Πόλεμος: αποτυχία της Θρησκείας
Του Παναγιώτη Πετρίδη
Η επιρροή ως “πειρασμός” και η ανάγκη μιας “επίθεσης ειρήνης”
Σε περιόδους πολέμου, οι πνευματικοί ηγέτες δεν κρίνονται μόνο από όσα λένε, αλλά και από όσα αποφεύγουν να πουν. Και όταν η προσευχή, η κατεξοχήν έκφραση ειρήνης, αρχίζει να ενσωματώνει τη λογική της ισχύος, τότε η σιωπή απέναντι στη βία γίνεται συνενοχή. Ίσως, γι’ αυτό, η εποχή μας να χρειάζεται κάτι ριζικά διαφορετικό. Όχι άλλη άμυνα, αλλά μια συνειδητή «επίθεση ειρήνης».
Στις 26 Μαρτίου 2026, στον Λευκό Οίκο, στο πλαίσιο εκδήλωσης για την επέτειο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής επέλεξε να απευθύνει προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών ευχή που αυτές τις Κυριακές πριν το Πάσχα διαβάζεται στην εκκλησία κατά τη θεία λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου:
«Μνήσθητι, Κύριε, του ευσεβούς και πιστού ἄρχοντος ἡμῶν… ὅπλισον αὐτὸν ὅπλοις ἀληθείας, ἀσπίδι εὐδοκίας στεφάνωσον αὐτόν· σκέπασον αὐτὸν ἐν ἡμέρᾳ πολέμου… κράτυνον τὸν βραχίονά του, ὕψωσον τὴν δεξιὰν αὐτοῦ… χάρισαι αὐτῷ εἰρήνην βαθεῖαν καὶ ἀδιάλειπτον…»
Επειδή στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης η δημιουργία ενός βίντεο με ψευδές περιεχόμενο είναι αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο, η ομιλία μπορεί να αναζητηθεί στο διαδίκτυο με τους όρους “FULL: Greek Independence Day celebration at the White House”. Σε αυτή την προσφώνηση η έκφραση – μετάφραση ίσως είναι και παράφραση της παραπάνω ευχής “κάνε την προεδρία του ισχυρή και υπέταξε όλα τα εχθρικά έθνη που διψούν για πόλεμο” δεν σχολιάστηκε. Ο ίδιος Αρχιεπίσκοπος στην ίδια εκδήλωση που μπορεί να βρεθεί στο διαδίκτυο κάνοντας αναζήτηση με τους όρους “President Trump Participates in a Greek Independence Day Celebration”, την περσινή χρονιά, αφού προηγουμένως παρομοίασε τον πρόεδρο με τον Μέγα Κωνσταντίνο για την ακρίβεια ανέφερε ότι του θυμίζει τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μέγα, του προσέφερε ως δώρο έναν σταυρό — μια συμβολική κίνηση που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σύνδεση της πολιτικής ισχύος με τη θρησκευτική νομιμοποίηση.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το γεγονός αυτό, (όπως την περασμένη χρονιά έτσι και φέτος), δεν απασχόλησε ουσιαστικά τον ελληνικό δημόσιο λόγο. Φέτος τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης δεν στάθηκαν ιδιαίτερα σε αυτή τη διατύπωση. Ίσως να μην την πρόσεξαν. Ίσως να την προσπέρασαν. Ίσως, όμως, και να την αγνόησαν ενσυνείδητα. Η επιλογή αυτή, εντός μιας συγκυρίας πολεμικής έντασης, αποκαλύπτει ότι ακόμη και η προσευχή μπορεί να μετατραπεί σε φορέα μιας γλώσσας όπου η ειρήνη τοποθετείται στο τέλος μιας διαδρομής που διέρχεται από την ισχύ.
Η ίδια σκέψη έχει ήδη διατυπωθεί από τον γράφοντα σε παλαιότερο κείμενό του, που μπορεί να αναζητηθεί στο διαδίκτυο με τίτλο «Πόλεμος: αποτυχία της Παιδείας».
