Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο

0
21

Μισός αιώνας από το μυστηριώδες τροχαίο – Η απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου, τα φρικτά βασανιστήρια, η θανατική καταδίκη, οι τέσσερις απόπειρες απόδρασης και η θυελλώδης σχέση με την Οριάνα Φαλάτσι

Ο απροσδόκητα πρόωρος όσο και μυστηριώδης χαμός του Αλέκου Παναγούλη τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς του 1976, εδώ και 50 ακριβώς χρόνια, δεν άφησε το παραμικρό περιθώριο να απαντηθεί με ευκρίνεια και πιστότητα ένα ερώτημα που ταλάνισε πολλούς ιστορικούς αναλυτές της Μεταπολίτευσης. Και που παραδόξως δεν γεννήθηκε ούτε κατά την αποτυχημένη απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου, γεγονός που τον ανέδειξε σε ηρωική μορφή της αντιστασιακής δράσης κατά του καθεστώτος των συνταγματαρχών, ούτε καν με τη θανατική καταδίκη του, που χρειάστηκε η κινητοποίηση ολόκληρης της φιλελληνικής Ευρώπης και της Αμερικής για να αποτρέψει την εκτέλεσή της.

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο
Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες συνόδευσαν τον Αλέκο Παναγούλη στην τελευταία του κατοικία

Ερώτημα απλό: πώς θα ήταν άραγε η εξέλιξη στο πολιτικό σκηνικό της Μεταπολίτευσης αν υπήρχε σε αυτό ενεργός ο Παναγούλης; Αν δηλαδή το πράσινο Mirafiori που του είχε χαρίσει η σύντροφός του, «φόβος και τρόμος» των ισχυρών ηγετών της εποχής -του αρχιμηχανορράφου της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινγκερ μη εξαιρουμένου-, η Ιταλίδα δημοσιογράφος Οριάνα Φαλάτσι, και το οποίο οδηγούσε ο ίδιος δεν κατέληγε, αφού εξετράπη της διαδρομής του, με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην είσοδο ενός φανοποιείου στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης, στο ρεύμα προς Γλυφάδα; Και όπου στα συντρίμμια του ο Παναγούλης άφησε την τελευταία του πνοή;

Και το ερώτημα αυτό προέκυψε εντελώς ξαφνικά, όπως σοκαριστικά αιφνίδιος ήταν και ο θάνατος του Παναγούλη. Οταν τέσσερις ημέρες μετά, αντί για κάποιους από τους μόλις 9.057 ψηφοφόρους που του είχαν εμπιστευτεί έναν σταυρό στο ψηφοδέλτιο της Β’ Αθηνών, της Ενωσης Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (ΕΚΝΔ), υπό τον Γεώργιο Μαύρο, στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές, τη 17η Νοεμβρίου 1974, στην κηδεία του συγκεντρώθηκε «μέγα πλήθος» με «μέγα πάθος» εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που συνόδευσε τη σορό του από τη Μητρόπολη μέχρι το Α’ Νεκροταφείο, αφήνοντας άναυδους τους πάντες. Ελληνες και ξένους, ακόμα και την ίδια την Ιστορία.

«Ο Παναγούλης ζει»

Τι ήταν αυτό που κινητοποίησε ένα εκατομμύριο ανθρώπους να διαδηλώνουν επί ώρες ότι «Ο Παναγούλης ζει»; Ηταν τόσο δημοφιλής στη συνείδηση των πολιτών ως ένας προ ολίγων ετών επίδοξος τυραννοκτόνος, αλλά στις κάλπες δεν το εξέφρασαν προτιμώντας πιο «συμβατικές» επιλογές, ήταν ο θρήνος τους για έναν ασυμβίβαστο αγωνιστή, ενδεχομένως και μελλοντικό ηγέτη που δεν πρόλαβε, αλλά «τον πρόλαβαν» είτε κάποιοι είτε απλώς η μοίρα του, μήπως κάποια μείξη από αυτά; Δύσκολες οι απαντήσεις. Ωστόσο, το βέβαιο είναι -σύμφωνα με την άποψη του Νίκου Σηφουνάκη, στενού φίλου και συναγωνιστή του Παναγούλη, όπως και πολλών αναλυτών της εποχής- ότι με την εμφατική αυτή παρουσία της «εκείνη την ημέρα μια κοινωνία αποτίναξε τη συλλογική ενοχή της για την απραξία της στα χρόνια της επτάχρονης τυραννίας».

