Αρχική Ειδήσεις Δημόσιας Κρίσης Γιατί ο Τραμπ υποτίμησε την στρατιωτική δύναμη του Ιράν και τα βάζει...

Γιατί ο Τραμπ υποτίμησε την στρατιωτική δύναμη του Ιράν και τα βάζει με τον Τύπο | Ο άνθρωπος που τον είχε προειδοποιήσει

0
1670

Ο πόλεμος μπήκε στην τρίτη εβδομάδα και παραμένει εντελώς ασαφές πότε και πώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ σκοπεύουν να κηρύξουν το τέλος του’

«Πότε θα μας πείτε ότι έχει τελειώσει οριστικά ο πόλεμος στο Ιράν;» ρωτήθηκε ο πρόεδρος Τραμπ, μιλώντας στο Fox News Radio. «Όταν το νιώσω εγώ. Όταν το νιώσω στα κόκαλά μου», απάντησε ο Αμερικανός πρόεδρος, προκαλώντας περισσότερα ερωτήματα.

Δεκαπέντε ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου πάντως, ο πρόεδρος Τραμπ παραδέχεται ότι το βασικό αίτημα -η ανατροπή του καθεστώτος των μουλάδων- παραμένει ένα «πολύ μεγάλο εμπόδιο» . Είπε βέβαια ότι η αλλαγή καθεστώτος «θα συμβεί, αλλά ίσως όχι αμέσως… Είναι ένα πολύ μεγάλο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουν οι άνθρωποι που δεν έχουν όπλα», δήλωσε ο Τραμπ, ερωτηθείς από τον δημοσιογράφο  Μπράιαν Κιλμίντ αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι Ιρανοί πρέπει να εξεγερθούν και να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους.

Στην αρχή του πολέμου και στις πρώτες ημέρες των αμερικανο-ισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, ο Τραμπ έκανε επανειλημμένες δηλώσεις καλώντας τον ιρανικό λαό να προετοιμαστεί να καταλάβει θεσμούς μόλις σταματήσουν οι βομβαρδισμοί και να εργαστεί για την ανατροπή του καθεστώτος.

Ωστόσο, το καθεστώς των μουλάδων παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτο-παρά τον «αποκεφαλισμό» του Αλί Χαμενεί και δεκάδων άλλων Ιρανών ηγετών. Και σίγουρα δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει σύντομα.

Ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε επίσης πώς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι ο ιρανικός λαός θα εξεγερθεί για να ανατρέψει το καθεστώς όταν έρθει η ώρα. Διαβεβαίωσε όμως ότι «η υποσχεθείσα βοήθεια έχει φτάσει και θα φτάσει κι άλλη».

«Οι ελπίδες της Ουάσιγκτον για την ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη,ωλέει ο Άμος Χάρελ, στρατιωτικός αναλυτής της ισραηλινής εφημερίδας Ha’aretz, βασίζονταν σε μια «υπερβολικά αισιόδοξη υπόθεση». Βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι αεροπορικές επιδρομές στον κατασταλτικό μηχανισμό του καθεστώτος – δηλαδή, στις πολιτοφυλακές Μπασίτζ και στις μονάδες των Φρουρών της Επανάστασης και της αστυνομίας – θα προκαλούσαν τόση μεγάλη ζημιά που ο πληθυσμός θα κατέβαινε ξανά στους δρόμους.

Αλλά οι μουλάδες απείλησαν με ακόμη πιο αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων. Ο αρχηγός της ιρανικής αστυνομίας απείλησε τον πληθυσμό μέσω της  κρατικής τηλεόρασης: «Έχουμε τα δάχτυλά μας στη σκανδάλη», είπε .

Το καθεστώς των μουλάδων φαίνεται αποφασισμένο να περιμένει να περάσει η ώρα από  τις στρατιωτικές απώλειες που έχει υποστεί το Ιράν ως αποτέλεσμα των μαζικών αεροπορικών επιδρομών, για να περάσει σε πιο σκληρή αντεπίθεση ενάντια στους πολίτες που θα βγουν να διαμαρτυρηθούν.

Δεν υπάρχει σχέδιο

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο πόλεμος μπήκε στην τρίτη εβδομάδα, παραμένει εντελώς ασαφές πότε και πώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ σκοπεύουν να κηρύξουν το τέλος του. Γιατί απλά υποτίμησαν την ισχύ  του θεοκρατικού καθεστώτος.

