Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή: Η τραγική πορεία των κρατουμένων από τις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά στον τόπο του μαρτυρίου τους

1
10

Το αίτημά τους να πολεμήσουν στο αλβανικό μέτωπο που απορρίφθηκε, η παράδοσή τους από τις ελληνικές αρχές στις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής και η χρησιμοποίησή τους ως «δεξαμενή» για τις εκτελέσεις, όταν οι Γερμανοί έκαναν αντίποινα

Το ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα της Παρασκευής 24 Ιουνίου του 2005 ένα κονβόι κρατικών αυτοκινήτων διέσχιζε τη λεωφόρο Εθνικής Αντιστάσεως στην Καισαριανή. Μετέφερε με κάθε επισημότητα την τότε πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της χώρας. Προορισμός, το Αλσος Σκοπευτηρίου. Σκοπός, τα εγκαίνια του Μνημείου Εκτελεσθέντων Πατριωτών.

Εφτασαν διαδοχικά όλοι στην ώρα τους. Παρόντες στην τελετή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος, η γ.γ. του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα. Παριστάμενοι επίσης ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Μανώλης Γλέζος, ο Λεωνίδας Κύρκος και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος.

Τους υποδέχτηκε ο για τρίτη θητεία δήμαρχος Καισαριανής Θανάσης Μπαρτζώκας. Ανάμεσα σε πλήθος συγκινημένων παραβρισκόμενων, η συνολική εικόνα αποτύπωνε ωριμότητα, συνεργασία, συμφιλίωση. Αναδείκνυε μια στιγμή χειραφέτησης του πολιτικού συστήματος υπό τον κοινό παρονομαστή της εθνικής ομοψυχίας. Φανέρωνε αισθητά, σχεδόν απτά, τη σύνδεση ιστορικού χρέους, βάρους συναισθημάτων και πολιτικής ισορροπίας μπροστά σε έναν τόπο βίαιου θανάτου. Εναν χώρο αμείλικτης σφαγής εκατοντάδων Ελλήνων από την κτηνωδία των ναζιστικών κατακτητών της χώρας.

Το 1942 εκτελέστηκαν εκεί 13 πατριώτες, το 1943 άλλοι 147, το 1944, λίγους μήνες πριν αποχωρήσουν τα γερμανικά στρατεύματα της Βέρμαχτ, ακόμη 440 Ελληνες πατριώτες. Με κορυφαία τραγική στιγμή στην αιματοβαμμένη ιστορία του Σκοπευτηρίου επί Κατοχής τη μαζική εκτέλεση 200 πολιτικών κρατουμένων -Ακροναυπλιωτών κομμουνιστών στη συντριπτική πλειονότητά τους- την Πρωτομαγιά του 1944.

Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή: Η τραγική πορεία των κρατουμένων από τις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά στον τόπο του μαρτυρίου τους
Το 1942 εκτελέστηκαν στην Καισαριανή 13 Ελληνες πατριώτες, το 1943 άλλοι 147, το 1944, λίγους μήνες πριν αποχωρήσουν τα γερμανικά στρατεύματα της Βέρμαχτ, ακόμη 440. Με κορυφαία τραγική στιγμή στην αιματοβαμμένη ιστορία του Σκοπευτηρίου επί Κατοχής τη μαζική εκτέλεση 200 πολιτικών κρατουμένων -Ακροναυπλιωτών κομμουνιστών στη συντριπτική πλειονότητά τους- την Πρωτομαγιά του 1944

Θαρραλέοι

Αυτών των θαρραλέων παλικαριών που στάθηκαν αγέρωχα όρθιοι, περιφρονώντας τους δημίους τους. Με μια σπαρακτικά λεβέντικη γενναιότητα που στους σημερινούς καιρούς φαντάζει υπεράνθρωπη. Των ίδιων θυμάτων του ναζιστικού κακουργήματος που τα πρόσφατα συγκλονιστικά φωτογραφικά ντοκουμέντα σαν να τους ξανάδωσαν σώμα και παράστημα. Απαθανάτισαν το αξιοπρεπές καθημερινό πρόσωπο και καθρέφτισαν το καρτερικό βλέμμα των εν ψυχρώ δολοφονημένων ανδρών. Ολων εκείνων που μέχρι χθες αποτελούσαν μόνο καταγεγραμμένα ονόματα σορών που καταχωνιάστηκαν απάνθρωπα σε ομαδικό τάφο.

