Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου

0
17

Η Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και οι που περιοχές είχε στον έλεγχό της – Τα βίαια επεισόδια σε Χαλκιδική, Σάμο και Κρήτη και η άρνηση της Απειράνθου να ενταχθεί στο «Κράτος της Θεσσαλονίκης»

Μία από τις μελανότερες σελίδες στη νεότερη ελληνική ιστορία είναι αναμφίβολα ο Εθνικός Διχασμός. Πρόκειται για μια διαμάχη βενιζελικών και φιλοβασιλικών με αφορμή την έξοδο της χώρας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ που επιθυμούσαν οι πρώτοι ή όχι, το οποίο ήταν επιθυμία των οπαδών του Κωνσταντίνου Α’.

Ο Εθνικός Διχασμός ξεκίνησε το 1915, ωστόσο η διαμάχη των δύο πλευρών χρονολογείται από πολύ νωρίτερα, το 1909. Δεν θα ασχοληθούμε σήμερα εκτενώς με τον Εθνικό Διχασμό, αλλά με τα αιματηρά επεισόδια που συνόδευσαν τον σχηματισμό της «Προσωρινής Κυβέρνησης» ή «Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης» υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και έδρα τη Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερα αυτό της Απειράνθου Νάξου που ήταν και τα πλέον αιματηρά.

Πώς φτάσαμε στον σχηματισμό της «Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης»;

Οι αλλεπάλληλες διαμάχες Βενιζέλου-Κωνσταντίνου στη διάρκεια του 1915 για συμμετοχή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η παραίτηση Βενιζέλου στις 21/9/1915 από την πρωθυπουργία και ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη οδήγησαν σε απόβαση των Αγγλογάλλων στη Θεσσαλονίκη και κατάληψη της Καβάλας από γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα. Η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Σκουλούδη (Οκτώβριος 1915-Ιούνιος 1916). Ο Σκουλούδης λειτουργούσε σαν εντολοδόχος του βασιλιά. Προκηρύχθηκαν νέες εκλογές, στις οποίες αρνήθηκε να συμμετάσχει ο Βενιζέλος. Πρωθυπουργός ανέλαβε και πάλι ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (κυβέρνηση διορισμένη από το «Συμβούλιο του Στέμματος»), στις 9 Ιουνίου 1916. Όμως οι αδέξιοι χειρισμοί του Σκουλούδη στο θέμα των σχέσεων με την Αντάντ οδήγησαν στη δημιουργία του Κινήματος Εθνικής Αμύνης, που έλεγχε το λεγόμενο «Κράτος της Θεσσαλονίκης». Επρόκειτο για ένα είδος πραξικοπήματος εναντίον της Κυβέρνησης της Αθήνας. Το Κίνημα εκδηλώθηκε στις 16 Αυγούστου 1916 και υποστηρίχθηκε από φιλοβενιζελικούς αξιωματικούς και τις συμμαχικές δυνάμεις της Θεσσαλονίκης. Ο Βενιζέλος, που είχε υποκινήσει το Κίνημα, στις 26/9/1916 πήγε στα Χανιά όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον ίδιο και τους: Ναύαρχο Κουντουριώτη και Στρατηγό Δαγκλή. Από τα Χανιά πήγαν στη Θεσσαλονίκη όπου ήταν η έδρα της «Προσωρινής Κυβέρνησης». Οι Σύμμαχοι απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί και ο βασιλιάς έφυγε για την Ελβετία στις 15 Ιουνίου 1917. Τη θέση του ανέλαβε ο δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρος που ήταν αρεστός στην Αντάντ. Στις 13 Ιουνίου 1917 ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα και συγκρότησε κυβέρνηση με ανασύσταση της «Βουλής των Λαζάρων». Έπειτα, η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο της πλευράς της Αντάντ και η σημαντική συμβολή της σε αυτόν οδήγησε στη συνθηκολόγηση των Βουλγάρων και την αρχή του τέλους για τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες.

Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου
Το 1ο Τάγμα του Στρατού της Εθνικής Αμύνης παρελαύνει στη Θεσσαλονίκη πριν μεταβεί στο μέτωπο

 

Οι «Επίστρατοι» και τα γεγονότα της Χαλκιδικής

Ο Βενιζέλος είχε να αντιμετωπίσει τους λεγόμενους «Επίστρατους». Επρόκειτο για παρακρατικές ομάδες που είχε ιδρύσει ο Ιωάννης Μεταξάς και αποτελούνταν από απολυθέντες στρατευμένους. Κάποιοι θεωρούν τους «Επίστρατους» ως «συγγενείς» με πρώιμες φασιστικές οργανώσεις της εποχής. Η κυβέρνηση Βενιζέλου φρόντισε να επιβάλει άμεσα στρατιωτικό νόμο για να εξουδετερώσει τους αντιφρονούντες (φιλοβασιλικούς). Τέτοιοι υπήρχαν ακόμα και στην Κρήτη, ιδιαίτερα στο Ηράκλειο και τα γύρω χωριά. Στη Μεγαλόνησο υπήρξαν ένοπλες συγκρούσεις, με νεκρούς και τραυματίες, καταστροφές και λεηλασίες, φυλακίσεις και εκτοπίσεις. Τουλάχιστον 20 άτομα έχασαν τη ζωή τους. Επικεφαλής των αντιφρονούντων ήταν ο Α. Μιχελιδάκης αντίπαλος του Βενιζέλου από τα παλιά, ο οποίος είχε διοριστεί γι’ αυτόν τον λόγο Υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Σκουλούδη. Οι συλληφθέντες είχαν απάνθρωπη αντιμετώπιση:

«Αι συλλήψεις εγένοντο ομαδικώς και οι μεταφερόμενοι εδένοντο με σχοινιά από τας χείρας, εκοπρίζοντο (αφόδευαν πάνω τους) δε καθ’ οδόν διότι δεν τους επέτρεπον να αποπατήσουν και επτύοντο και εξυβρίζοντο από τους Βενιζελικούς, οι οποίοι κατείχον τα πεζοδρόμια των οδών δι’ ων θα διήρχοντο…».

Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου
Στέφανος Σκουλούδης

Αντιδράσεις και αιματηρή καταστολή υπήρχαν και στη Σάμο, όπου συνεχίστηκαν ως τις αρχές του 1917. Όταν άρχισε να επιβάλλεται υποχρεωτική στρατολογία στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της «Προσωρινής Κυβέρνησης» ξέσπασαν ταραχές. Πιο ακραία περίπτωση ήταν η Χαλκιδική που ξεσηκώθηκε με πρωταγωνιστές τους «Επιστράτους». Εναντίον τους στάλθηκε αρχικά ο Λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης, γνωστός για τη σκληρότητα και τις βάναυσες μεθόδους του. Στις 11/9/1916 έγινε πολύνεκρη μάχη για την κατάληψη της Γαλάτιστας. Σύμφωνα με προκήρυξη του Κονδύλη σκοτώθηκαν 12 Επίστρατοι, αλλά διέφυγαν άλλοι έξι. Με την ίδια προκήρυξη ο Κονδύλης επικήρυξε «τας κεφαλάς» έξι «πρωταιτίων» που διέφυγαν και υποσχέθηκαν αμοιβή σε όποιον σκότωνε ή κατέδιδε έναν από αυτούς. Και ακόμα: «Αι οικίαι την επικηρυσσόμενων θα κατεδαφισθώσιν εντός της σήμερον και η περιουσία των θα δημευθεί και αι οικογένειαί των θα απελαθώσιν… Απαγορεύεται εις πάντας τους κατοίκους της Χαλκιδικής να χαιρετώσι, προστατεύωσι και τροφοδοτώσι τους επικηρυσσομένους. Ο παραβάτης της παρούσης θα υποστεί την βαρυτέρα των ποινών».