Ερωτηθείς για παράδειγμα ο Τραμπ αν υπάρχει σχέδιο για την ανάκτηση των 400 και πλέον κιλών ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού από το Ιράν, απάντησε: «Όχι, καθόλου… Δεν επικεντρωνόμαστε σε αυτό. Αλλά κάποια στιγμή μπορεί να το κάνουμε», είπε ο Τραμπ.

Αντίθετα, μια γεωπολιτική πυρκαγιά εξαπλώνεται: Σε απάντηση στις μαζικές αμερικανοϊσραηλινές  αεροπορικές επιδρομές σε πάνω από 6.000 στόχους, η Τεχεράνη δεν στοχεύει μόνο το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου με επιθέσεις με ρουκέτες και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Με τον de facto αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ, το Ιράν αναπτύσσει για πρώτη φορά το πιο αποτελεσματικό του όπλο, ασκώντας αυξανόμενη πίεση στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και στην παγκόσμια οικονομία. Και τώρα, σε αντίποινα, Αμερικανοί Πεζοναύτες ετοιμάζονται για χερσαία επιχείρηση κατάληψης του νησιού Χαργκ, από όπου το Ιράν εξάγει το 90% του πετρελαίου του.

Εκστρατευτική μονάδα 2.200 πεζοναυτών της 31ης MEU κατευθύνεται ήδη από την Ιαπωνία στη Μέση Ανατολή με τρία πολεμικά πλοία, ανέφερε το ABC News, επικαλούμενο δύο ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους.

«Αμερικανοί αξιωματούχοι  είχαν αποκλείσει εδώ και καιρό την ιδέα της αποστολής χερσαίων στρατευμάτων στην περιοχή, αλλά έχουν σε μεγάλο βαθμό αποφύγει να αποκλείσουν την πιθανότητα αυτή  από την έναρξη του πολέμου», αναφέρει το ABC.

Αγνοήθηκαν οι στρατιωτικοί

«Ο Λευκός Οίκος φαίνεται να έχει υποτιμήσει την έκταση των ιρανικών αντιποίνων και υπερτιμήσει τις επιλογές των ΗΠΑ για την αντιμετώπισή τους», εκτιμούν τα περισσότερα Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.

Ο πρόεδρος Τραμπ είχε προειδοποιηθεί άλλωστε από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό  Ντάνιελ Κέιν πριν από την έναρξη του πολέμου, ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να εμπλακούν σε μια παρατεταμένη σύγκρουση. Ηταν αναμενόμενο ότι οι Ιρανοί θα χτυπούσαν τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή και τα γειτονικά αραβικά κράτη θα δέχονταν επίθεση.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι ιρανικές δυνάμεις εκτόξευσαν περισσότερους από 3.000 πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο και εκατοντάδες εναντίον του Ισραήλ. Και παρόλο που οι περισσότεροι από τους πυραύλους αναχαιτίστηκαν, οι Ιρανοί έπληξαν αεροδρόμια, εγκαταστάσεις ραντάρ των ΗΠΑ, λιμάνια, κέντρα δεδομένων, εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου και άλλους στόχους στα κράτη του Κόλπου.

Απογοήτευση στα αραβικά κράτη

Τα κράτη του Κόλπου απογοητεύθηκαν βαθιά από την Ουάσιγκτον. Μόλις τον Μάιο του περασμένου έτους, είχαν κατακλύσει τον πρόεδρο Τραμπ  με επενδυτικές υποσχέσεις πολλών δισεκατομμυρίων στις ΗΠΑ -υπό την υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και στις προηγούμενες δεκαετίες, θα εγγυηθούν την ασφάλειά τους στην περιοχή. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Η εμπιστοσύνη των «πετρομοναρχιών» στις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ έχει κλονιστεί σοβαρά και είναι πιθανό να επηρεάσει την στρατηγική αναδιάταξη των κρατών του Κόλπου.

Στη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα, το Κατάρ και τους άλλους πετρελαϊκούς γίγαντες στον Κόλπο, έχει προκληθεί ανείπωτη ζημιά στην εικόνα τους ως «ασφαλείς χώρες», ανθεκτικές σε κρίσεις, με ισχυρή οικονομική και τουριστική περιοχή και ως κόμβοι υψηλής τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.

Πριν από την έναρξη του πολέμου, τα κράτη του Κόλπου είχαν προειδοποιήσει επειγόντως την Ουάσιγκτον ότι η Τεχεράνη θα εξαπέλυε σφοδρές επιθέσεις.