Κλείσιμο

Το ειδεχθές έγκλημα των ανάλγητων ναζί, όμως, δεν σταμάτησε εκείνη την Πρωτομαγιά της άγριας αιματοχυσίας. Εννέα μέρες αργότερα, στις 10 Μαΐου 1944, το φονικό γρανάζι της φρικαλέας μηχανής των κατακτητών συνέχισε ανατριχιαστικά την ωμή θηριωδία του. Εστησε στον μαντρότοιχο για εκτέλεση ακόμη 92 αντιστασιακούς κρατούμενους, από την ολέθρια λίστα θανάτου που συνοδευόταν με μακάβρια σχολαστικότητα από τις λέξεις «αντίποινα», «παραδειγματισμός», «τυφεκισμός».

Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή: Η τραγική πορεία των κρατουμένων από τις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά στον τόπο του μαρτυρίου τους
Τα φορτηγά με τα οποία μεταφέρθηκαν στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 και η είσοδός τους στον τόπο της θυσίας με τη συνοδεία Γερμανών στρατιωτών

Ανάμεσα στους προγραμμένους ο 19χρονος Νίκος, αδελφός του Μανώλη Γλέζου, καθώς και 10 γυναίκες. Οι μελλοθάνατοι γλιστρούσαν εκείνη τη μοιραία μέρα πάνω στο χώμα που δεν είχε προλάβει να απορροφήσει το ποτάμι αίματος των προηγούμενων εκτελεσμένων. Το αδίστακτο εκτελεστικό απόσπασμα τους έσυρε στην εξωτερική μεριά του τοίχου και τους θανάτωσε ακαριαία. Τα μυδράλια συνέχισαν τη ρίψη πυρών και μετά την εξόντωσή τους για να τρομοκρατήσουν περισσότερο τους πίσω από κλειστά παντζούρια κατοίκους της αντιστασιακής φτωχογειτονιάς.

Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή: Η τραγική πορεία των κρατουμένων από τις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά στον τόπο του μαρτυρίου τους
Οι κρατούμενοι παίρνουν θέση μπροστά από τη μάντρα των εκτελέσεων

Εθνική ενότητα

Τα δραματικά γεγονότα εκείνης της κατά συρροή ανελέητης εξόντωσης στο Σκοπευτήριο από τους ρέποντες φανατικά στο Ολοκαύτωμα ναζί χαράχτηκε τραυματικά στην εγχώρια συλλογική μνήμη. Την ανακάλεσε εκείνο το βράδυ μετά από 61 χρόνια ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής για να την αποκαταστήσει ως θεσμική μνήμη και να τη νοηματοδοτήσει με αναστοχασμό. Τίμησε τα θύματα και διαμήνυσε την εθνική ενότητα. Εγκαινιάζοντας με κόκκινη γραβάτα το μνημείο για τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο, τόνισε ότι επιτέλους η Πολιτεία λειτουργεί ελεύθερη και απαλλαγμένη από τις διχαστικές γραμμές.

Υπογράμμισε ότι «μας ενώνουν οι εμπειρίες που κάποτε μας χώρισαν, μας πίκραναν και μας πλήγωσαν όλους. Μας ενώνει ο αγώνας για ένα πιο δίκαιο μέλλον. Μια πιο δίκαιη κοινωνία για μας και τα παιδιά μας». Χειροκροτήθηκε. Το σημαντικό ήταν ότι η κεντροδεξιά κυβέρνησή του υλοποιούσε ένα διαχρονικό αίτημα της Αριστεράς. Από το 1984 η Μελίνα Μερκούρη ως υπουργός Πολιτισμού είχε χαρακτηρίσει το Σκοπευτήριο της Καισαριανής μνημειακό χώρο.

Ωστόσο, η ένθερμη πρωτοβουλία της να ανεγείρει μνημείο για τους εκτελεσμένους σκόνταφτε σε διαφορά εμπόδια. Από τη μία, προσέκρουε στη χρήση του άλσους από την Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία. Από την άλλη, κολλούσε στο υπουργείο Παιδείας που προόριζε μέρος του χώρου για τη δημιουργία σχολικών μονάδων στην περιοχή. Αμφότερα παρακώλυαν ανασταλτικά το όραμά της.

Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή: Η τραγική πορεία των κρατουμένων από τις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά στον τόπο του μαρτυρίου τους
Καισαριανή, 1 Μαίου 1944. Οι Ελληνες κρατούμενοι οδηγούνται στο σκοπευτήριο όπου θα εκτελεστούν

Επρεπε να περάσουν 20 χρόνια -μέχρι το 2004- για να ξεπεραστούν τα γραφειοκρατικά προσκόμματα. Ωσπου ο δήμαρχος Καισαριανής Θανάσης Μπαρτζώκας, από τους αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα, και ο υπουργός Εσωτερικών Προκοπής Παυλόπουλος, πανεπιστημιακός καθηγητής του Δημοσίου Δίκαιου, αποστράγγισαν το στάσιμο τέλμα. Η κοινή τους επιθυμία για την κατασκευή του μνημείου δρομολογήθηκε ως συναινετική πρακτική.

Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το αναπτυξιακό πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης «ΘΗΣΕΑΣ». Δημιουργήθηκε ως φόρος τιμής, δόξας και σεβασμού στους θυσιασμένους. Ανάμεσα στους Ελληνες εκτελεσμένους, 20 Ιταλοί και 5 Γερμανοί αντιφασίστες στρατιώτες του κατακτητή. Στον ίδιο χώρο κατέφθασε αμέσως μετά την ορκωμοσία του στο αξίωμα του πρωθυπουργού και ο Αλέξης Τσίπρας.

Στις 26 Ιανουαρίου 2015, αντί να καταθέσει στεφάνι στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, προτίμησε να αποθέσει με το χέρι στην καρδιά μια λιτή ανθοδέσμη στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Υποτίθεται ότι με την κίνησή του συμβόλιζε στο αδούλωτο πνεύμα των μαρτυρικά πεσόντων την ανυπότακτη ορμή της Πρώτης Φορά Αριστεράς.

Αφότου ο ίδιος συμμορφώθηκε υπάκουα στα μνημόνια και την τρόικα, δεν ξαναπάτησε εκεί. Λίγοι, ίσως, θυμούνται ότι δύο χρόνια πριν από την τελετή εγκαινίων του μνημείου οι εκπρόσωποι όλων των κομμάτων της Βουλής συντάχθηκαν σε κοινή ανακοίνωση. Τον Μάιο του 2003, ο Αλέκος Ακριβάκης του ΠΑΣΟΚ, ο Προκόπης Παυλόπουλος της Ν.Δ., ο Αντώνης Σκυλλάκος του KKE και ο Φώτης Κουβέλης του ΣΥΝ με κοινή ανακοίνωσή τους καταδίκαζαν ως «εθνικό έγκλημα» την παράδοση στους κατακτητές των περίπου 650 κρατουμένων της Ακροναυπλίας, το 1941, από την τότε «κυβέρνηση Γλύξμπουργκ».

Από αυτούς εκτελέστηκαν περισσότεροι από τους μισούς. Οι βουλευτές είχαν, πράγματι, δίκιο ως προς το πρώτο σκέλος. Στο παλιό δυσπόρθητο ενετικό φρούριο στη βραχώδη χερσόνησο, 300 σκαλιά ψηλά στο άκρο του Ναυπλίου, που λειτουργούσε ως άθλια φυλακή-κάτεργο από τον Φεβρουάριο του 1937, έξι μήνες μετά από την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.

