200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου: Οι ιστορίες εννέα ηρώων και ενός προδότη – Οι οπλαρχηγοί, ο μηχανικός και ο πρώτος δημοσιογράφος

0
17

Η Εξοδος των Ελεύθερων Πολιορκημένων στις 10-11 Απριλίου του 1826 αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή της Ελληνικής Επανάστασης και παγκόσμιο σύμβολο αυτοθυσίας – Οι οπλαρχηγοί Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτρης Μακρής και Νότης Μπότσαρης, ο ιστορικός Νικόλαος Κασομούλης, ο Χρήστος Καψάλης και οι φλογεροί φιλέλληνες όπως ο Ιάκωβος Μάγερ, που εξέδωσε την πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα

Η ιστορία της Επανάστασης του 1821 είναι γεμάτη από τις ηρωικές πράξεις των εξεγερμένων Ελλήνων που πάλεψαν για την απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό. Τα όσα όμως υπέστησαν οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου και η εποποιία της τραγικής όσο και μεγαλειώδους Εξόδου, ακριβώς 200 χρόνια πριν, έχουν καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορική συνείδηση ως ένα από τα σπανιότερα και αυθεντικότερα δείγματα του τι σήμαινε στην πράξη το πιο σπουδαίο δίλημμα στο οποίο εκείνοι απαντούσαν τότε: «Ελευθερία ή Θάνατος».

Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου του 1826, ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων, στο Μεσολόγγι αναμετρήθηκαν οι Ελληνες με τα ιδανικά και την ιστορία τους και απέδειξαν σε όλο τον πολιτισμένο, αλλά εν πολλοίς δύσπιστο κόσμο ότι άξιζαν την ελευθερία τους. Το αίμα και ο ηρωισμός τους, αλλά και η θυσία δεκάδων φιλελλήνων πυροδότησαν νέο κύμα φιλελληνισμού στην Ευρώπη και την Αμερική, που σύντομα αποδείχτηκε κρίσιμο για την προοπτική της Επανάστασης.

Μόνη λύση

Οι Τούρκοι ήθελαν την ανακατάληψη του επαναστατημένου Μεσολογγίου, καθώς ήταν το πιο στρατηγικό σημείο στην περιοχή. Στην πρώτη πολιορκία (25 Οκτωβρίου – 31 Δεκεμβρίου 1822) οι στρατιές των Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη απέτυχαν. Ακολούθησε η δίμηνη πολιορκία του Αιτωλικού το φθινόπωρο του 1823. Και στα μέσα Απριλίου του 1825 ο Κιουταχής με 35.000 άνδρες ξεκίνησε τη μεγάλη και τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου. Επί ένα οκτάμηνο αποτύγχανε. Χρειάστηκε η συνδρομή του Ιμπραήμ με δύναμη 10.000 ανδρών.

Ο ασφυκτικός αποκλεισμός της πόλης εξάντλησε τις δυνατότητες των πολιορκημένων να συνεχίσουν την άμυνα.

Μοναδική λύση απέμεινε η Εξοδος. Οι ανήμποροι ασθενείς και πληγωμένοι δέχτηκαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Το πολεμικό συμβούλιο αποφάσισε να εκτελεστούν όλοι οι αιχμάλωτοι, αλλά και τα γυναικόπαιδα, για να μην πέσουν στα χέρια των Τουρκοαιγυπτίων, όμως η δεύτερη απόφαση ανατράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ.