Για να βρεθούν οι καταζητούμενοι πυρπολήθηκαν σπίτια, βασανίστηκαν γυναίκες και εξορίστηκαν συγγενείς τους στη Λέσβο. Στον Πολύγυρο καταδικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες ο Γ. Συνάπελος σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο και απαγχονίστηκε δημόσια. Η επιβολή της τάξης από τον Κονδύλη ήταν προσωρινή. Οι βίαια στρατολογημένοι λιποτάκτησαν και επέστρεψαν στα χωριά τους προκαλώντας ταραχές. Μεταξύ άλλων κατακρεουργήθηκε ο Ενωμοτάρχης Κοντογιάννης. Στάλθηκαν νέες δυνάμεις, υπό τον Ταγματάρχη Κ. Μπαρτσώκα για να επιβληθεί η τάξη και η στρατολογία στη Χαλκιδική (αρχές 1917). Ο Κ. Βεντήρης, 15 χρόνια αργότερα δέχεται την άποψη Κονδύλη για έναν απαγχονισμό και θεωρεί «μυθολογήματα» τις απόψεις των φιλοβασιλικών: «Συνέβησαν γεγονότα, άλλα θλιβερά, άλλα αξιοκατάκριτο. Ερμηνεύονται όλα όταν ληφθεί υπ’ όψιν ο φανατισμός του εμφυλίου πολέμου. Πάντως αι υπερβασίαι των στρατιωτών της Αμύνης δεν είχαν αφορμή απάνθρωπα δήθεν ένστικτα… Επεβλήθησαν αναποδράστως εκ της σφοδράς εξεγέρσεως των κατοίκων της Χαλκιδικής και εκ του χρέους του Ελληνισμού να συντάξει τάχιστα εθνικόν στρατών εναντίον των Βουλγάρων κατακτητών».

Όπως αναφέρει ο Ν. Γερακάρης (1936), μαζί με τον Μπαρτσώκα ήταν και ο διαβόητος Παύλος Γύπαρης. Στις 17/12/1916 πολιόρκησαν τον Πολύγυρο, τον οποίο και κατέλαβαν. Ακολούθησαν επιδρομές σε κωμοπόλεις και χωριά της Χαλκιδικής όπως η Αρναία. Εκτός από τις συμπλοκές, κάποιοι εκτελέστηκαν με απόφαση έκτακτου στρατοδικείου. Ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους 20. Η μετέπειτα έκθεση του Συνταγματάρχη Γ. Μπασακάρη κάνει μνεία για βιασμούς και βασανισμούς γυναικών.

Η σφαγή της Απειράνθου

Η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο όταν η «Προσωρινή Κυβέρνηση» επιχείρησε να επεκταθεί και σε περιοχές της Παλαιάς Ελλάδος που ήταν φανερά, εχθρικά διακείμενες απέναντί της. Έτσι, οδηγήθηκε στο μεγαλύτερο έγκλημα, αυτό της σφαγής της Απειράνθου. Τον Δεκέμβριο του 1916 αποβιβάστηκε στη Νάξο στρατιωτικό τμήμα της Προσωρινής Κυβέρνησης και αξίωσε την αναγνώρισή της από τους νησιώτες. Αρχικά, αρνήθηκαν οι κάτοικοι του χωριού Μονή. Με τη σύλληψη όμως του Προέδρου της Κοινότητας και άλλων 18, το χωριό υποτάχθηκε. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στη Σύρο όπου «διαπομπεύθησαν και επτύσθησαν υπό των Βενιζελικών της Ερμουπόλεως» πριν φυλακιστούν.

Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου
Απείρανθος

Δεν υποτάχθηκαν όμως οι κάτοικοι της ορεινής Απειράνθου, οι οποίοι εκτός από κυνηγετικά και άλλα όπλα είχαν στην κατοχή τους, νόμιμη, άφθονη δυναμίτιδα για την εξόρυξη της σμύριδας, περιζήτητου ορυκτού της περιοχής. Οι Απεραθίτες πυροβολούσαν στον αέρα και έριχναν φυσίγγια δυναμίτιδας για εκφοβισμό. Επίσης «χλευαστικότατα και εξευτελιστικότατα προεκάλουν τον στρατόν», ακόμη και «δια στρατιωτικών σαλπισμάτων». (Νικηφόρος Γ. Κυπραίος, «Επαναστατικαί Σελίδες: Το Εθνικόν Κίνημα ανά τας Κυκλάδας», Σύρος, 1919). Οι 80 στρατιώτες που είχαν φτάσει στην Απείρανθο δεν αρκούσαν. Σύντομα ήρθαν άλλοι 250 και το τορπιλοφόρο «Θέτις». Την Κυριακή 1/11/1917 ο επικεφαλής Υπολοχαγός Δημήτριος Σαμαρτζής έστειλε τελεσίγραφο στην Απείρανθο. Αφού τόνιζε ότι 3 εκατομμύρια Έλληνες (υπερβολικός αριθμός) είχαν προσχωρήσει στην Προσωρινή Κυβέρνηση, μαζί και όλες οι Κυκλάδες κατέληγε: «… εάν δεν δηλώσετε ομοθύμως προσχώρησιν και δεν παραδώσητε τα υπάρχοντα όπλα εις εμέ, τα οποία θα σας επιστραφώσιν εν καιρώ, θα θεωρηθείτε ως εχθροί, το χωρίον θα κηρυχθεί εις κατάστασιν πολιορκίας, θα κηρυχθεί ο Στρατιωτικός Νόμος, θα συσταθεί έκτακτον Στρατοδικείον και θα κτυπηθείτε από ξηράς και θαλάσσης». Η συνέλευση των κατοίκων απέρριψε το τελεσίγραφο θεωρώντας το «ανάξιον οιασδήποτε απαντήσεως». Την επομένη, 2/1/1917, ο Σαμαρτζής πλησίασε πάλι το χωριό και ενημέρωσε τον πρόεδρο ότι θα κάψει την Απείρανθο. Ο πρόεδρος του είπε ότι εκτός από τους λίγους βενιζελικούς, οι άλλοι αρνούνται να στηρίξουν την «Προσωρινή Κυβέρνηση» γιατί θεωρούν «την προσχώρησιν ως αλλαξοπιστίαν».