Ο Λευκός Οίκος αγνόησε τους Άραβες συμμάχους του. Πρέπει να ακούγεται σαν χλευασμός το γεγονός ότι ο Τραμπ περιέγραψε την ενότητα των κρατών του Κόλπου μαζί του ως «τεράστια». Είπε μάλιστα στο Fox News : «Κάνουν πολύ καλή δουλειά στην προστασία της δικής τους ασφάλειας».

«Φταίνε τα ΜΜΕ»

Προς το παρόν πάντως, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγσεθ, επικρίνουν συνεχώς την ειδησεογραφική κάλυψη του πολέμου στο Ιράν από τα… αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, και ιδιαίτερα το CNN , το οποίο άλλωστε βρίσκεται σε διαδικασία εξαγοράς από την οικογένεια Έλισον, η οποία βρίσκεται κοντά στον πρόεδρο των ΗΠΑ.

Ο Τραμπ έκανε λόγο για  «ΜΜΕ ψευδών ειδήσεων», καθώς αντιτίθενται στην αφήγηση του Λευκού Οίκου και  «μισούν την αναφορά για το πόσο καλά τα πάει ο αμερικανικός στρατός εναντίον του Ιράν, το οποίο είναι εντελώς ηττημένο και επιδιώκει μια συμφωνία».

Ο υπουργός Πολέμου επίσης, κατήγγειλε την κάλυψη του CNN κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Πρόεδρο του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Νταν Κέιν . Τι μετέδωσε το CNN;  Οι ΗΠΑ είχαν υποτιμήσει τις δυνατότητες του Ιράν στο στρατηγικό Στενό του Ορμούζ , μια ζωτική αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου που έχει πλέον σχεδόν παραλύσει.

Ο άνθρωπος που είχε προειδοποιήσει τον Τραμπ ότι το Ιράν θα μπορούσε να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ

REUTERS/Nathan Howard

Γιατί αποφάσισε να προχωρήσει με την στρατιωτική εκστρατεία

Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν, είχε προειδοποιήσει τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ προτού οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκινήσουν τον πόλεμο στο Ιράν ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να προσπαθήσει να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, αναφέρει η Wall Street Journal, επικαλούμενη πηγές που γνωρίζουν το θέμα.

Ο Κέιν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, προειδοποίησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ σε αρκετές ενημερώσεις ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι πίστευαν πως το Ιράν θα μπορούσε να επιχειρήσει να μπλοκάρει την κρίσιμη ναυτιλιακή οδό χρησιμοποιώντας ναυτικές νάρκες, drones και πυραύλους σε περίπτωση που ξεσπάσει σύγκρουση.

Ο Κέιν παρείχε στον Αμερικαν ό πρόεδρο «ένα πλήρες φάσμα στρατιωτικών επιλογών, μαζί με ακριβή και προσεκτική εξέταση των δευτερογενών επιπτώσεων, των συνεπειών και των κινδύνων που σχετίζονται με κάθε επιλογή», ​​δήλωσε ο Τζο Χόλστεντ, εκπρόσωπος του Κέιν.

Ο Τραμπ φέρεται να αναγνώρισε τον κίνδυνο, αλλά αποφάσισε να προχωρήσει με την στρατιωτική εκστρατεία, αποκαλύπτοντας στους συμβούλους του ότι πίστευε πως η Τεχεράνη πιθανότατα θα συνθηκολογήσε προτού προχωρήσει σε ένα τέτοιο βήμα και ότι ο αμερικανικός στρατός θα είναι σε θέση να ανοίξει ξανά την πλωτή οδό εάν χρειαστεί.

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν έχουν σχεδόν αποκλείσει το Στενό του Ορμούζ, το οποίο συνορεύει με το Ιράν και μέσω του οποίου διέρχεται το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου.

Οι διαφορές για την αντιμετώπιση του Ιράν


Του Θάνου Σεραλίδη

Η επιχείρηση «Epic Fury», η αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν, δεν αποτελεί
απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση, αλλά το πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών
αντιλήψεων για την παγκόσμια τάξη, την ενέργεια και τον ρόλο των Μεγάλων
Δυνάμεων.

Εντός της κυβέρνησης Τραμπ, η επίθεση στο Ιράν ανέδειξε δύο διαφορετικές σχολές
σκέψης, με πρωταγωνιστές τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς  και τον υπουργό
Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Παρόλο που και οι δύο στηρίζουν την επιχείρηση, οι
αφετηρίες και οι στόχοι τους διαφέρουν ριζικά.