Το σχέδιο πρόβλεπε να κινηθούν χωρισμένοι σε τρία σώματα: τα δύο με μαχητές και επικεφαλής τους Δημήτριο Μακρή και Νότη Μπότσαρη και το τρίτο με τους Μεσολογγίτες Αθανάσιο Ραζή-Κότσικα και Μήτρο Δεληγιώργη, περιλαμβάνοντας και τα γυναικόπαιδα. Παρότι το σχέδιο προδόθηκε, δεν κάμφθηκαν. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι περισσότεροι ιστορικοί αναφέρουν 1.700 από τους ήρωες μαχητές νεκρούς και 1.300 ζωντανούς και ελεύθερους να συνεχίζουν τον Αγώνα. Στην πόλη η ανατίναξη δύο πυριτιδαποθηκών από τον Χρήστο Καψάλη και τον επίσκοπο Ρωγών σφράγισε τη μεγάλη θυσία. Σχεδόν 6.000 γυναικόπαιδα σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο Τζορτζ Φίνλεϊ υπολόγισε σε περίπου 2.000 τους διασωθέντες, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ήταν 5.000. Στην Εξοδο υπήρξαν πολλοί επώνυμοι πρωταγωνιστές, αλλά όλοι μαζί οι πολιορκημένοι, μαχητές και άμαχοι, ήταν πραγματικοί ήρωες. Χάρη στη θυσία τους οι οπλαρχηγοί Στουρνάρης, Ραζής-Κότσικας, Γριβογεώργης και Αγγελής, ο πολιτικός διοικητής Παπαδιαμαντόπουλος, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός των οχυρώσεων Κοκκίνης, ο Καψάλης και ο φιλέλληνας Μάγερ έγιναν εθνομάρτυρες.

Ο «εγκέφαλος» της άμυνας

Ο μηχανικός Μιχαήλ Κοκκίνης ήταν ο «εγκέφαλος» της άμυνας του Μεσολογγίου, ο αρχιτέκτονας της οχύρωσής του. Χωρίς το έργο του, η Ιερά Πόλη δεν θα μπορούσε να αντισταθεί. Σχεδίασε και επέβλεψε το χτίσιμο του τείχους κατά αριστοτεχνικό τρόπο ώστε να καταστεί απόρθητο, αλλά και μεριμνούσε για την άμεση επιδιόρθωση των ζημιών από τους συνεχείς κανονιοβολισμούς των πολιορκητών. Εκτός αυτού, ο Κοκκίνης πέρασε στο πάνθεον της Ιστορίας και ως ήρωας, καθώς έπεσε μαχόμενος κατά την ηρωική Εξοδο. Δεν ήταν τυχαία προσωπικότητα. Καταγόταν από τη Χίο, σπούδασε μηχανικός στη Γαλλία, όπου γνώρισε το έργο επιφανών στρατιωτικών μηχανικών, κάτι που αξιοποίησε μετέπειτα στο Μεσολόγγι. Δίδαξε μηχανική, σχέδιο, γεωδαισία και ανώτερα μαθηματικά στην ανωτέρα ελληνική σχολή του Βουκουρεστίου, ενώ γνώριζε τέσσερις γλώσσες. Θερμός πατριώτης, συμμετείχε στην Επανάσταση των Παραδουνάβιων Χωρών υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και ακολούθως έσπευσε στο Μεσολόγγι όπου βρισκόταν ο γνώριμός του Μαυροκορδάτος.

Με εντολή του και τη βοήθεια του Μεσολογγίτη αρχιτέκτονα Σταύρου Κουτζούκη, ο Κοκκίνης σχεδίασε την ανακατασκευή και ενίσχυση του υπάρχοντος περιτειχίσματος, με την προσθήκη προμαχώνων και αμυντικών πυργίσκων. Τα έργα ξεκίνησαν στις 7 Μαρτίου του 1823. Οι αμοιβές των 30 επιστατών περιορίστηκαν σε 80 γρόσια τον μήνα, οι εργάτες αμείβονταν με 1 γρόσι, οι γυναίκες με 20 παράδες, ενώ δινόταν και ψωμί σε όλους. Υπήρξε και τεράστια εθελοντική προσφορά. Η κατασκευή χρηματοδοτήθηκε από πωλήσεις εθνικών γαιών, εισφορές των κατοίκων, έκτακτη φορολογία στο σιτάρι, εισφορές των Επτανησίων, 4.000 χρυσά τάλιρα από το πρώτο αγγλικό δάνειο και 1.000 του λόρδου Βύρωνα. Το τείχος ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1824.