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο
O Aλέκος Παναγούλης μετά τη σύλληψή του για την απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου
Κλείσιμο

Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν πολύ μπροστά από όλους όσοι συγκεντρώθηκαν εκείνη την ημέρα για να θρηνήσουν την απώλειά του. Πολύ ξεχωριστός. Ενας «ωραίος ως Ελληνας», ένας τεράστιος αγωνιστής και πατριώτης. Που όμως πολύ δύσκολα θα χωρούσε στα στενά όρια των παραδοσιακών πολιτικών σχηματισμών, όπως απέδειξε αποχωρώντας νωρίς από την ΕΚΝΔ. Ούτε θα μπορούσε να «συμβιώσει» με αρχηγικές προσωπικότητες τύπου Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο, πέραν των ακαδημαϊκών περγαμηνών του, δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως πολιτικά.

Η μαγική φράση

Μπορεί όμως το χέρι ενός αγωνιστή, στο όνομα των ιερών και των οσίων της Δημοκρατίας, να στοχεύσει με το όπλο της τιμωρίας ή να πυροδοτήσει τον βομβιστικό μηχανισμό και να εκτελέσει ή και να εξαϋλώσει έναν δικτάτορα; Στη σημερινή εποχή οι απόψεις διίστανται. Ο Παναγούλης έδωσε την οπτική του για τη δολοφονική απόπειρά του κατά του Παπαδόπουλου, λέγοντας στη Φαλάτσι, όταν αποφυλακίστηκε το 1973, ότι «δεν επεδίωξα να σκοτώσω. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω άνθρωπο. Επεδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο». Θρυλείται ότι αυτή ήταν η μαγική φράση που συγκλόνισε την Ιταλίδα, που τον έβλεπε και τον αντιμετώπιζε -ερωτευμένη από την πρώτη ματιά και την πρώτη του λέξη, φανατική και αφοσιωμένη θαυμάστριά του έκτοτε- ως έναν πραγματικό ήρωα. Ούσα και η ίδια μια ασυμβίβαστη, πραγματική πασιονάρια της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας της εποχής εκείνης.

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο
Το μοιραίο αυτοκίνητο μέσα στο οποίο άφησε την τελευταία του πνοή
Ελεγε αλήθεια στη Φαλάτσι ο Παναγούλης. Οταν προέκυψε η θανατική ετυμηγορία του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τον Αύγουστο του 1975, για τους Παπαδόπουλο, Παττακό και Μακαρέζο, πρωταιτίους του πραξικοπήματος, εξέπληξε τους πάντες: «Ξεπερνώντας κάθε προσωπικό πάθος, πιστεύω πως αποδίδεται δικαιοσύνη και χωρίς να σκάψουμε τάφους. Αλίμονο στους λαούς που δεν σκότωσαν τους τυράννους τους την ώρα του αγώνα. Κάθε καταδίκη μετά, στη συνείδηση του ιστορικού, μοιάζει περισσότερο με εκδίκηση». Η Δημοκρατία, όμως, δεν εκδικείται.

Η αντίσταση και η απόπειρα

Ο Αλέκος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939. Ανήκε σε οικογένεια στρατιωτικών. Ο πατέρας του Βασίλης Παναγούλης ήταν αξιωματικός του Στρατού Ξηράς και καταγόταν από τη Δίβρη Ηλείας. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιώργος ήταν αξιωματικός των ΛΟΚ. Μητέρα του η Αθηνά, από τη Λευκάδα. Μια πονεμένη, χαροκαμένη μάνα, που η εικόνα της πάνω από το φέρετρο του Αλέκου και δίπλα στη Φαλάτσι έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των Ελλήνων. Κήδευε το δεύτερο παιδί της, μόλις 36 ετών, έχοντας ήδη χάσει τα ίχνη του Γιώργου που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς εν πλω, επιστρέφοντας στην Ελλάδα από το Ισραήλ όπου είχε διαφύγει το 1967, έχοντας συλληφθεί και απελαθεί. Μικρότερος αδελφός ο Στάθης, μετέπειτα υπουργός επί ΠΑΣΟΚ και βουλευτής με τη σημαία και άλλων κομμάτων.