Ο Μάρκο Ρούμπιο εκπροσωπεί την παραδοσιακή παρεμβατική σχολή των
Ρεπουμπλικανών, προσαρμοσμένη στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική». Για τον Ρούμπιο,
η επίθεση πρέπει να βασίζεται πάνω στη «προληπτική άμυνα». Η στρατηγική του
εστιάζει στην ανάγκη των ΗΠΑ να δράσουν πριν το Ιράν καταστεί ανίκητο μέσω των
βαλλιστικών του πυραύλων. Αν και επίσημα αρνείται ότι ο στόχος είναι η αλλαγή
καθεστώτος, οι δηλώσεις του για την «ελπίδα ανατροπής από τον ιρανικό λαό»
δείχνουν μια επιθυμία για ολική πολιτική μεταβολή στην Τεχεράνη.

Στην πραγματικότητα, οι απόψεις του Ρούμπιο ενσωματώθηκαν στη στρατηγική
«Αλλαγή Καθεστώτος Μέσω Αποκεφαλισμού» που υιοθέτησε τελικά ο Λευκός
Οίκος, με τη στενή ομάδα των συμβούλων του και τη συμβολή του επικεφαλής του
FBI Κας Πατέλ. Στόχος ήταν η κατάρρευση του ισλαμικού καθεστώτος. Η επιχείρηση
ξεκίνησε με πλήγματα σε κέντρα διοίκησης και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του
Αλί Χαμενεΐ. Ταυτόχρονα, υπάρχει ενθάρρυνση του ιρανικού λαού να «πάρει την
τύχη στα χέρια του» και υπόσχεση ασυλίας σε μέλη των δυνάμεων ασφαλείας που
θα καταθέσουν τα όπλα.

Αντίθετα, ο Βανς κινείται με βάση τον «σκληρό ρεαλισμό». Ο Βανς, αν και αρχικά
ήταν επιφυλακτικός, υιοθέτησε τη στρατηγική «Go Big and Go Fast». Η δική του

λογική είναι καθαρά λειτουργική: ο πόλεμος δεν γίνεται για τη δημοκρατία ή την
αλλαγή καθεστώτος, αλλά αποκλειστικά για την εξουδετέρωση του πυρηνικού
προγράμματος. Ο Βανς φοβάται τους «αιώνιους πολέμους» και το «nation-
building», γι' αυτό και επιμένει στην μη χρησιμοποίηση χερσαίων δυνάμεων (no
boots on the ground). Πρόκειται για τη στρατηγική του «Περιορισμένου
Χτυπήματος».

Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ εκφράζει τη στρατηγική
της «Χειρουργικής Εξουδετέρωσης», εστιάζοντας σε πάνω από 1.000 στρατιωτικούς
στόχους, με τη στήριξη του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, Νταν Κέιν.
Υποστηρίζει ότι αυτή η επιχείρηση δεν είναι Ιράκ και δεν θα εξελιχθεί σε
μακροχρόνιο πόλεμο. Παραδέχθηκε ότι η επιχείρηση ενέχει κινδύνους και
αμερικανικές απώλειες, αλλά δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «τελειώνουν» έναν πόλεμο που
δεν ξεκίνησαν οι ίδιες. Ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ ενώ πολιτικά στηρίζει το
αφήγημα του Ρούμπιο, επιχειρησιακά η δράση του αποτελεί τη βάση για τη
στρατηγική ολοκληρωτικής συντριβής που προωθεί ο Χέγκσεθ.

Ο Στιβ Μπάνον εκφράζει την απομονωτική δεξιά, προειδοποιώντας ότι ο πόλεμος
αυτός εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα και θα καταστρέψει την αμερικανική οικονομία.
Προωθεί τη στρατηγική του «Απομονωτισμού». Επέκρινε την εμπλοκή των ΗΠΑ, ως
εξυπηρέτηση ισραηλινών συμφερόντων. Αμφισβήτησε τις αναφορές ότι το Ιράν
ήταν κοντά στην απόκτηση πυρηνικών. Επιμένει ότι αν το Ισραήλ θέλει αλλαγή
καθεστώτος στο Ιράν, πρέπει να το κάνει μόνο του.

