σκέψης στην ολότητά της, αλλά η εργαλειακή χρήση της Ελληνικής γλώσσας και ρητορικής. Αυτή η χρήση υπηρετεί την επιβολή της πνευματικής κουλτούρας του δογματικού μονοθεϊσμού, επιτυγχάνοντας την ιδεολογική υπερίσχυση της νέας θρησκείας. Αυτή η επικράτηση, ουσιαστικά επιβάλλει έναν πνευματικό Μεσαίωνα στο αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, και εξασφαλίζει την οριστική νίκη επί του κόσμου που γέννησε αυτά τα ίδια τα γράμματα. Η ιστορία του ξεριζώματος της αρχαίας σκέψης δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή διαμάχη του παρελθόντος, αλλά μια πνευματική κληρονομιά που διαμορφώνει το παρόν. Η θεμελιώδης σύγκρουση μεταξύ της αμφιβολίας (Αρχαία Ελλάδα/Φιλοσοφία) και της πίστης (Δόγμα/Απόλυτη Αλήθεια) συνεχίζεται στη σύγχρονη Ελληνική κοινωνία. Ενώ η Αρχαία Ελλάδα γέννησε τη Δημοκρατία και την Ισηγορία, θεμελιωμένες στην κριτική σκέψη και τον ανοιχτό διάλογο, η σημερινή Ελλάδα φαίνεται να απομακρύνεται από αυτές τις αξίες. Η εγκατάλειψη της αβεβαιότητας και η λαχτάρα για την απόλυτη απάντηση, η οποία επικρατεί ιστορικά με την επιβολή της νέας θρησκείας, συνιστά τον μακροβιότερο θρίαμβο του πνευματικού Μεσαίωνα επί του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Οι συνέπειες αυτού του Μεσαίωνα δεν είναι απλώς θεωρητικές, αλλά έχουν γίνει κοινωνικά και θεσμικά ορατές στην Ελλάδα του σήμερα, πλήττοντας καίριους τομείς. Στον ευαίσθητο τομέα της Υγείας, (όπως αναδείχθηκε εμφατικά κατά την πρόσφατη κρίση του κορονοϊού), η έλλειψη εμπιστοσύνης στην επιστημονική μεθοδολογία και η ευκολία αποδοχής ψευδοεπιστημονικών απόψεων εμποδίζουν την ορθολογική αντιμετώπιση κρίσεων όπως μια πανδημία. Η επικράτηση μιας κουλτούρας της εύκολης λύσης (όπως τα αντιβιοτικά και οι βιταμίνες ως πανάκεια) αντικαθιστά τη σοβαρή προσέγγιση της ίασης ως ολοκληρωμένης, υπεύθυνης στάσης ζωής, η οποία απαιτεί συνεχή έρευνα, προσωπική προσπάθεια και εμπιστοσύνη στην επιστημονική κοινότητα. Στην Παιδεία, η κυριαρχία του δογματικού και μηχανιστικού πνεύματος δυσχεραίνει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Κόντρα στο κυρίαρχο κλίμα, πλήθος εκπαιδευτικών επιμένουν να καλλιεργούν τη δημιουργικότητα, υιοθετώντας προσεγγίσεις που προωθούν την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων και την κριτική αφύπνιση των μαθητών τους.

Αυτή η εκπαιδευτική προσπάθεια κρίνεται σήμερα, εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, πιο επιτακτική από ποτέ, καθώς αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα για την επικράτηση του ορθολογισμού απέναντι στον παραλογισμό και τη δογματική στασιμότητα. Μήπως η κληρονομιά των Τριών Ιεραρχών είναι τελικά η επιβολή μιας κουλτούρας, όπου η αμφισβήτηση εκλαμβάνεται ως απειλή και όχι ως αφετηρία για τη γνώση;

 

Πετρίδης Σάββας, Master of Science in Physics

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