Φοίτησε στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Δημοκρατικών πεποιθήσεων, έντονα πολιτικοποιημένος, μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΟΝΕΚ (Νεολαίας της Ενωσης Κέντρου). Η 21η Απριλίου 1967 τον βρήκε στρατιώτη στο 85ο Σύνταγμα Πεζικού στη Βέροια. Στις 27 Μαΐου λιποτάκτησε. Δημιούργησε την οργάνωση «Εθνική Αντίσταση» και το παρακλάδι της ΛΑΟΣ (Λαϊκός Αντιστασιακός Οργανισμός Σαμποτάζ), όπου ήταν επικεφαλής. Κατάφερε να διαφύγει στην Κύπρο. Είχε επαφές με πολιτικούς παράγοντες, προσδοκώντας βοήθεια στην αντίσταση κατά της χούντας.

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο
Η μητέρα του Αθηνά, η Οριάνα Φαλάτσι, ο Σπύρος Μουστακλής και ο Στάθης Παναγούλης στην κηδεία

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, και με τη βοήθεια εκρηκτικών που του προμήθευσε ο Κύπριος υπουργός Αμυνας Πολύκαρπος Γεωρκάτζης μέσω του διπλωματικού σάκου, οργάνωσε την περίφημη απόπειρα δολοφονίας του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, στο 31ο χιλιόμετρο της Αθηνών – Σουνίου, κοντά στη Βάρκιζα, σε μια υπόγεια αποχετευτική σήραγγα, ο Παναγούλης έστησε ενέδρα με εκρηκτικό μηχανισμό αναμένοντας τον δικτάτορα. Που, αντίθετα με τα περί λιτής διαβίωσης που προπαγάνδιζε εξαπατώντας τους Ελληνες, επέβαινε σε μια αμερικανική θωρακισμένη Lincoln, πανάκριβο δώρο του επιχειρηματία Στρατή Ανδρεάδη, μετακινούμενος προς Αθήνα από την υπερπολυτελή βίλα που του είχε παραχωρήσει ο Ωνάσης στο Λαγονήσι.

Τα πράγματα βάδιζαν κατά το σχέδιο. Προηγούνταν δύο μοτοσικλετιστές της Χωροφυλακής, ακολουθούσαν η Lincoln με τον δικτάτορα και δύο συνοδευτικά οχήματα ασφαλείας. Oταν στις 07.40 έφτασαν στο σημείο, ο κρυμμένος πίσω από βράχια Παναγούλης πυροδότησε τον μηχανισμό. Καθυστέρησε όμως ένα-δυο δευτερόλεπτα και έτσι ο Παπαδόπουλος τη γλίτωσε.

Ακολούθησε συναγερμός. Η περιοχή αποκλείστηκε από ισχυρές δυνάμεις Στρατού και Χωροφυλακής, μαζί και η όποια διέξοδος φυγής του Παναγούλη προς τη θάλασσα. Δύο ώρες αργότερα τον συνέλαβαν. Φορούσε μόνο ένα μαγιό.

Οι βασανισμοί

Εξιστορώντας τη σύντομη ζωή του Αλέκου Παναγούλη, οι χαρακτηρισμοί μοιάζουν πολύ φτωχοί για να τον περιγράψουν. Ποια είναι τα στοιχεία που συναπαρτίζουν τους ήρωες; Γενναιότητα, αυτοθυσία, αυταπάρνηση, σθένος, αλλά και εγκαρτέρηση, αυθορμητισμός, αδάμαστη θέληση, αποφασιστικότητα, αυτοκυριαρχία. Ουσιαστικά αρετές που σπανίζουν – και μάλιστα σε συνδυασμό. Αλλά και δύο επίθετα: ασυμβίβαστος και αλύγιστος.

Ιδιότητες που αναγκάστηκαν να «ομολογήσουν» πρώτοι οι αρχιβασανιστές του. Τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν ξεπέρασαν κάθε αρρωστημένη φαντασία. Ισως μόνο με του μάρτυρα Σπύρου Μουστακλή να συγκρίνονται. Ανελέητο ξύλο, φάλαγγα, καψίματα με τσιγάρο, μαστιγώματα, όλα μέχρι αναισθησίας και ξανά από την αρχή, τοποθέτηση βελόνας στην ουρήθρα. Χωρίς διακοπή, χωρίς έλεος, χωρίς τέλος. Η απανθρωπιά σε όλο της το μεγαλείο. Δεν λύγισε, δεν πρόδωσε το παραμικρό μυστικό, δεν κατέδωσε κανέναν συνεργάτη του, παρά το αίμα, τον πόνο και τα ανταλλάγματα που συχνά του έταζαν. Δεν τους μιλούσε ποτέ, μόνο τους απαξίωνε. Οταν τον συνέλαβαν, έκαναν 48 ώρες για να μάθουν ποιος είναι. Τον ρωτούσαν πώς λέγεται, τον έδερναν ασταμάτητα, εκείνος όμως τους περιφρονούσε.