Μετά την έλευση του Ιμπραήμ, οι κανονιοβολισμοί αυξήθηκαν σε 2.000 ημερησίως. Οι ζημιές στο τείχος πολλαπλασιάστηκαν. Ο Κοκκίνης διέταξε την κατεδάφιση περίπου 500 σπιτιών για την εξασφάλιση υλικών επισκευής. Τελευταίο έργο του ήταν οι γέφυρες της Εξόδου. Τις προετοίμασε ώστε να αντέξουν το βάρος από το ταυτόχρονο πέρασμα χιλιάδων ανθρώπων. Το άντεξαν. Στην Εξοδο ακολούθησε τη φάλαγγα του Νότη Μπότσαρη. Βρήκε ένδοξο θάνατο.

Ο πνευματικός καθοδηγητής

Εθνομάρτυρας, από τα σύμβολα της εποποιίας του Μεσολογγίου, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ γεννήθηκε το 1776 στα Αμπελάκια Λάρισας. Η πατριωτική του δράση θορύβησε τον Αλή Πασά, που το 1814 πέτυχε τη σύλληψη και τη θανατική καταδίκη του. Δραπέτευσε όμως, κατέφυγε στην Αρτα όπου ο Μητροπολίτης Πορφύριος τον χειροτόνησε αρχιμανδρίτη. Εκεί γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο Ρωγών και Κοζύλης Μακάριο, που καταδιωκόμενος από τον Αλή Πασά διέφυγε στην Κέρκυρα, ενώ ο Ιωσήφ τον διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο. Στο Μεσολόγγι έσπευσε τον Φεβρουάριο του 1822 και βοήθησε στην άμυνα της πόλης. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1823 διοργάνωσε την υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα. Ηταν ηγετική φυσιογνωμία και άσκησε ισχυρή επιρροή στις αποφάσεις για την άμυνα. Εγινε σύμβολο της ενότητας των πολιορκημένων ως πνευματικός καθοδηγητής τους. Πολεμούσε και ο ίδιος στα τείχη και πρωτοστατούσε στην περίθαλψη των τραυματιών.

Στην Ιστορία πέρασε η σφοδρή αντίδρασή του στην πρόταση του αρχιπυροβολητή Κωνσταντίνου Γουρνάρα να θανατωθούν όλα τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα εχθρικά χέρια. Δακρυσμένος ο Ιωσήφ είπε: «Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι αρχιερεύς! Αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσετε εμένα. Και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων. Και το αίμα των αθώων να πέση εις τα κεφάλια σας».

Ο Ιωσήφ συνέταξε την απόφαση και το σχέδιο της Εξόδου, που αποτελούνταν από 17 άρθρα. Το υπαγόρευσε στον γραμματέα του στρατηγού Νικόλαου Στουρνάρη, λόγιο Νικόλαο Κασομούλη, ο οποίος το διέσωσε.

Το βράδυ της Εξόδου, μαζί με τον αρχιμανδρίτη Γεράσιμο Ζαλογγίτη και λίγους αναπήρους και τραυματίες, κλείστηκαν στον Ανεμόμυλο. Με τη σύμφωνη γνώμη όλων, όταν οι εχθροί έφτασαν, ο Ιωσήφ έβαλε φωτιά στο μπαρούτι που υπήρχε και όλοι ανατινάχτηκαν. Το τέλος του, όμως, υπήρξε μαρτυρικό. Οι εισβολείς τον βρήκαν βαριά τραυματισμένο, τον βασάνισαν μέχρι θανάτου και τον κρέμασαν μπροστά από τα ερείπια του Ανεμόμυλου.

Ο μπουρλοτιέρης

Δεν είναι λίγες οι ηρωικές πράξεις Ελλήνων επαναστατών που πέρασαν στην αθανασία, όταν σε συνθήκες απόγνωσης προτίμησαν αντί του σφαγιασμού ή της ατιμωτικής αιχμαλωσίας να δώσουν τέλος στη ζωή τους παίρνοντας συγχρόνως μαζί τους πολλαπλάσιους εχθρούς.