Παράδοση

Οι έγκλειστοι χωρίς δίκη κομμουνιστές κρατούμενοι παραδόθηκαν «διά πρωτοκόλλου» από τις ντόπιες αρχές στον γερμανο-ιταλικό άξονα των κατακτητών. Γεγονός που αποτελεί μαύρη σελίδα της Ιστορίας, αιώνιο στίγμα ντροπής και εθνικής προδοσίας. Ο ισχυρισμός ωστόσο ότι τους μεταβίβασε σύσσωμους στον χιτλεροφασιστικό εχθρό η μοναρχική κυβέρνηση αποτελούσε μάλλον γενίκευση. Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς είχε ήδη πεθάνει από τον Ιανουάριο του 1941 εν μέσω του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Ο διορισμένος από τον βασιλιά Γεώργιο Β’ ως διάδοχος του Μεταξά και πολιτικά άπειρος τραπεζίτης Αλέξανδρος Κορυζής αυτοκτόνησε τρεις μήνες αργότερα. Η επόμενη, επίσης διορισμένη φιλοβασιλική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, με την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, την κατάρρευση του αμυντικού μετώπου και τη ραγδαία επέλαση των ναζιστικών ορδών στη χώρα είχε αποδράσει άρον-άρον από την Αθήνα. Στις 20 Απριλίου 1941 πήρε τον δρόμο της εξορίας αρχικά προς την Κρήτη και κατόπιν προς στο Κάιρο.

Μόλις πέντε μήνες νωρίτερα, στις 29 Οκτωβρίου 1940, την επόμενη μέρα του ηρωικού «ΟΧΙ», είχε προηγηθεί το αίτημα των κρατουμένων της Ακροναυπλίας να απελευθερωθούν προκειμένου να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή κατά των Ιταλών επιδρομέων του Μουσολίνι στα βουνά της Βόρειας Ηπείρου. Η υστερικά αντικομμουνιστική και μικρόψυχη δικτατορία Μεταξά απέρριψε το πατριωτικό αίτημα προσφοράς τους στην πατρίδα.

Τους ζητούσε προκαταβολικά δήλωση μετανοίας και απαιτούσε επιτακτικά την αποκήρυξη της ιδεολογίας τους. Στην πραγματικότητα η αντικομμουνιστική ψύχωση του καθεστώτος έτρεμε στην ιδέα να τους εξοπλίσει μην τυχόν και αρματωμένοι κηρύξουν αντιιμπεριαλιστικό – απελευθερωτικό αγώνα ανεξαρτησίας, σύμφωνα με τις επιταγές της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Ποντάρισε ότι θα αρνηθούν να υπογράψουν συχωροχάρτι και να προδώσουν τα ιδανικά τους, πράγμα που δεν είχαν κάνει παρά τα μαρτύριά τους επί τόσο καιρό. Απέμειναν έτσι, χωρίς να κουρελιάσουν την αξιοπρέπειά τους, χρισμένοι σχεδόν πίσω από τους χοντρούς πέτρινους μεσαιωνικούς τοίχους. Στοιβαγμένοι ανά 150 στους τέσσερις θαλάμους-κελιά και υπομένοντας τα φρικτά υπόγεια μπουντρούμια των κρατητηρίων.

Τις τελευταίες ημέρες του σκληρού Απριλίου του 1941 βίωσαν πίσω από τα κάγκελα εφιαλτικές συνθήκες. Τα χιτλερικά στούκας βομβάρδισαν αλύπητα το κολαστήριο της Ακροναυπλίας και κατά κύματα σφυροκόπησαν αδυσώπητα από αέρος τα αγγλικά πολεμικά καράβια στον Αργολικό Κόλπο. Οι συνηθισμένοι στις κακουχίες φυλακισμένοι, επιτηρούμενοι από 70 ένοπλους χωροφύλακες, υπέμειναν αγόγγυστα και αυτό το μαρτύριο.

Παρότι όμως κυβέρνηση δεν υπήρχε, το δικτατορικό καθεστώς είχε γκρεμιστεί, το κράτος είχε παραλύσει και ο πανικός των δεσμοφυλάκων ήταν διάχυτος, οι φυλακισμένοι δεν ξεσηκώθηκαν. Ακόμη και όταν μια εμπορική φορτηγίδα τίγκα στη νιτρογλυκερίνη εξερράγη κάτω από τον βράχο της Ακροναυπλίας, το φρούριο σείστηκε, άνοιξαν τεράστιες ρωγμές στους τοίχους και οι σκοπιές εγκαταλείφθηκαν, εκείνοι δεν απέδρασαν. Οχι πως ήταν εύκολο, αλλά ούτε καν το αποπειράθηκαν.