Ο αλήστου μνήμης Δημήτριος Ιωαννίδης παραδέχθηκε, όπως γράφει στο βιβλίο του «Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρόβες θανάτου» ο δημοσιογράφος Κώστας Μαρδάς: «Οταν είδαν και αποείδαν, μπήκε στο δωμάτιό του ο διοικητής της ΕΣΑ, ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης. Ο φόβος και ο τρόμος της υπηρεσίας. Ο παντεπόπτης των βασανιστηρίων. Τον κοίταξε διερευνητικά. Με μίσος. Αλλά και με έναν δύσκολα κρυμμένο θαυμασμό: “Παναγούλη, εγώ θα σε εκτελέσω”, είπε, τραβώντας του το μουστάκι. Φεύγοντας, ψιθύρισε στους υφισταμένους του: “Αφήστε τον. Δεν μιλάει. Είναι η μία περίπτωση στο εκατομμύριο”».

Επτά χρόνια αργότερα, στη δίκη των βασανιστών, ο διαβόητος Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος επίσης «ομολόγησε» απολογούμενος ενώπιον των στρατοδικών: «…Ο βουλευτής Παναγούλης δεν διηγήθηκε όλα όσα μπορούσε να διηγηθεί. Και όσα ανέφερε είναι αλήθεια. Τον παρακαλώ να πιστέψει ότι λυπάμαι που του φερθήκαμε όπως του φερθήκαμε. Και ότι τον εκτιμώ πολύ, ότι πάντοτε τον εκτιμούσα πολύ. Γιατί… Γιατί, κύριοι, ήταν ο μοναδικός που δεν υπέκυψε! Ο μοναδικός που δεν λύγισε ποτέ».

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο
Ο Αλέκος Παναγούλης με αστυνομικούς στη δίκη του

Η δίκη, οι αποδράσεις

Η στάση του Αλ. Παναγούλη στη δίκη του υπήρξε ένα ακόμη μνημειώδες παράδειγμα της απαράμιλλης θαρραλέας αντιστασιακής φυσιογνωμίας του. Η θανατική του καταδίκη ήταν βέβαιη. Παρά ταύτα, στην απολογία του συγκλόνισε: «Το ωραιότερον κύκνειον άσμα οιουδήποτε πραγματικού αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μιας τυραννίας – και αυτήν τη θέσιν αποδέχομαι». Ο ανεκδιήγητος βασιλικός επίτροπος Ιωάννης Λιαππής χαρακτήρισε τον Παναγούλη «εκ πεποιθήσεως εγκληματία». Και σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1968, την ίδια ημερομηνία που πέντε χρόνια αργότερα θα εξελισσόταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, εκφωνήθηκε η απόφαση: Παναγούλης δις εις θάνατον. Βαριές ποινές σε 11 ακόμη συγκατηγορούμενούς του.

Προσωπικότητες της εμβέλειας του Πάπα Παύλου του ΣΤ’, του γ.γ. του ΟΗΕ Ου Θαντ, του Γάλλου πρώην προέδρου Σαρλ Ντε Γκολ, του Ιταλού πρωθυπουργού Τζιοβάνι Λεόνε, κολοσσών του πνεύματος και της τέχνης όπως οι Ζαν Πολ Σαρτρ και Πάμπλο Πικάσο ζήτησαν τη ματαίωση της εκτέλεσης της ποινής. Οι χουντικοί του ζήτησαν επανειλημμένα να υπογράψει αίτηση απονομής χάριτος. Ούτε το συζήτησε, γελούσε περιφρονητικά. Στις 20 Νοεμβρίου μεταφέρθηκε στις Φυλακές της Αίγινας για την εκτέλεση, αλλά οι ηγέτες της χούντας τελικά υπέκυψαν στις διεθνείς πιέσεις.