Στην κατηγορία αυτών των ηρώων ξεχωριστή θέση έχει ο Χρήστος Καψάλης, ο μπουρλοτιέρης του Μεσολογγίου. Ηταν προύχοντας, που γεννήθηκε το 1751 και αναδείχθηκε σε πρωτεργάτη της Επανάστασης στο Μεσολόγγι, διαθέτοντας ολόκληρη την περιουσία του για τον ιερό σκοπό.

Στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο δήλωσε ότι θα κλειστεί στην μπαρουταποθήκη με όσους ήταν ανήμποροι να φύγουν και στην κατάλληλη στιγμή θα την ανατινάξει στον αέρα. Οι παριστάμενοι συμφώνησαν. Συγκέντρωσε περίπου 400 άτομα, ανάμεσά τους και πολλές γυναίκες και παιδιά. Οταν ξημέρωσε και οι τουρκοαιγυπτιακές ορδές είχαν ξεχυθεί στην πόλη για σφαγές και πλιάτσικο, ο Καψάλης έβαλε τις νεότερες γυναίκες στα παράθυρα για να τις δουν οι εχθροί. Το δόλωμα έπιασε. Οταν πήγαν να εισβάλουν στην πυριτιδαποθήκη, ο Καψάλης την ανατίναξε. Οι μαρτυρίες μιλούν για τουλάχιστον 1.000 νεκρούς εισβολείς.

Ο ιστορικός της Επανάστασης

Ο Νικόλαος Κασομούλης ήταν από τους επιφανέστερους ιστορικούς της Επανάστασης. Κατέγραψε τα όσα συνέβησαν στο Μεσολόγγι, κατά τη μεγάλη πολιορκία και την Εξοδο, πολεμώντας ο ίδιος και ο αδελφός του Δημήτρης.

Γεννήθηκε -πιθανότατα- στα Σιάτιστα της Κοζάνης το 1795, γιος του εμπόρου και προεστού Κώστα Κασομούλη, από την πρώτη του γυναίκα Σουλτάνα. Κατά την Εξοδο διασώθηκε, αλλά ο αδελφός του τραυματίστηκε βαρύτατα και άφησε την τελευταία του πνοή στο βουνό Ζυγός στις 11 Απριλίου.

Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα. Στο σπουδαίο ιστορικό του έργο συμπεριλαμβάνονται τα τρίτομα χειρόγραφα απομνημονεύματά του 2.701 σελίδων με τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833», που εκδόθηκαν το 1939 από τον ιστοριοδίφη και συγγραφέα Γιάννη Βλαχογιάννη. Στις χρονογραφικές του σημειώσεις για την Εξοδο βρίσκεται και η ιστορική απόφαση γι’ αυτήν.

Ο «Σβίτσερος»

Σίγουρα ο Λόρδος Βύρων ήταν ο εξοχότερος των φιλελλήνων, αλλά και ο Ελβετός Ιάκωβος Μάγερ είχε τεράστια προσφορά, υλική, πνευματική, ηθική, στην Επανάσταση και πρωτίστως στο Μεσολόγγι.

Γεννημένος στη Ζυρίχη στις 30 Δεκεμβρίου του 1798, ανέπτυξε έντονα φιλελληνικά αισθήματα. Με έξοδα της φιλελληνικής επιτροπής της Βέρνης μετανάστευσε τον Σεπτέμβριο του 1821 στην Ελλάδα. Πήρε μέρος στη Ναυμαχία της Πάτρας στις αρχές Μαρτίου του 1822 υπό τον Ανδρέα Μιαούλη. Η κοινωνία του Μεσολογγίου τον αγάπησε. Τον αποκαλούσαν «Σβίτσερο» (Σβιτ ήταν το καντόνι που έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την Ελβετία). Βαφτίστηκε ορθόδοξος για να παντρευτεί την αγαπημένη του Αλτάνα Ιγγλέση, κόρη προύχοντα, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά.