Οι Δημοκρατικοί επικρίνουν την επιχείρηση και προωθούν τη στρατηγική της
«Διπλωματικής Επαναφοράς». Καταγγέλλουν την έλλειψη έγκρισης από το
Κογκρέσο (War Powers Resolution) και την απουσία σαφούς «στρατηγικής εξόδου».
Ζητούν επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και χρήση κυρώσεων αντί
για βόμβες, φοβούμενοι μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή κλιμάκωση.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Ευρώπη εμφανίζεται εξίσου διχασμένη και
θορυβημένη. Η στρατηγική της «Αμυντικής Απόστασης» που υιοθετούν η Γαλλία, η

Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (E3) αντανακλά την προσπάθεια να μην
εμπλακούν άμεσα σε επιθετικές επιχειρήσεις, αλλά «ενεργητικής άμυνας». Πιέζουν
για επιστροφή στις διαπραγματεύσεις, θεωρώντας ότι μόνο μια πολιτική λύση είναι
βιώσιμη μακροχρόνια.

Από εδώ και πέρα, αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις.

Ο Εμανουέλ Μακρόν ηγείται της τάσης για «Στρατηγική Αυτονομία». Η Γαλλία
βλέπει την επίθεση των ΗΠΑ ως απόδειξη ότι η Ευρώπη είναι όμηρος των
αμερικανικών αποφάσεων. Ο Μακρόν επιδιώκει να δημιουργήσει έναν διακριτό
πόλο. Η στρατηγική του δεν αφορά μόνο το Ιράν, αλλά τη δημιουργία
μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης που θα μπορεί να πει «όχι» στην Ουάσινγκτον
χωρίς να φοβάται για την ασφάλειά της.

Στον αντίποδα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ακολουθεί τη στρατηγική
της «Ευθυγράμμισης». Ο Γερμανός Καγκελάριος πιστεύει ότι η Ευρώπη δεν έχει την
πολυτέλεια να έρθει σε ρήξη με τον Τραμπ. Η στρατηγική του βασίζεται
στην «αγορά επιρροής»: η Γερμανία αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες και στηρίζει
πολιτικά τις ΗΠΑ, ελπίζοντας ότι έτσι θα έχει λόγο στον έλεγχο των τιμών της
ενέργειας και στη μελλοντική «μοιρασιά» της επιρροής στη Μέση Ανατολή.

Στον ευρωπαϊκό Νότο, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. Η Ισπανία τήρησε σε
πρώτο χρόνο στάση ουδετερότητας, απαγορεύοντας τη χρήση των βάσεων της,
αλλά τελικά απέστειλε μια φρεγάτα ως πλοίο συνοδείας του γαλλικού
αεροπλανοφόρου. Η Ελλάδα έστειλε στη περιοχή στρατιωτική αποστολή για
υπεράσπιση της Κύπρου από πλήγματα, ενώ η Ιταλία δεν έχει κινηθεί ακόμα,
προσπαθώντας να διατηρήσει τις καλές σχέσεις που έχει με τον Τραμπ, αλλά και τον
ρόλο που θέλει να παίξει στην Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εστιάζει στην «Ενεργειακή Θωράκιση», στο βαθμό που ο
πόλεμος στο Ιράν δεν είναι μόνο ένα στρατιωτικό ζήτημα, αλλά ένα υπαρξιακό
οικονομικό πρόβλημα. Παράλληλα, επειδή χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, αλλά

όχι μόνο, ανησυχούν για τις δευτερογενείς συνέπειες, οι Βρυξέλλες στρέφονται
προς την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, που μπορεί να προκύψουν αν ο
πόλεμος επεκταθεί, ή αν καταρρεύσει το καθεστώς της Τεχεράνης.

Η επιχείρηση "Epic Fury" δεν θα κρίνει μόνο το μέλλον του Ιράν. Κρίνει τη συνοχή
της Δύσης και τις αντοχές της. Ενώ οι ΗΠΑ συζητούν για το πώς θα
επιβληθούν στρατιωτικά, η Ευρώπη αγωνιά για το πώς θα διαχειριστεί τις
συνέπειες (ενέργεια, προσφυγικό, πληθωρισμός).

Η διαφορά ανάμεσα στις στρατηγικές Βανς και Ρούμπιο στις ΗΠΑ, και ανάμεσα στις
στρατηγικές Μακρόν και Μερτς στην Ευρώπη, αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια:
η εποχή της ενιαίας δυτικής στάσης έχει δώσει τη θέση της σε μια εποχή
πολυδιάστατων συμφερόντων και διαφορετικών ιεραρχήσεων κινδύνου.

Πηγή: https://geoeurope.org/2026/03/08/oi-diafores-gia-tin-antimetopisi-tou-i/

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