Λίγες μέρες μετά τον οδήγησαν στις Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου. Και εκεί άρχισε το δεύτερο μέρος των βασανισμών του. Αμύνθηκε πάλι, επιδιδόμενος κατ’ εξακολούθηση σε πολυήμερες απεργίες πείνας, μέχρι καθολικής εξάντλησης.

Σπάνιο ντοκουμέντο: Ο Παναγούλης μιλά για τα βασανιστήρια που του έκανε η χούντα

Ακολούθησαν οι απόπειρες απόδρασης. Στην πρώτη, τον Ιούνιο του 1969, τον βοήθησε ο στρατιώτης Γιώργος Μωράκης. Του άνοιξε το κελί και του έδωσε στολή εξόδου. Εξαφανίστηκαν πηδώντας τη μάντρα. Επιβιβάστηκαν σε ένα λεωφορείο προς Αθήνα. Τέσσερις μέρες μετά, συνελήφθη. Κατονόμασε έναν Τάκη Πατίτσα ως προδότη αντί 500.000 δραχμών.

Στις 18 Νοεμβρίου 1969, έπειτα από πολύμηνη προσπάθεια, σκάβοντας το χώμα του κελιού του με ένα κουτάλι, κατάφερε να ανοίξει μια τρύπα. Βγήκε, αλλά το σχέδιό του είχε γίνει αντιληπτό και στην έξοδο τον περίμεναν οι δεσμοφύλακες.

Την τρίτη φορά ενέταξε στο σχέδιό του τον δεσμοφύλακά του Κώστα Μπεκάκο, τον ασκούμενο δικηγόρο Κώστα Ανδρουτσόπουλο και την Αμαλία Φλέμινγκ. Η μητέρα του τον εφοδίασε με λεπτά σιδηροπρίονα, κρυμμένα σε ένα βιβλίο. Ωστόσο, μια άλλη απόδραση, του Νίκου Ζαμπέλη, στις Φυλακές Αίγινας, υποχρέωσε τους χουντικούς να πάρουν έκτακτα μέτρα. Εψαξαν εξονυχιστικά το κελί του Παναγούλη, βρήκαν τα σύνεργα και η απόπειρα ματαιώθηκε.

Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου μεταφέρθηκε, οργάνωσε την τελευταία απόπειρα. Συνεργός του, ο δεκανέας Δημήτρης Στάικος. Το σχέδιο παράτολμο. Θα εξουδετέρωναν πέντε φρουρούς με χλωροφόρμιο και θα διέφευγαν. Εξω από το κολαστήριο θα τους περίμεναν ο Ανδρουτσόπουλος, ο Ελληνοαμερικανός Τζον Σκέλτον και η Αθηνά Ψυχογιού και η Φλέμινγκ όλους, στην αρχή της Μεσογείων, ώστε να φυγαδεύσει τον Παναγούλη. Ο δεκανέας, όμως, πρόδωσε το σχέδιο.

Η Φαλάτσι

Απελευθερώθηκε τον Αύγουστο του 1973 βάσει της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς στους πολιτικούς κρατούμενους. Τότε ξεκίνησε και η σχέση του με τη Φαλάτσι. Τρία χρόνια έρωτα, έντασης, αγάπης, φωτιάς. Για εκείνη ήταν ο ήρωας, ο δικός της και του κόσμου όλου. Για εκείνον ήταν η προστάτιδα, ο αετός που τον σκέπαζε με τα φτερά της, συνάμα το αγκυροβόλι του.

Ενα βράδυ είχαν πάει στην Πόλυ Πάνου, σε ένα υπόγειο της οδού Αμερικής όπου τραγουδούσε τότε. Εμειναν έως αργά, ήταν σε ευθυμία. «Θα έρθω να ζήσω εδώ», του είπε η Φαλάτσι. «Και τι θα κάνεις;», τη ρώτησε εκείνος. «Θα σου πάρω ένα αυτοκίνητο για να με φέρνεις να ακούω την Πόλυ Πάνου». Το είπε και το έκανε, του το αγόρασε. Ηταν το μοιραίο Mirafiori.

