Η κούκλα μου η παιδική | Γράφει η Ξανθίππη Αγρέλλη

0
25
Ψαλίδι / Άγ. Γαβριήλ / Εξοχή, Κως

Η κούκλα μου η παιδική

Γράφει η Ξανθίππη Αγρέλλη   (Κως- 24/6/2026)

Νόμιζα πως δεν θα την έβλεπα ποτέ, άλλα εκείνη ήρθε και με βρήκε. Η παιδική μου κούκλα, ήταν καταχωνιασμένη, σε ένα χαρτόκουτο στο πατάρι, εκεί  στο σπίτι μου το πατρικό. Τη  βρήκα ανάμεσα σε παλιά Σχολικά βιβλία, μαζί με το Απολυτήριο, του τότε ενιαίου Ιπποκράτειου Γυμνασίου- Λυκείου Κω. Η κούκλα αυτή ήταν Χριστουγεννιάτικο δώρο, αγορασμένη από το πρώτο Βιβλιοπωλείο της Κω, του αξέχαστου Δημήτρη Γαληνού. Απέναντι  από το μεγαλοπρεπές κτήριο της Εθνικής Τράπεζας, υπήρχε το πρώτο Βιβλιοπωλείο, που εκτός από τον πλούτο της γνώσης στα βιβλία,  πουλούσε και μερικά παιχνίδια. Πέμπτη  τάξη, με δάσκαλο, τον αείμνηστο Τάκη  Χατζηάμαλλο, στο  θρυλικό  Ασύλο, το Τρίτο Δημοτικό Σχολείο και εγώ σκυμμένη πάνω από τα βιβλία,  με την κούκλα μου να με παρακολουθεί. Καθισμένη σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου, λες και διάβαζε μαζί μου τα μαθήματα. Και  όταν εγώ προσπαθούσα να λύσω τις ασκήσεις των Μαθηματικών, που τόσο τις μισούσα, αυτή μου έδινε κουράγιο. Για ανταμοιβή πήγαινα στη πρώτη μοδίστρα, στην Κοκώνα του Πάχου  και μου έδινε αποκόμματα, από τα υπέροχα ρούχα  που έραβε. Με αυτά τα κουρελάκια, έφτιαχνα τα καλύτερα φορέματα,  για την κούκλα μου. Ούσα μοναχοπαίδι, την είχα φίλη και αδελφή.  Την  έλεγα ‘Μαρί’, από το προσωνύμιο, που συνηθίζαμε τότε, ενώ τα αγόρια συνήθιζαν το ‘Μωρέ’. Μεγάλωσα,  μπήκα στο Γυμνάσιο και η κούκλα μου πάντα άγρυπνος φρουρός, με παρηγορούσε, όταν είχα αποτυχίες στις εξετάσεις, ανοιγοκλείνοντας τα μπλε της μάτια. Άλλοτε πάλι, χαιρόταν μαζί με τη χαρά μου. Ακόμα και στα πρώτα μου εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, στον αναπόφευκτο και ανίκητο μαγνήτη  του αρσενικού με το θηλυκό, η κούκλα μου ήταν εκεί, για να με συμβουλεύει.                          Η τελευταία παιδική μου κούκλα,  με συντρόφευε  πάντα, στις δύσκολες και στις χαρούμενες στιγμές μου, για αυτό  και εγώ, αρνήθηκα να την αποχωριστώ. Με  παρηγορούσε, λες και μου μιλούσε, όταν έχασα για πάντα στα δώδεκα μου χρόνια, την μητέρα μου. Λες  και θρηνούσε,  καθισμένη μαζί μου στο ξύλινο σκαμνάκι. Έκλαιγε ακόμα και  όταν έσπασα το δεξί μου χέρι, στο Σχολειό, με εξήντα μέρες στο γύψο. Η αγαπημένη  μου παιδική κούκλα, έμεινε κοντά μου, μέχρι που απέκτησα οικογένεια, με δυο γλυκά κορίτσια.  Ευτυχώς οι κόρες μου, πρόλαβαν και έπαιξαν με τις δικές τους, πιο σύγχρονες κούκλες και το κουκλόσπιτό τους. Έπαιζαν  τις κουμπάρες, βάφτιζαν, έντυναν νύφες και πάντρευαν τις κούκλες τους,  τους έραβαν ρουχαλάκια, ενώ τις πήγαιναν και βόλτα.                                               Σημερα  τα περισσότερα παιδιά, δεν παίζουν πια με τα παραδοσιακά παιχνίδια, άλλα με τα εικονικά, τα ψεύτικα, τα ηλεκτρονικά. Κολλημένα  για ώρες, στην ψυχρή οθόνη του τάμπλετ ή του κινητού τηλεφώνου, από νήπια επιδίδονται σε παιχνίδια βίας, γνωρίζοντας τα αρνητικά αυτού του κόσμου. Άλλα ούτε και τα αγόρια  παίζουν πια, στις αλάνες, στο προαύλιο της Εκκλησίας,  του Σχολειού ή ακόμα και στις Πλατείες.                    Τα σημερινά παιδιά, είναι δέσμια του ηλεκτρονικού παιχνιδιού, του ψεύτικου κόσμου, που δεν γυμνάζει το σώμα τους, ούτε τρέφει την φαντασία τους. Κοιτάζω  την παλιά, την φθαρμένη,   πορσελάνινη  κούκλα μου, φορτωμένη με χιλιάδες αναμνήσεις.                     Πόσο  ανελέητος είναι ο χρόνος.                                 Το  φόρεμα της έλειωσε, τα μαλλιά της τσαλακώθηκαν,  το χρώμα της ξεθώριασε. Αλλά  μόνο τα μπλε, γυάλινα μάτια της, συνεχίζουν να ανοιγοκλείνουν και να μου ξεδιπλώνουν,  όσα ευχαρίστα και δυσάρεστα, πέρασα σε αυτή τη ζωή. Άνοιξα  ένα καινούργιο, κουτί  των παπουτσιών και την φύλαξα  εκεί μέσα.                   Την άφησα  να ξεκουραστεί, για άλλη μια φορά, μέσα σε ένα συνηθισμένο, σιωπηλό ντουλάπι.

Ξανθίππη Αγρέλλη

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