«Αν η εκπαίδευση είχε καταφέρει να καλλιεργήσει βαθύτερα την ιστορική συνείδηση, την κατανόηση του άλλου και την κριτική στάση απέναντι στην προπαγάνδα, ίσως οι κοινωνίες να αντιστέκονταν πιο αποτελεσματικά στη λογική της σύγκρουσης. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου ο πόλεμος προετοιμάστηκε πολύ πριν αρχίσουν οι μάχες, μέσα από σχολικά εγχειρίδια, εθνικές αφηγήσεις και δημόσιους λόγους που χώριζαν τον κόσμο σε «εμείς» και «οι άλλοι». Οι πόλεμοι αρχίζουν συχνά πρώτα στη γλώσσα και στη σκέψη, πολύ πριν φτάσουν στα πεδία των μαχών. Από τον εθνικισμό που όπλισε την Ευρώπη πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις σύγχρονες μορφές πολιτικής προπαγάνδας, οι κοινωνίες συχνά εκπαιδεύονται, ρητά ή σιωπηρά, να θεωρούν τη σύγκρουση φυσική συνέχεια της πολιτικής. Η παιδεία δεν μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη· μπορεί όμως να δημιουργήσει πολίτες πιο δύσπιστους απέναντι στη ρητορική του μίσους και πιο ικανούς να αναζητήσουν άλλους δρόμους.»
Αν εκεί η ευθύνη αποδιδόταν στην Παιδεία, εδώ η ίδια λογική οδηγεί σε ένα αυστηρότερο συμπέρασμα. Όταν η θρησκεία δεν ανακόπτει τη βία αλλά την περιβάλλει με νόημα, τότε αποτυγχάνει στον ίδιο της τον πυρήνα.
Η Ιστορία δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Από τον Μέγα Κωνσταντίνο και τη Μάχη της Μουλβίας Γέφυρας, όπου το «ἐν τούτῳ νίκα» συνδέει το σύμβολο της πίστης με την πολιτική επικράτηση, έως την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν υπό τον Ρουχολάχ Χομεϊνί και τη συνέχειά της στη ρητορική του Αλί Χαμενεΐ, η θρησκεία δεν αποσύρεται από τη σύγκρουση αλλά την ερμηνεύει και, τελικά, τη νομιμοποιεί.
Στην περίπτωση του Ιράν, η σύνδεση αυτή αποκτά θεσμικό χαρακτήρα. Η εκπαίδευση δεν λειτουργεί ως πεδίο κριτικής σκέψης αλλά ως μηχανισμός αναπαραγωγής της θεοκρατικής αντίληψης. Η έννοια του μάρτυρα δεν παραμένει θεολογική· μετατρέπεται σε πολιτισμικό πρότυπο, σε ηθικό υπόδειγμα που διαπερνά τη σχολική αγωγή και τη δημόσια ρητορική. Η θεοκρατία, ως μορφή διακυβέρνησης, δεν περιορίζεται στη θρησκευτική καθοδήγηση. Επεκτείνεται στη διαμόρφωση συνειδήσεων, καθιστώντας τη σύγκρουση όχι απλώς πιθανή, αλλά νοηματοδοτούμενη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιθυμητή.
Αντιστοίχως, στον δυτικό κόσμο και ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εκπαίδευση, παρά την επίφαση ουδετερότητας, δεν είναι αποκομμένη από μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη περί εθνικής αποστολής. Η έννοια της ελευθερίας, συχνά συνδεδεμένη με μια σχεδόν μεταφυσική αποστολή του κράτους, εισχωρεί στον δημόσιο λόγο και διαπερνά την πολιτική και πολιτισμική αγωγή. Σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκευτική ρητορική δεν λειτουργεί ως αντίβαρο, αλλά ως ενισχυτικός μηχανισμός. Δηλαδή ευλογεί, νοηματοδοτεί και ενίοτε εξαγνίζει τη χρήση της ισχύος. Έτσι, η Παιδεία και στις δύο πλευρές, αν και με διαφορετικές μορφές, αποτυγχάνει να καλλιεργήσει εκείνη την κριτική συνείδηση που θα μπορούσε να ανακόψει τη βία πριν αυτή καταστεί αναπόφευκτη.