Δεν πήραν το ρίσκο. Υπέγραψαν με αυτόν τον τρόπο τη θανατική τους καταδίκη. Οταν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν τη φυλακή, παρέδωσαν τον έλεγχο της φύλαξης στους Ιταλούς, ενώ διατήρησαν τους Ελληνες χωροφύλακες στη θέση τους. Η φυλακή συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943 σε ελεεινές συνθήκες κακομεταχείρισης, πείνας και ασθενειών των σκελετωμένων κρατούμενων. Η αβιταμίνωση τους καταπονούσε, η φυματίωση τους θέριζε. Μετά τη διάλυση της φυλακής, οι έγκλειστοι κομμουνιστές μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι σε γερμανικά και ιταλικά στρατόπεδα.

Ξεκληρίστηκαν εξαιτίας των αποτρόπαιων «αντιποίνων» που εφάρμοζαν οι κατοχικές αρχές εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Πόσο μάλλον κατά των πολιτικών κρατουμένων που οι κατακτητές τούς είχαν πρόχειρους δεσμώτες για θυσία στα στρατόπεδά τους. Ανάμεσα στους 104 εκτελεσθέντες στο Κούρνοβο, σημερινό Τρίλοφο Φθιώτιδας, οι 58 ήταν Ακροναυπλιώτες από το στρατόπεδο της Λάρισας.

Οπως και οι πάνω από τους 150 του στρατοπέδου Χαϊδαρίου που έπεσαν νεκροί από το εκτελεστικό απόσπασμα ανάμεσα στους 200 της Καισαριανής. Απελευθερώθηκαν όμως τον Απρίλιο του 1943 από τον ΕΛΑΣ οι 56 φυματικοί Ακροναυπλιώτες που νοσηλεύονταν στο σανατόριο της «Σωτηρίας».

Ερωτήματα

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πάντως, είχε κιόλας εγερθεί το ερώτημα γιατί δεν δραπέτευσαν μαζικά, έστω και με απώλειες, από τη φυλακή όταν τους δόθηκε η ευκαιρία. Μερικοί κρατούμενοι απέδωσαν εκ των υστέρων ευθύνες στην κομματική καθοδήγηση της Ακροναυπλίας από έμπειρα στελέχη του ΚΚΕ.

Επέρριψαν υπαιτιότητα καταρχάς στους Γιάννη Ιωαννίδη, Βασίλη Μπαρτζιώτα και Κώστα Θέο. Καθώς και στους Κώστα Λουλέ, Κώστα Κολιγιάννη, Μήτσο Παπαρήγα, Απόστολο Γκρόζο μεταξύ άλλων κρατουμένων εκ των ηγετικών κομμουνιστικών φυσιογνωμιών.

Προφανώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι σε διεκδικητικούς αγώνες, άκαμπτοι ιδεολογικά, αλλά και βασανισμένοι από την παρανομία, τις φυλακίσεις και τις εξορίες σε ξερονήσια δεν διαπνέονταν από νομιμοφροσύνη απέναντι στους βάναυσους διώκτες τους. Ούτε ήταν αφελείς, παρά τις ταλαιπωρίες τους, για να παραμυθιαστούν από τις σποραδικές αβάσιμες υποσχέσεις του καθεστώτος ότι θα τους απελευθερώσει όταν αποχωρήσουν οι Αγγλοι από τη χώρα.

Το φταίξιμο που τους καταλογίστηκε ήταν η ξεροκεφαλιά. Η τυφλή εμπιστοσύνη τους σε ένα κόμμα διαβρωμένο, εκείνη την εποχή, από την κρατική ασφάλεια. Η εξάρτησή τους από μια παράλληλη κομματική ηγεσία αποτελούμενη από χαφιέδες της Αστυνομίας του Μανιαδάκη, που τους αποπροσανατόλιζε.

Χώρια που αποκομμένοι για χρόνια από την πολιτική πραγματικότητα κρίνονταν ότι μετεωρίζονταν από δισταγμούς και ταλαντεύσεις, αναποφασιστικότητα και αναβλητικότητα. Για τους αντικομμουνιστές αντιπάλους τους το θέμα ήταν προπαγανδιστικά απλούστερο. Τους χρέωναν με την ακράδαντη πίστη τους στη Σοβιετική Ενωση που τους χαντάκωσε.