Οι κάτοικοι παρακολουθούσαν όσα διαδραματίζονταν από τα δωμάτια των σπιτιών τους και την είσοδο του χωριού. Συνέχιζαν να ζητωκραυγάζουν υπέρ του βασιλιά και να αποκαλούν τους στρατιώτες, «προδότες». Τότε άρχισε το μακελειό. Πρώτο έριξε το «Θέτις», δύο βολές, από πυροβόλα των 75mm. Αργότερα, οι άνδρες του Σαμαρτζή, από απόσταση 80 βημάτων άρχισαν πυρ ομαδόν, και με ριπή πυροβόλου. Το πυρ συνεχίστηκε για 15’. Τότε, ο πρωθιερέας του χωριού ύψωσε λευκή σημαία. 32 ήταν οι νεκροί Απεραθίτες και 44 οι τραυματίες. 15 από αυτούς έμειναν ανάπηροι. Ο βενιζελικός Ανθυπολοχαγός Κυπραίος αναφέρει 28 νεκρούς και 44 τραυματίες (ίσως 4 από αυτούς υπέκυψαν αργότερα). Ο Σαμαρτζής έδωσε διαταγή για «πυρ ομαδόν» χωρίς να δέχεται πυρά. Το μόνο που έκαναν οι Απεραθίτες ήταν να βρίζουν τους στρατιώτες.

Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου
Μνημείο των νεκρών της Απειράνθου

Οι όποιοι πυροβολισμοί δεν ρίχνονταν προς αυτούς. Επρόκειτο για σφαγή αμάχων, μετά την οποία, 120 κάτοικοι του χωριού υποχρεώθηκαν να ανοίξουν λάκκο έξω από το χωριό όπου έθαψαν χωρίς άλλες διατυπώσεις τους νεκρούς. Ανάμεσά τους ήταν 7 αγόρια και ανήλικοι, 4 γέροντες και 12 γυναίκες (οι 4 έγκυες…). Στους τραυματίες περιλαμβάνονταν 10 αγόρια και ανήλικοι, 2 γέροντες και 12 γυναίκες. Η Απείρανθος συνέχισε να αντιστέκεται για ένα μήνα ακόμα. Τελικά προσχώρησε στην «Προσωρινή Κυβέρνηση» με ομόφωνο ψήφισμα του κοινοτικού συμβουλίου στις 5/2/1917. Φαίνεται ότι ο Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη είχε την εντύπωση ότι στη Νάξο πολεμούν «Επίστρατοι» τους στρατιώτες της κυβέρνησής του, γι’ αυτό η εντολή του ήταν: «Μη φεισθείτε ουδενός» («Μην λογαριάζετε, μην υπολογίζετε κανέναν»).

Μόλις το 1920 η αποκάλυψη της σφαγής!