Πριν ακόμη φτάσουμε σε γενικεύσεις για το ρόλο της θρησκευτικής ηγεσίας, αξίζει να επισημανθεί ότι η τάση συμμετοχής στην επιρροή και στην εγγύτητα προς την εξουσία δεν αποτελεί γνώρισμα μόνο των κορυφών της ιεραρχίας. Διαπερνά ολόκληρο το σώμα της θρησκευτικής ζωής, εμφανιζόμενη, με διαφορετικές εντάσεις, ακόμη και σε απλούς κληρικούς. Η ανάγκη για λόγο, για αναγνώριση, για αίσθηση συμμετοχής σε κάτι ευρύτερο από το άτομο, δεν είναι εξαίρεση, είναι ανθρώπινη σταθερά.
Αυτό όμως δεν είναι μόνο ιστορικό σχήμα. Είναι μια επαναλαμβανόμενη ανθρώπινη ροπή. Η ανάγκη για επιρροή και συμμετοχή στη διαμόρφωση της εξουσίας, δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ρόλους. Εκδηλώνεται άλλοτε ως φιλοδοξία, άλλοτε ως αίσθηση ευθύνης, και άλλοτε ως λεπτή επιθυμία να έχει κανείς λόγο στις εξελίξεις που τον υπερβαίνουν.
Όταν όμως η ροπή αυτή δεν αναγνωρίζεται και δεν τίθεται υπό κριτική, μετασχηματίζεται εύκολα σε ανάγκη εγγύτητας προς την ισχύ. Και τότε, η διάκριση ανάμεσα στη διακονία και στην επιρροή αρχίζει να θολώνει, οδηγώντας, συχνά ανεπαίσθητα, από την πνευματική ευθύνη στη σιωπηρή συναίνεση.
Η θρησκευτική ιδιότητα του Αγιατολάχ ή του Αρχιεπίσκοπου, αντί να λειτουργεί αποκλειστικά ως άσκηση ταπείνωσης και διακονίας, μετατρέπεται συχνά σε πεδίο πρόσβασης, κύρους και λόγου με βαρύτητα. Από τον Ουρβανό τον Β΄ που κήρυξε την πρώτη σταυροφορία έως τις σύγχρονες μορφές δημόσιου λόγου, η εγγύτητα με την εξουσία δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά επαναλαμβανόμενο πρότυπο.
Σε αυτό το σημείο, είναι απαραίτητο ένα παράδειγμα από την Ελληνική λογοτεχνία που δεν σχολιάζει απλώς την σημερινή κατάσταση αλλά την αποκαλύπτει. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν αποτελεί μια απλή αναφορά, αλλά έναν στοχαστή που ανέδειξε με ένταση το πρόβλημα της ευθύνης.
Ιδιαίτερα στην Ασκητική, η ευθύνη επιστρέφει ακέραιη στον άνθρωπο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη». Η φράση αυτή αποκτά εδώ κρίσιμο περιεχόμενο, διότι δεν αφορά μια γενική ηθική στάση, αλλά την ίδια τη συγκρότηση της κοινωνίας.
Υπάρχουν κοινωνίες (Ελβετία, Ιαπωνία, Κίνα), όπου, (παρά τις μεταξύ τους διαφορές), η ατομική ευθύνη λειτουργεί ως θεμέλιο της συλλογικής ζωής. Ο πολίτης δεν αναμένει τα πάντα από τους θεσμούς αλλά λειτουργεί ο ίδιος ως φορέας τάξης, συνέπειας και μέτρου.
Αντίθετα σε πολλές χώρες όπως και στην Ελλάδα έχει εδραιωθεί μια διαφορετική στάση. Η προσδοκία ότι το κράτος οφείλει να ρυθμίσει, να επιβάλει και τελικά να υποκαταστήσει την προσωπική ευθύνη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκεία κινδυνεύει να λειτουργήσει όχι ως κάλεσμα υπέρβασης, αλλά ως ένας ακόμη τρόπος μετάθεσης ευθύνης. Ο άνθρωπος δεν αναμετριέται με τις πράξεις του μα τις εντάσσει σε ένα ευρύτερο σχήμα όπου η ευθύνη διαχέεται.