Ηταν ακόμη σε ισχύ το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ περί μη επίθεσης μεταξύ της ΕΣΣΔ και της ναζιστικής Γερμανίας. Συνεπώς, εκτιμούσαν ότι οι φυλακισμένοι ομοϊδεάτες της πρώτης είχαν πειστεί πως δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν εφόσον θα έπεφταν στα χέρια των Γερμανών κατακτητών αφού ο Χίτλερ και ο Στάλιν τα είχαν βρει.

Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή: Η τραγική πορεία των κρατουμένων από τις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά στον τόπο του μαρτυρίου τους
Η υπογραφή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ

Ο συλλογισμός αυτός έπασχε από μια αντίφαση, δεδομένης της εκδηλωμένης προθυμίας των φυλακισμένων κομμουνιστών να μη μείνουν ουδέτεροι στην ελληνο-ιταλική σύρραξη. Αντίθετα, ζητούσαν επίμονα να καταταγούν εθελοντές για να πολεμήσουν κατά των Ιταλών φασιστών στο αλβανικό μέτωπο. Η κουβέντα αυτή περί ατολμίας της Καθοδήγησης της Ακροναυπλίας σκεπάστηκε από τη δημιουργία του ΕΑΜ και το έπος της Εθνικής Αντίστασης.

Ατόνησε κατά την Απελευθέρωση, παραμερίστηκε σιωπηλά στη διάρκεια του αιματηρού Εμφυλίου και επανήλθε ψιθυριστά στα 27 χρόνια του κηρυγμένου παράνομου ΚΚΕ. Δεν ξανασυζητήθηκε από την επανανομιμοποίηση του ΚΚΕ από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον Σεπτέμβριο του 1974, αμέσως μετά την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών και την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας.

Τον Μάρτιο του 1970 ξεκίνησε η κατεδάφιση των φυλακών της Ακροναυπλίας. Είχαν επαναλειτουργήσει το 1946 με έγκλειστους τόσο ποινικούς καταδίκους όσο και θανατοποινίτες του εμφύλιου πολέμου. Οι εγκαταστάσεις τους παρέμειναν ενεργές επί 20 ακόμη χρόνια, μέχρι το 1966, όταν μπήκε οριστικά λουκέτο. Τη χρονιά του γκρεμίσματός τους, εν μέσω χούντας, ο διαβόητος κομμουνιστοφάγος υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου Κωνσταντίνος Μανιαδάκης βάδιζε μονήρης στα 77 του χρονιά.

Καθώς έμενε στην οδό Νοταρά, στο ύψος της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, σύχναζε νωρίς τα μεσημέρια στο κοντινό «Green Park» επί της οδού Μαυρομματαίων στο Πεδίον του Αρεως. Εκεί, χοντροκομμένος, φαλακρός, βλοσυρός πίσω από τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά του, το αμετανόητο δεξί χέρι του Ιωάννη Μεταξά παρέδιδε στην καθαρεύουσα με τη χωριάτικη προφορά του μαθήματα εθνικοφροσύνης. Ακροατές του, νεαροί εθνικιστές, δηλαδή χουντικοί και νεοφασίστες, που τον αντίκριζαν με δέος και κρέμονταν από τα χείλη του.

Σπάνια διέκοπτε την κατήχησή του περί της καταστολής των «ομαλυνθέντων από τον ιό του μπολσεβικισμού» και την εξουδετέρωση Εβραίων και Μασόνων με προσωπικές αφηγήσεις. Κουβέντα για το ότι ανέκρινε προσωπικά, χαστούκισε και απείλησε με το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου τον συλληφθέντα 20χρονο τροτσκιστή Ανδρέα Παπανδρέου ώστε να του αποσπάσει «ομολογία» αντεθνικής δράσης. Καμία αναφορά στο πώς κατασκεύασε κάλπικη ηγεσία του ΚΚΕ, εξέδιδε πλαστό «Ριζοσπάστη», επικοινωνούσε παραπλανητικά με την Κουμμουνιστική Διεθνή.

