Ο Τραμπ «καίγεται» για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και πιστεύει πως το Πεκίνο μπορεί να βοηθήσει – Για την Κίνα, όμως, η Ταϊβάν αποτελεί βασική προτεραιότητα και δεν βλέπει με πολύ καλό μάτι τη στήριξη που της παρέχει η Ουάσινγκτον.
Ο πόλεμος με το Ιράν βρίσκεται στη μακρά λίστα των ζητημάτων που απασχολούν τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ συναντάται με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.
Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η Ουάσινγκτον επιθυμεί μεγαλύτερη κινεζική εμπλοκή ώστε να πιεστεί η Τεχεράνη να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο δεν πρόκειται να παρέμβει χωρίς ανταλλάγματα και πιθανότατα θα επιδιώξει παραχωρήσεις από τις ΗΠΑ, κυρίως στο ζήτημα της Ταϊβάν.
Η Κίνα διατηρεί σημαντική επιρροή στο Ιράν μέσω των εμπορικών και ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών. Παρά τις αμερικανικές κυρώσεις, το Πεκίνο συνεχίζει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, ενώ η Ουάσινγκτον έχει εκφράσει επανειλημμένα ανησυχίες για κινεζικές εξαγωγές προϊόντων – μέσω σιδηροδρόμου – που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για στρατιωτικούς σκοπούς από την Τεχεράνη.
Μέχρι πρόσφατα, το ιρανικό ζήτημα δεν αποτελούσε βασικό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η στρατηγική αντιπαλότητα ΗΠΑ – Κίνας έχει ενταθεί σημαντικά.
Βασικός «στρατηγικός» ανταγωνιστής
Η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει πλέον το Πεκίνο ως τον βασικό παγκόσμιο ανταγωνιστή της, καθώς η κινεζική οικονομία και η γεωπολιτική επιρροή της Κίνας ενισχύονται διαρκώς.
Κατά την πρώτη του θητεία, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε επισήμως την Κίνα «στρατηγικό ανταγωνιστή» των ΗΠΑ. Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας της Ουάσινγκτον του 2017 ανέφερε ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί οικονομικά κίνητρα, πιέσεις και έμμεσες στρατιωτικές απειλές για να προωθήσει τη δική του πολιτική και στρατηγική ατζέντα.
Η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν συνέχισε την ίδια γραμμή, χαρακτηρίζοντας την Κίνα ως «τη βασική πρόκληση» για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν τις συμμαχίες τους στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού, ενώ οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώθηκαν περαιτέρω εξαιτίας των δασμών, των κυρώσεων, της Νότιας Σινικής Θάλασσας, της πανδημίας Covid-19 και κυρίως της Ταϊβάν.
Οι εντάσεις κορυφώθηκαν το 2022 με την επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν, ενώ ακολούθησε νέα κρίση όταν οι ΗΠΑ κατηγόρησαν το Πεκίνο για αποστολή «κατασκοπευτικού αερόστατου» στον αμερικανικό εναέριο χώρο.
Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025, ο Τραμπ εμφανίζεται να δίνει μικρότερη έμφαση στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Η νέα στρατηγική ασφαλείας της κυβέρνησής του δίνει μεγαλύτερο βάρος στο δυτικό ημισφαίριο και λιγότερο στην αντιπαράθεση στην Ασία και τον Ειρηνικό.
Παρ’ όλα αυτά, οι δασμοί και οι εμπορικές διαφορές παραμένουν σοβαρό σημείο τριβής, ενώ η κρίση με το Ιράν και το ζήτημα της Ταϊβάν ενδέχεται να εντείνουν περαιτέρω τις εντάσεις.
Η Ταϊβάν κορυφαία προτεραιότητα του Πεκίνου
Σύμφωνα με αναλυτές, η Ταϊβάν αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για το Πεκίνο. Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρούν επίσημα την πολιτική της «μίας Κίνας», συνεχίζουν να εξοπλίζουν την Ταϊβάν και να ενισχύουν τις εμπορικές σχέσεις μαζί της, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν επίσημα την ανεξαρτησία της.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει ακόμη εγκρίνει νέο πακέτο εξοπλισμών προς την Ταϊβάν ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο έχει ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα μπορεί να ζητήσει από την Ουάσινγκτον σαφέστερη αντίθεση στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν ως αντάλλαγμα για την άσκηση πίεσης στο Ιράν σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ.
Ο καθηγητής Στίβεν Χέρλιν δήλωσε στο Al Jazeera ότι το Πεκίνο θεωρεί την κυβέρνηση Τραμπ «πιθανώς πιο ευάλωτη ή πιο δεκτική» στις κινεζικές θέσεις για την Ταϊβάν.
«Οι Κινέζοι πιθανότατα θα επιχειρήσουν να πείσουν τον Τραμπ να μην προχωρήσει στη συμφωνία πώλησης όπλων προς την Ταϊβάν, η οποία βρίσκεται ουσιαστικά στο γραφείο του», ανέφερε χαρακτηριστικά.