Ηταν ο εκδότης της τετρασέλιδης εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά», που κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα και είναι μια βασική πηγή διάσωσης του χρονικού της πολιορκίας και της Εξόδου. Με τη συνδρομή του Βρετανού φιλέλληνα, συνταγματάρχη και συγγραφέα Λέστερ Στάνχοπ, που έφερε από το Λονδίνο χειροκίνητο πιεστήριο με τα ανάλογα τυπογραφικά στοιχεία, αλλά και του Λόρδου Βύρωνα, η εφημερίδα κυκλοφόρησε από τον Ιανουάριο του 1824 μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου του 1826, όταν τα μηχανήματα καταστράφηκαν από τους εχθρικούς κανονιοβολισμούς.

Ο Βύρων πίστευε ότι τα φλογερά φιλελεύθερα και αντιμοναρχικά άρθρα του Μάγερ, που διαβάζονταν και στο εξωτερικό, δεν έκαναν καλό στην ελληνική υπόθεση λόγω της εξάρτησης της έκβασης του Αγώνα από τις ευρωπαϊκές μοναρχίες. Αλλά για τον Μάγερ η ελευθερία του Τύπου ήταν αδιαπραγμάτευτη. Το διακήρυττε με κάθε ευκαιρία ασκώντας κριτική στους πάντες όταν διαφωνούσε. Ο τίτλος άρθρου του «Η δημοσίευσις είναι ψυχή της δικαιοσύνης» την 20ή Ιουλίου του 1824 έχει υιοθετηθεί από την ΕΣΗΕΑ, γι’ αυτό και θεωρείται ο πατέρας της ελληνικής δημοσιογραφίας. Σκοτώθηκε μαζί με την οικογένειά του κατά την Εξοδο.

Ο 22χρονος στρατηγός

Οταν στις 7 Αυγούστου του 1825 ο Κίτσος Τζαβέλας, επικεφαλής 580 ανδρών, μπήκε στο Μεσολόγγι για να ενισχύσει την άμυνά του, είχε ήδη δημιουργήσει τον δικό του θρύλο ανάμεσα στους κορυφαίους οπλαρχηγούς της Επανάστασης. Οι πολιορκημένοι αναθάρρησαν και το ηθικό τους αναπτερώθηκε.

Πολεμική ιδιοφυΐα, εξορμούσε με τους άνδρες του από το Μεσολόγγι στήνοντας ενέδρες σε τουρκικά στρατεύματα, τα οποία συνέτριβε προκαλώντας τους βαρύτατες απώλειες. Απέκτησε έτσι τον τίτλο του στρατηγού, αν και μόλις 22 ετών.

Στις 28 Φεβρουαρίου του 1826 ηγήθηκε της ελληνικής επίθεσης εναντίον του στρατοπέδου του Κιουταχή και στις 25 Μαρτίου πρωταγωνίστησε στη μάχη της Κλείσοβας, που στοίχισε στους Τουρκοαιγύπτιους 3.000-3.500 νεκρούς και τραυματίες.

Κατά την Εξοδο διέφυγε μαζί με πολλούς από τους άνδρες του. Το 1829 επανήλθε θριαμβευτής απελευθερώνοντας τη Ναύπακτο και το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στον οποίο και προσέκειτο, αναμείχθηκε στις συγκρούσεις που ακολούθησαν. Φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη στα χρόνια της Αντιβασιλείας, αλλά ο Οθωνας τον έκανε αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1843 έγινε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, τον οποίο και διαδέχθηκε μετά τον θάνατό του στην πρωθυπουργία για ένα εξάμηνο μεταξύ 1847-1848.

Ο έσχατος επικεφαλής της φρουράς

Ο Νότης Μπότσαρης ήταν ο επικεφαλής της φρουράς του Μεσολογγίου από τον Δεκέμβριο του 1825 μέχρι και την Εξοδο. Ηταν γενναίος οπλαρχηγός, ωστόσο πολλοί ιστορικοί τού καταλογίζουν αυταρχισμό και φιλοχρηματία.

Γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1756 και ήταν γιος του Γιώργη Μπότσαρη από την ομώνυμη σουλιώτικη οικογένεια, την αρχηγία της οποίας ανέλαβε μετά τον θάνατο του αδελφού του Κίτσου.