Πέρασαν τρία και πλέον χρόνια για να γίνει η αποκάλυψη της σφαγής! Η προσωρινή άρση της λογοκρισίας, τον Απρίλιο του 1920 οδήγησε σε εκατέρωθεν (από βενιζελικούς και φιλοβασιλικούς) αποκαλύψεις. Λεπτομέρειες έγραψε σε εφημερίδα ο Απεραθίτης μηχανικός και μετέπειτα καθηγητής του Πολυτεχνείου Δημοσθένης Ε. Πρωτοπαπαδάκης (αδελφός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους 6 που εκτελέστηκαν το 1922). Η κυβέρνηση Βενιζέλου έσπευσε να καταθέσει (19/5/1920) νομοσχέδιο για την αποζημίωση των θυμάτων της Χαλκιδικής, της Απειράνθου (οι κάτοικοι της οποίας, κατά μία εκδοχή κατάγονται από την Κρήτη, ενώ το όνομά της προέρχεται από το φυτό «απέρρατθος» (είδος μαργαρίτας) ή απυρράθα<πυρρόν άνθος, η χαμομηλιά) και του Ηρακλείου. Πάντως φαίνεται ότι από τους Απειραθίτες, δεν έγιναν αιτήσεις για επιδόματα, καθώς περίμεναν, τουλάχιστον ως το 1938 να εξομοιωθούν με τα θύματα και τους αναπήρους πολέμου. Μετά το δημοψήφισμα της 1/11/1920 και την επάνοδο του Κωνσταντίνου, οι Απειραθίτες του έστειλαν διθυραμβικά ψηφίσματα αποκαλώντας τον «Διάδοχο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά» (!) και «Μεγάλο Εθνομάρτυρα Κωνσταντίνο ΙΒ’» (!). Κωνσταντίνος ΙΑ’ θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ότι ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (άλλοι τον θεωρούν Κωνσταντίνο ΙΒ’…).

Επίλογος

Η σφαγή της Απειράνθου καταγράφηκε σε πολλά δίστιχα όπως το:

Στα εννιακόσια δεκαφτά τσοι δύο του Γενάρη

Ήρθαν και μας σκοτώσανε σαν να ‘μαστε Βουλγάροι

Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ένας από τους «Έξι» καταγόταν από την Απείρανθο. Και γι’ αυτόν γράφτηκε δίστιχο:

Το κόμμα το Βασιλικό υποστηρίζετέ το

Γιατί το Βενιζελικό εσκότωσε τον Πέτρο

Αντίσταση στην «Προσωρινή Κυβέρνηση» και τη στρατολογία της υπήρξε, με λιγότερο αιματηρές συνέπειες και σε άλλα κυκλαδονήσια, με κορυφαίο την Άνδρο, αλλά και σε νησιά του Ιονίου.

Στρατιωτικός Διοικητής Κυκλάδων ήταν τότε ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος. Ας δούμε πώς παρουσιάζει τα γεγονότα αυτός σε έκθεσή του (Πηγή):https://www.istorikathemata.com/:

Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου
Νικόστρατος Καλομενόπουλος

«Μετά την εις Νάξον αποβίβασιν [2 Δεκεμβρίου] την υπό τον ανθυπολοχαγό κ. Ρουσσάκη αποσταλείσαν στρατιωτική δύναμιν εξ 100 ανδρών πεζικού, άπασαι αι κοινότητες της Νάξου προσεχώρησαν προθύμως εις την Εθνικήν κυβέρνησιν της Θεσσαλονίκης και ανεγνώρισαν μετά ενθουσιασμού το νέον καθεστώς, πλην δύο κοινοτήτων, της Απειράνθου και της Μονής. Τοιουτοτρόπως εκ των 16 κοινοτήτων της νήσου Νάξου αι δυο απέμεινον πισταί εις την αντεθνικήν κυβέρνησιν του Βασιλέως Κωνσταντίνου και αντέδρασαν εις το υφ’ ολοκλήρου ου μόνον της Νάξου αλλά και του Νομού των Κυκλάδων αναγνωρισθέν Νέον Καθεστώς.

Και όσον μεν αφορά την κοινότητα Μονής αυτή δεν ανεγνώρισε μεν το νέον καθεστώς, αλλά και δεν προέβη εις πράξεις και έργα τοιαύτα ώστε να προκαλέση την κατ’ αυτής λήψιν μέτρων βιαίων και εξηκολούθει απλώς να αρνήται να ψηφίση επισήμως την εις το Εθνικόν κίνημα προσχώρησιν.