Δεν έκανε καν κομπαστικές νύξεις για το πώς έγινε μυστικοσύμβουλος του λαϊκιστή πρόεδρου της Αργεντινής Χουάν Ντομίνγκο Περόν όταν απομακρύνθηκε από το Κάιρο της Αιγύπτου στα χρόνια του Πολέμου, για να εγκατασταθεί στη νοτιοαμερικανική χώρα μέχρι το 1949.

Άρνηση

Μία και μόνη φορά με αφορμή την κατεδάφιση εκείνο τον καιρό των φυλακών της Ακροναυπλίας αρνήθηκε κάθετα στους συνομιλητές του ότι παρέδωσε ατομικά τους «κατόπιν ενεργειών» του φυλακισμένους κομμουνιστές στους Γερμανούς κατακτητές. Εριξε την ευθύνη του αίσχους στη δωσίλογη και προδοτική κυβέρνησης του εθνικά ανάξιου Γεωργίου Τσολάκογλου. Του αντιστράτηγου που υπέγραψε την άνευ όρων παράδοση της Ελλάδας στις Δυνάμεις του Αξονα και έγινε υποχείριό τους ως πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης-μαριονέτας των ναζιστών τύπου του Νορβηγού φυρερίσκου Κουίσλινγκ.

Ο πονηρός Μανιαδάκης, που διετέλεσε και εκλεγμένος βουλευτής με το κόμμα της ΕΡΕ, ακόμη και στα βαθιά γεράματα υποβάθμιζε τα κρίματά του. Υποβίβαζε την προπολεμική δικτύωσή του με τη γερμανική Γκεστάπο. Απαρνιόταν ότι της παρέδωσε τη μοιραία σκυτάλη για τις θηριωδίες της επί των πολιτικών κρατουμένων που με ζήλο είχε ο ίδιος συλλάβει, φυλακίσει και εξορίσει. Απομείωνε τις στενές σχέσεις του με τους υποτακτικούς γερμανόφιλους κατοχικούς υπουργούς, που πρώτο μέλημά τους ήταν να σκαρώσουν μια ελληνική λεγεώνα που θα μετέβαινε να πολεμήσει στο πλευρό των Γερμανών στη Ρωσία.

Οταν πέθανε μετά από δύο χρόνια, το 1972, ενταφιάστηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο. Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος ήθελε τότε να του αναγείρει ανδριάντα. Τα εκτελεσμένα θύματά του που αψήφησαν τη χιτλερική βαρβαρότητα είχαν χρόνια πριν παραχωθεί σε μαζικούς λάκκους. Και μια στήλη σεβασμού στη μνήμη τους, όπως αυτή της Καισαριανής, έκανε δεκαετίες να στηθεί. Οπως ίσως ήταν αναμενόμενο σε ένα περιβάλλον μακρόχρονου πολιτικού διχασμού, πόλωσης και οξύτητας.

Σε ένα τοπίο όπου οι συκοφαντικές παραποιήσεις και η μίζερη ερμηνευτική μεροληψία κατείχαν τον πρώτο δηλητηριώδη λόγο. Ζητήματα που σταδιακά λύθηκαν σε βάθος χρόνου υπό την ειλικρινή σύμπνοια των ορθολογικών πολιτικών δυνάμεων του τόπου, οι οποίες απομακρύνθηκαν ήπια από τα στοιχειώματα του παρελθόντος. Υπό το ίδιο πρίσμα αναμένεται να αντιμετωπιστούν, δίχως κομματική εργαλειοποίηση, και τα πρόσφατα φωτογραφικά τεκμήρια που ανασύρουν ατομικές και συλλογικές μνήμες.

Οπως πάντα επιλεκτικές και συχνά επιβαρυμένες με ιδεολογικά πρόσημα. Σίγουρα οι εικόνες παγώνουν τον χρόνο, αλλά δεν παγώνουν τις ευθύνες. Ούτε αθωώνουν τους ενόχους, όσο παρωχημένοι κι αν φαντάζουν. Η αληθινή ιστορική μνήμη δεν υψώνεται μόνο σε βάθρα μνημείων. Σκάβει μεθοδικά και κάτω από τις επιγραφές τους. Αλλά δεν δικάζει.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Ξύνει πληγές.Η ιστορικός του κ@λου με την πιο μεγάλη ανηθικότητα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