Προς τα τέλη του 1823 πέρασε στη Δυτική Στερεά. Διακρίθηκε στις πολιορκίες του Μεσολογγίου και κατά την Εξοδο, όπου παρά την προχωρημένη ηλικία του οδήγησε επιτυχώς την ομάδα του στη διαφυγή. Το 1829 διακρίθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Ναυπάκτου, στην οποία πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1841, έχοντας αποκτήσει 12 παιδιά από τον γάμο του με τη Χριστίνα Μπέκα.

Ο κορυφαίος φιλέλληνας

Το όνομα του Λόρδου Βύρωνα (Τζορτζ Γκόρντον Νόελ Μπάιρον) είναι συνώνυμο του φιλελληνισμού, ταυτισμένο μαζί του. Δεν ήταν παρών στην Εξοδο, έφυγε από τη ζωή δύο χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο ουδείς αμφιβάλλει ότι η μνήμη και οι παρακαταθήκες που άφησε στους Μεσολογγίτες ήταν παρούσες και στη μεγάλη πολιορκία και την Εξοδο. Τους ενέπνευσαν ώστε να αντέξουν και να δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους.

Υπήρξε ο πιο φημισμένος Βρετανός του 19ου αιώνα και το 1823 ήταν ο πιο διάσημος άνθρωπος στον κόσμο. Σπουδαίος ποιητής του ρομαντισμού, ανατρεπτικός, ασυμβίβαστος, πρωτοπόρος. Το κυριότερο για εμάς, φιλέλληνας. Αγάπησε την Ελλάδα, μαγεύτηκε απ’ αυτήν, έγραψε γι’ αυτήν, την ύμνησε, βοήθησε με κάθε τρόπο τον Αγώνα. Οταν έφυγε από τη ζωή, το Μεσολόγγι και η Ελλάδα συγκλονίστηκαν. Αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη. Οι «Times» του Λονδίνου ανέφεραν ότι απεβίωσε ο πιο αξιοσημείωτος Αγγλος του καιρού του. Οσα και να γραφούν για την προσωπικότητα, την ακτινοβολία και τη συμβολή του στον Αγώνα είναι λίγα. Γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου του 1788 στο Λονδίνο. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Είχε ταραχώδη οικογενειακή και νεανική ζωή. Στα 21 του έγινε βουλευτής. Ηταν όμορφος άνδρας με ωραίο παράστημα, όμως με μια μικρή χωλότητα στο δεξί του πόδι.

Στο Μεσολόγγι έφτασε στις 5 Ιανουαρίου του 1824 σκορπώντας ενθουσιασμό σε όλους. Τον υποδέχτηκαν με εκδηλώσεις λατρείας, περίπου ως άγγελο-λυτρωτή. Η περίφημη ελαιογραφία του Θεόδωρου Βρυζάκη με θέμα «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι» (1861) αποδίδει το κλίμα.

Εγκαταστάθηκε στην αρχοντική κατοικία της οικογένειας Καψάλη. Εδρασε κατευναστικά στις εσωτερικές αντιθέσεις. Οι Μεσολογγίτες τον εκτιμούσαν για την αποφασιστικότητα και την ανδρεία του. Ηταν πράγματι ετοιμοπόλεμος, θεωρούσε μάλιστα ότι «το ξίφος προηγείται της πένας». Χρηματοδότησε την οργάνωση του στρατού και την οχύρωση της πόλης. Πλήρωσε προκαταβολικά μέρος του εθνικού δανείου από δικούς του πόρους.

Οι κόποι του, όμως, καθώς και το κακό κλίμα του Μεσολογγίου κλόνισαν την υγεία του. Τα χαράματα της 19ης Απριλίου του 1824, Δευτέρα του Πάσχα, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 36 ετών. Τα τελευταία του λόγια του ήταν για την Ελλάδα: «Της έδωσα τον καιρό, την υγεία μου, την περιουσία μου, και τώρα της δίνω τη ζωή μου. Τι μπορούσα να κάνω περισσότερο;».

Ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός συνέθεσε προς τιμήν του μία ωδή 166 τετράστιχων στροφών με τίτλο «Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάιρον», που ξεκινά: «Λευτεριά, για λίγο πάψε / να χτυπάς με το σπαθί / Τώρα σίμωσε και κλάψε / εις του Μπάιρον το κορμί».

Γιάννης Γούναρης

Ο Γιάννης Γούναρης δεν συμμετείχε στην Εξοδο. Αλλά αν δεν υπήρχε, ίσως το Μεσολόγγι δεν θα άντεχε ούτε στην πρώτη πολιορκία. Και άρα, η ηρωική σελίδα της Εξόδου ενδεχομένως να μη γραφόταν ποτέ. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος ή Κωνσταντίνος Ζούκας. Καταγόταν από το Κεράσοβο Ιωαννίνων. Υπηρετώντας στην αυλή του Αλή Πασά πήρε το προσωνύμιο Γιάννης Γούναρης.

Το 1822, όταν ο Ομέρ Βρυώνης ανέλαβε το πασαλίκι των Ιωαννίνων μετά την πτώση του Αλή, πέρασε στην αυλή του. Ως υπηρέτης του Βρυώνη τον ακολούθησε στην πρώτη πολιορκία. Εχοντας ελευθερία κινήσεων ως κυνηγός, όταν πληροφορήθηκε το σχέδιο για γενική έφοδο στο ανατολικό τμήμα του Μεσολογγίου, που θα πραγματοποιούνταν ξημερώματα των Χριστουγέννων του 1822, το γνωστοποίησε στους Ελληνες μέσω του Αθανάσιου Κραββαρίτη, γραμματέα του οπλαρχηγού Δημητρίου Μακρή.

Η αποτυχία της πολιορκίας με τίμημα 500 νεκρούς Τούρκους εξόργισε τον Βρυώνη. Πόνταρε ότι οι χριστιανοί θα βρίσκονταν στις εκκλησίες για τη λειτουργία των Χριστουγέννων και στις σκοπιές θα υπήρχαν ελάχιστοι υπερασπιστές. Συνειδητοποιώντας την προδοσία του υπηρέτη του, τον εκδικήθηκε εκτελώντας τη γυναίκα και τα παιδιά του που κρατούσε ομήρους στην Αρτα.

Ο προδότης

Υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν ότι το σχέδιο της Εξόδου προδόθηκε στους πολιορκητές. Πάνω σε αυτό έχουν αναπτυχθεί τρεις εκδοχές. Η πρώτη ενοχοποιεί έναν 17χρονο Οθωμανό τον οποίο οι επαναστατημένοι Ελληνες συνέλαβαν στο Ζαπάντι (σημερινή Νεάπολη), κοντά στο Αγρίνιο, όταν το απελευθέρωσαν στις 26 Ιουλίου του 1821. Σύμφωνα με τον ιστορικό Αρτέμιο Μίχο, τον πήρε υπό την προστασία του ο Τσόλκας, πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού Ανδρέα Ισκου. Ο νεαρός βαφτίστηκε χριστιανός και πήρε το όνομα Γιάννης.

Ο Μίχος και άλλοι Ελληνες μελετητές αποδίδουν σε αυτόν την προδοσία. Υποστηρίζει ότι λίγες ημέρες πριν οι πολιορκητές είχαν πληροφορηθεί και από κάποιον άλλον λιποτάκτη, «Βούλγαρον το γένος», που αιχμαλώτισαν σε κάποια από τις εξόδους της φρουράς, ότι προετοιμαζόταν έξοδος. Αγνοούσαν όμως τις λεπτομέρειες.

Ο Σπυρομήλιος κάνει επίσης λόγο για έναν Οθωμανό στο σώμα του Ανδρέα Ισκου. Αλλά ο χρονικογράφος Εσαντ, παρουσιάζοντας την οθωμανική σκοπιά, αναφέρεται σε μοναχό, ο οποίος ζητώντας έλεος ειδοποίησε τους πολιορκητές.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