Στον Χριστό ξανασταυρώνεται, αυτή η μετατόπιση αποτυπώνεται με ενάργεια. Η θρησκευτική κοινότητα δεν λειτουργεί ως πεδίο ανάληψης ευθύνης, αλλά ως χώρος όπου η ευθύνη διαχέεται και τελικά ακυρώνεται. Οι μορφές της ηγεσίας δεν αντιστέκονται στη βία, την ενσωματώνουν ή την ανέχονται στο όνομα της τάξης και της συνοχής. Έτσι, η πίστη παύει να είναι δύναμη ανατροπής και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβεβαίωσης του υπάρχοντος κόσμου.

Αυτή ακριβώς η ανάγνωση καθιστά τον Καζαντζάκη εξαιρετικά επίκαιρο. Ο Καζαντζάκης δεν καταγγέλλει απλώς τη θρησκεία όταν αποτυγχάνει αλλά αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η αποφυγή της ατομικής ευθύνης, είτε μέσω θεσμών είτε μέσω πίστης, καθιστά τη βία ευκολότερα αποδεκτή.
Εδώ αναδύεται η ανάγκη για την “επίθεση ειρήνης” κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί, αλλά μπορεί να προταθεί. Σε κάθε τόπο όπου εκκλησίες και τζαμιά συνυπάρχουν, όπου διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις μοιράζονται τον ίδιο κοινωνικό χώρο, διαμορφώνεται ήδη το υπόστρωμα μιας άλλης δυνατότητας. Αυτό που απουσιάζει δεν είναι η συνύπαρξη, αλλά η κοινή φωνή. Μια συντονισμένη, δημόσια στάση των θρησκευτικών ηγετών, χωρίς καμία αναφορά σε «εχθρούς», χωρίς καμία υπαινικτική νομιμοποίηση της σύγκρουσης, θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη ουσιαστική ρήξη με τη γλώσσα της Ιστορίας.
Μια πραγματική «επίθεση ειρήνης» είναι μια έκκληση προς όλους να απευθυνθούν στους πνευματικούς τους ταγούς και να απαιτήσουν τη συν προσευχή, όχι ως τυπική πράξη, αλλά ως δημόσια, σαφή και κοινή άρνηση κάθε λόγου που τρέφει τη σύγκρουση.
Και εδώ η ευθύνη παύει να είναι αφηρημένη και γίνεται συγκεκριμένη. Απευθύνεται προς τους Αρχιεπισκόπους, τους Μητροπολίτες, τους κληρικούς κάθε βαθμίδας της Εκκλησίας. Αλλά και προς τους Σιίτες θρησκευτικούς ηγέτες, τους Αγιατολάχ, τους Χοτζατολάχ, τους ιμάμηδες και τους θεολόγους των ιερατικών σχολών, που διαμορφώνουν συνειδήσεις και κατευθύνουν κοινωνίες. Η έκκληση δεν είναι να πάρουν θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. Είναι να αρνηθούν τη γλώσσα που καθιστά τη σύγκρουση αναπόφευκτη. Να αποσύρουν από τον δημόσιο λόγο κάθε έννοια «εχθρού», κάθε ευλογία που συνοδεύει την ισχύ, κάθε προσευχή που προηγείται της ειρήνης αντί να την θεμελιώνει.
Διότι, τελικά, αν ο πόλεμος είναι αποτυχία της Παιδείας, τότε η αδυναμία της θρησκείας, (κάθε θρησκείας), να τον αποτρέψει τον μετατρέπει σε κάτι βαθύτερο. Τον μετατρέπει σε αποτυχία του ανθρώπου να υπερβεί όχι μόνο τη γνώση του, αλλά και την ίδια του την ευθύνη.
Η εικόνα που ακολουθεί δείχνει τον γράφοντα σε ομιλία το 2003 στην Ιερά Επιστασία στις Καρυές του Αγίου Όρους με ανάλογο κείμενο στα χέρια, αφορμή του οποίου είχε σταθεί η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου.

Παναγιώτης Πετρίδης Φυσικός