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο

Μαζί της έφυγε για τη Ρώμη. Εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο «Excelsior», απέναντι από τα γραφεία του εκδοτικού οίκου Ριτσόλι, όπου εργαζόταν η Φαλάτσι. Ο Παναγούλης άρχισε να αρθρογραφεί στο «Europeo». Επέστρεψε μετά τη Μεταπολίτευση. Μετά τον θάνατό του, η Φαλάτσι απομονώθηκε για τρία χρόνια και συνέγραψε το αφιερωμένο στον Αλέκο βιβλίο «Ενας άνδρας». Καθώς όμως είχε και στοιχεία μυθιστορήματος, η οικογένεια Παναγούλη -η μητέρα Αθηνά και ο Στάθης- πήραν δημόσια αποστάσεις.

Η ποίηση

Μια καταιγιστική αλληλουχία γεγονότων και ένα φιλμ ζωής που όσες φορές και να το ξαναδείς δεν παύεις να καθηλώνεσαι από θαυμασμό και δέος για έναν άνθρωπο ασυνήθιστων προδιαγραφών. Η ζωή του Αλέκου Παναγούλη.

Οκτώ βιβλία τον περιγράφουν ως ανατροπέα μιας ολόκληρης εποχής. Και άλλα τέσσερα, με τη δική του, ενίοτε ματωμένη -στην κυριολεξία- υπογραφή, αποκαλύπτουν πέρα από τον ήρωα, έναν άλλο πλούσιο κόσμο, αυτόν της υπέροχης ψυχής, των υψηλών συναισθημάτων και της ευαισθησίας ενός στοχαστή-ποιητή. Που αν δεν προλάβαινε να αναδειχθεί σε θρύλο της αντίστασης με παγκόσμια ακτινοβολία φεύγοντας πρόωρα από τη ζωή, θα περνούσε στο πάνθεον των σπουδαίων Ελλήνων ποιητών. Ετσι τον έβλεπε και η Φαλάτσι: «Ηταν πρώτα και πάνω απ’ όλα ένας ποιητής, ένας καλλιτέχνης, και ο ηρωισμός του ήταν απόρροια της ποίησής του». Και έγραψε στο βιβλίο της: «Η ιστορία του κόσμου μας απέδειξε καλά ότι μόλις πεθάνει ένας αρχηγός εφευρίσκεται ένας άλλος, μόλις πεθάνει ένας άνθρωπος της δράσης, εμφανίζεται ένας άλλος. Ωστόσο, όταν πεθάνει ένας ποιητής, όταν εξοντωθεί ένας ήρωας, δημιουργείται ένα ασυμπλήρωτο κενό και δεν μένει άλλο από το να περιμένουμε από τους θεούς να τον αναστήσουν. Ποιος ξέρει πού, ποιος ξέρει πότε».

Τα καλύτερα ποιήματά του τα έγραψε έγκλειστος στο Μπογιάτι. Στον τοίχο του κελιού του ή σε μικροσκοπικά παλιόχαρτα, με μελάνι συχνά το ίδιο του το αίμα. Πολλά δεν διασώθηκαν. Κάποια κατάφερε να τα βγάλει από τη φυλακή με διάφορους τρόπους, άλλα τα ξανάγραψε αργότερα χάρη στο ισχυρό μνημονικό του. Οι δύο πρώτες συλλογές του εκδόθηκαν στο Παλέρμο και το Μιλάνο, η πρώτη το 1972, όντας ακόμη φυλακισμένος. Αμφότερες με εισαγωγικό σημείωμα του Πιερ Πάολο Παζολίνι.

Αλέξανδρος Παναγούλης: Έζησε στα όρια, ο θάνατός του παραμένει ένα μυστήριο
Δημοσίευμα για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα

Το τέλος

Ο θάνατος είχε στήσει καρτέρι στον Παναγούλη στη λεωφόρο Βουλιαγμένης χαράματα της Πρωτομαγιάς του 1976. Οδηγούσε το Mirafiori με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι άκουσαν έναν θόρυβο από απότομο φρενάρισμα, είδαν το αυτοκίνητο να προσκρούει στην είσοδο ενός ημιυπόγειου φανοποιείου και ένα άλλο -βυσσινί, μάρκας Jaguar ή Alfa Romeo, έλεγαν- να εξαφανίζεται.

Ο θάνατoς του Παναγούλη σόκαρε το πανελλήνιο. Προκλήθηκε σάλος. Γιατί προέκυψε εν μέσω ενός θολού σκηνικού, που πάντως ουδέποτε ξεκαθαρίστηκε σε βασικές πτυχές του. Είχε μόλις παραιτηθεί από βουλευτής της ΕΚΝΔ και ετοιμαζόταν να προχωρήσει σε αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη χούντα. Είχε στα χέρια του μέρος του αρχείου του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος της ΕΣΑ, το οποίο απέσπασε από τη σύζυγο του Νίκου Χατζηζήση. Hδη τμήματα του αρχείου είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Τα Νέα», αλλά ο επίτροπος του Στρατοδικείου Μιχάλης Ζούβελος εξέδωσε απαγορευτική διάταξη. Τούτο προκάλεσε σφοδρή σύγκρουση μεταξύ Παναγούλη και Ευάγγελου Αβέρωφ, τότε υπουργού Αμυνας.

Οι εφημερίδες της αντιπολίτευσης υιοθέτησαν εν πολλοίς τη θεωρία ότι καταδιώχτηκε εσκεμμένα, με τρόπο ώστε να υποχρεωθεί να βγάλει το αυτοκίνητό του από τον δρόμο, χάνοντας τη ζωή του για να μην κάνει συνταρακτικές αποκαλύψεις σχετικά με τον «Φάκελο ΕΣΑ». Αλλά και για στοιχεία που είχε συγκεντρώσει αναφορικά με την προδοσία της Κύπρου, καθώς και για την ανεξιχνίαστη υπόθεση της εξαφάνισης του αδελφού του. Πολλοί πολιτικοί διατύπωσαν δημόσια τις υποψίες τους, όπως και ο εισαγγελέας Δ. Τσεβάς.

Το μοιραίο Mirafiori

Στις 3 Μαΐου παρουσιάστηκε αυτοκλήτως στην Αστυνομία ο 31χρονος βιοτέχνης Μιχάλης Στέφας που ισχυρίστηκε ότι, χωρίς δόλο, με ένα απότομο φρενάρισμα του δικού του αυτοκινήτου προκάλεσε την εκτροπή και τη θανατηφόρα πρόσκρουση του Mirafiori. Η μαρτυρία του ενέτεινε τη σύγχυση, καθώς το αυτοκίνητό του ήταν μάρκας Peugeot 404 και χρώματος μπεζ. Καμιά σχέση με αυτά που ισχυρίζονταν οι μάρτυρες. Η κατάθεσή του ωστόσο έγινε δεκτή. Στη δίκη εκτιμήθηκε ότι επρόκειτο τελικά για ένα ατύχημα. Ο Στέφας καταδικάστηκε σε 11μηνη εξαγοράσιμη φυλάκιση και πρόστιμο 3.000 δραχμών. Πολλοί μίλησαν για παρωδία. Από την άλλη ωστόσο, τελικά, τίποτα δεν αποδείχτηκε.
Με αρκετή καθυστέρηση η ελληνική Πολιτεία τίμησε τον Παναγούλη δίνοντας το όνομά του σε δρόμους και πλατείες, καθώς και στον Σταθμό «Αγιος Δημήτριος-Αλέξανδρος Παναγούλης» του αθηναϊκού μετρό. Ο ανδριάντας του ανεγέρθηκε το 2012 στην πλατεία Δικαιοσύνης στην Πανεπιστημίου. Το τραγικό Mirafiori βρίσκεται στο Αργυράκειο Πολεμικό Εθνολογικό Μουσείο στην Επισκοπή Ηρακλείου Κρήτης.

Το βράδυ της Τετάρτης 6ης Μαΐου, σε εκδήλωση που διοργανώνεται στο Πάρκο Ελευθερίας, η Πολιτιστική «Εταιρεία Αρχιπέλαγος» και οι Εκδόσεις Καστανιώτη θα παρουσιάσουν μια συλλογική έκδοση-αφιέρωμα για τον Αλέξανδρο Παναγούλη. Eνα 13ο βιβλίο γι’ αυτόν, 300 σελίδων, σε επιμέλεια των Νίκου Σηφουνάκη και Θανάση Πετρίδη, με κείμενα 31 ιστορικών, συγγραφέων, ποιητών, σκηνοθετών, καθηγητών, δημοσιογράφων, μουσικών, ηθοποιών για να γνωρίσει ο αναγνώστης τις πτυχές της προσωπικότητας του Παναγούλη. Τίτλος: «Απείθεια στο Θάνατο». Η ζωή του σε τρεις λέξεις, με χιλιάδες νοήματα.

Φωτογραφίες: Getty images / Ideal image, AΡΧΕΙΟ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