Η της Απειράνθου όμως κοινότης ευθύς εξαρχής ου μόνον απέναντι του στρατιωτικού ημών αποσπάσματος και των υπαλλήλων της Εθνικής Κυβερνήσεως ετήρησε στάσιν καθαρώς επαναστατικήν, ένοπλον, αυθαδεστάτην και προκλητικήν αλλά και κατά των προσχωρησάντων συννησιωτών των προέβησαν εις πράξεις, οιωνεί τιμωρούντες αυτούς, πιεστικάς και αρπακτικάς τοιαύτας οίας μόνον λησταί και αναρχικοί διαπράττουσιν.

Εις Νάξον, άμα τη καταλήψει αυτής εστάλησαν άλευρα άτινα διενεμήθησαν αμέσως εις τους κατοίκους, πλην εννοείται των της Απειράνθου.

Την 7ην Δεκεμβρίου αι ενταύθα αγγλικαί αρχαί του ελέγχου μοι εγνώρισαν ότι κάτοικοι Απειράνθου κατελθόντες εις την πόλιν της Νάξου απεπειράθησαν να διαρπάσωσι τα αποσταλέντα άλευρα. Πάραυτα απέστειλα εις τον ανθυπολοχαγόν κ. Ρουσσάκη, διοικητή του εν Νάξω στρατιωτικού αποσπάσματος τηλεγραφικήν διαταγήν ίνα συλλαβή τους πρωταιτίους της στασιαστικής ταύτης αποπείρας.

Την αυτήν ημέραν 7 Δεκεμβρίου ο ανθυπολοχαγός κ. Ρουσσάκης μοι αναφέρει τηλεγραφικώς ότι εν Απειράνθω ενεργούνται διαδηλώσεις εναντίον της Εθνικής Κυβερνήσεως και ότι οι κάτοικοι του χωρίου τούτου κατέστρεψαν την τηλεγραφικήν γραμμήν. Εις απάντησιν διέταξα τον κ. ανθυπολοχαγόν να προβή εις την σύλληψιν των πρωταιτίων, προ πάσης δε βίας να συνεννοηθή μετά των προκρίτων της Απειράνθου και των της Τραγαίας και να δηλωθή τοις κατοίκοις Απειράνθου, ότι εάν επιμείνωσιν εις την επαναστατικήν αυτών στάσιν θα κηρυχθή εις το χωρίον των ο στρατιωτικός νόμος και θα τιμωριθώσιν αυστηρότατα οι πρωταίτιοι της στασιαστικής των κατοίκων διαγωγής.

Συγχρόνως ο κ. ανθυπολοχαγός διετάσσετο να μοι αναφέρη το αποτέλεσμα των ενεργειών του.

Η σφαγή στην Απείρανθο της Νάξου από την «Προσωρινή Κυβέρνηση» Βενιζέλου
Βενιζέλος, Κουντουριώτης και Δαγκλής

Την 8 Δεκεμβρίου ούτος μοι ανέφερεν ότι οι πρόκριτοι της Τραγαίας και ο εκεί ιδιωτεύων Απειράνθιος έφεδρος ανθυπολοχαγός Πρωτοπαπάς ανέλαβον να συμβιβάσωσι πλήρως τα πράγματα, την δε 9 Δεκεμβρίου μοι ανέφερεν ότι παρ’ όλα τα ληφθέντα συνδιαλεκτικά μέτρα ουδέν επετεύχθη και ότι δεν υπελείπετο ειμή μόνον η βία.

Αυθημερόν απέστειλα αυτώ διαταγήν απαγορεύουσαν την χρήσιν βίας, διέτασσον δε αυτόν να αποκλείση το χωρίον και να επιδιώξη λύσιν συμβιβαστικήν.

Συγχρόνως Άγγλοι αξιωματικοί μεσολαβήσαντες προς συμβιβασμόν, έλαβον την απάντησιν ότι τότε μόνον θα προσχωρήσωσιν όταν δηλωθή αυτοίς ότι δεν θα στρατευθώσιν. Οι Άγγλοι αξιωματικοί απήλθον δηλώσαντες αυτοίς ότι εάν παρενοχλήσωσι τους φιλελευθέρους θα τους θεωρήσωσι ως εχθρούς της Entente και θα βομβαρδίσωσι το χωρίον των. Οι Απειράνθιοι και πάλιν επέμενον αμετάπιστοι.

Εν τω μεταξύ ο ανθυπολοχαγός Ρουσσάκης, απελπισθείς περί συμβιβαστικής λύσεως, έπαυσεν πάσαν μετά των Απειρανθίων διαπραγμάτευσιν και απέκλεισε το χωρίον όπως μη εισάγωνται εν αυτώ τρόφιμα.

Κατά τον αυτόν χρόνον διάφοραι πληροφορίαι εκ Νάξου με έπειθον ότι η στάσις των Απειρανθίων ήρχιζε να επηρεάζη και των λοιπών κοινοτήτων της νήσου το φρόνημα. Θέλων να βεβαιωθώ περί τούτων απέστειλα εις τον κ. ανθυπολοχαγόν την εξής διαταγήν:

Αριθ. 58/14 Δεκεμβρίου. «Γνωρίσατε εις απάσας τας κοινότητας ότι δεν ήλθομεν εις την νήσον των ίνα χυσωμεν αίμα αδελφικόν. Προ της στάσεως των αντιδραστικών αναγκαζόμεθα να αποσυρθώμεν, έτοιμοι να επανέλθωμεν άμα ως άπαντες, αναγνωρίζοντες την σημασίαν και τον σκοπόν του Εθνικού κινήματος, μας καλέσωσιν. Μετά την κοινοποίησιν της διαταγής μου ταύτης συγκεντρώσατε εις πόλιν Νάξον άπασαν δύναμιν αποσπάσματος και χωροφυλακής και αναφέρατέ μοι ίνα αποστείλω περαιτέρω διαταγάς».

Το προσδοκώμενον εκ του μέτρου τούτου αποτέλεσμα επήλθε ως το ανέμενον. Η είδησις της αποχωρήσεως του στρατού ημών εκ της νήσου ανησύχησε σφόδρα τους κατοίκους αυτής και ιδίως τους εκεί πολυαρίθμους φιλελευθέρους.

Ως γνωστόν, οι Απειράνθιοι ορεινοί και άποροι όντες, και μη έχοντες κτήματα αλλά αποζούντες εκ της πενιχράς αυτών κτηνοτροφίας και ως σμυριδορύκται και αγωγιάται, αποτελούσι ανέκαθεν αληθή μάστιγα δια τους φιλησύχους κατοίκους της νήσου, ων λυμαίνονται τα κτήματα και διαρπάζουσι αγεληδόν τα ποίμνια αυτών.

Εσχάτως αποθρασυνθέντες εκ της μεταβολής του καθεστώτος και της διαλεκτικής προς αυτούς στάσεως ημών, υπερέβησαν παν όριον αναρχίας και πιέσεων, διαρπάζοντες αναφανδόν ποίμνια και ξυλοκοπούντες τους κατοίκους των προσχωρησάντων χωρίων.

Προ της καταστάσεως ταύτης οι κάτοικοι της νήσου εκπλιπαρούσιν ίνα μη αποσύρωμεν το στρατιωτικόν απόσπασμα και μη εγκαταλείψωμεν αυτούς εις την διάκρισιν των αγρίων Απειρανθίων.

Συγχρόνως (17 Δεκεμβρίου) ο ανθυπολοχαγός κ. Ρουσσάκης διαμαρτύρεται δια την κατάστασιν ταύτην και αιτείται να του επιτραπή να μετέλθη βίαν κατά της αναρχικής Απειράνθου.

Την 20 Δεκεμβρίου απέστειλα εις Νάξον τον διοικητή του υπό τας διαταγάς μου λόχου μετά 100 έτι ανδρών, ίνα μετά των εκεί ήδη ευρισκομένων ετέρων 100 αποκλείση στενώς το χωρίον και συγχρόνως ενεργήση όπως πείση τους Απειρανθίους να παραιτηθώσι πάσης περαιτέρω αντιστάσεως.

Την 25 Δεκεμβρίου ο διοικητής λόχου κ. Σαμαρτζής μοι αναφέρει τηλεγραφικώς ότι εκάλεσε προς συνεννοήσιν 22 προκρίτους Απειρανθίους, αλλ’ εκ τούτων προσήλθον μόνον οι εξ, των λοιπών εμποδισθέντων υπό των χωρικών ή μη στερξάντων να προσέλθωσιν, ότι απέστειλεν εργάτας ίνα επισκευάσωσι την καταστραφείσαν υπό των Απειρανθίων τηλεγραφικήν γραμμήν και ότι οι εργάται ούτοι συνελήφθησαν υπό 30 ενόπλων Απειρανθίων, ότι οι ένοπλοι ούτοι διεμήνυσαν ότι το χωρίον των ουδέποτε θα προσχωρήση, ότι οι Απειράνθιοι διαθέτουσι περί τα 150 όπλα και άφθονον δυναμίτιδα, ότι πολυορκεί το χωρίον των και εν τέλει αιτείται να αποσταλή τορπιλλικόν τι εις Μουτσούναν (όρμον πλησίον της Απειράνθου) ίνα συντελέση εις τον αποκλεισμόν.

Την 25 Δεκεμβρίου ο διοικητής του λόχου μοι τηλεγραφεί εκ Νάξου ότι οι Απειράνθιοι εδήλωσαν αυτώ ότι επ’ ουδενί λόγω θα υποκύψωσιν, ότι αι τοποθετηθείσαι πέριξ του χωρίου φρουραί επαναστατών έρριψαν την νύχτα κατά του στρατού περί τους 60 πυροβολισμούς και περί τας 10 δυναμίτιδας, ότι το στρατιωτικόν απόσπασμα δεν αντεπυροβόλησεν, εν τέλει δε αιτείται ενίσχυσιν.

Την 26 Δεκεμβρίου στρατιώται συνοδεύοντες 2 Απειρανθίους συλληφθέντας πλησίον των Βόθρων επυροβολήθησαν υπό 12 Απειρανθίων ενεδρευόντων παρά το χωρίον Χαλκί ίνα απελευθερώσωσι τους συλληφθέντας.

Η τοιαύτη στάσις των Απειρανθίων έφερεν εις απελπισίαν τους φιλελευθέρους κατοίκους της νήσου, ήρξατο επηρεάζουσα το φρόνημα εκείνων οίτινες είχον προσχωρήσει εις το Εθνικόν κίνημα άνευ πολλού ενθουσιασμού. Εις το εγγύς της Απειράνθου χωρίον Μονή εσειμηώθη κίνημα στασιαστικόν. Ομάς μεγάλη κατοίκων προέβη εις διαδήλωσιν κατά της Εθνικής Κυβερνήσεως και των συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων, ζητωκραυγάζοντες υπέρ του βασιλέως κ.τ.λ. Την αποσταλείσαν μικράν αστυνομικήν δύναμιν υπεδέχθησαν μετά αποδοκιμασιών και κραυγών «φύγετε προδόται κ.λ.π.». Στρατιωτική δύναμις αποσταλείσα επί τόπου συνέλαβε 19 εξ αυτών ως πρωταιτίους, εν αις και τον πρόεδρον της κοινότητος Μονής. Τούτους ηπείλησαν να αρπάσσωσι εκ των χειρών του αποσπάσματος έτεροι, εν τέλει δε ωδηγήθησαν ενταύθα και εκλείσθησαν εις τας φυλακάς.

Συγχρόνως εις την μικράν νήσον Κίμωλον, προσχωρήσασα ήδη εις το κίνημα, έτεραι στασιαστικαί διαδηλώσεις ελάμβανον χώραν, των διαδηλωτών κραυγαζόντων «κάτω ο Βενιζέλος, κάτω οι προδόται, κάτω η Γαλλία, κάτω η Αγγλία, ζήτω ο Βασιλεύς» κλπ. Και ούτοι συνελήφθησαν υπό της αποσταλείσης εντεύθεν στρατιωτικής δυνάμεως και ωδηγήθησαν εις τας ενταύθα φυλακάς. Οι ανά τον νομόν αντιδραστικοί, αναθαρρούσιν, υπολαμβάνοντες ως αδυναμίαν την διαλλακτικήν στάσιν ημών, ή μάλλον εξηγούντες αυτήν ως συνέπειαν των υπό των βασιλοφρόνων εφημερίδων των Αθηνών αναγραφομένων ψευδών ειδήσεων ότι οι σύμμαχοι ηττώνται κατά κράτος πανταχού, ότι οι Γερμανοί θριαμβεύουσιν, ότι οι εν Μακεδονία συμμαχικοί στρατοί ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, ότι ο κ. Βενιζέλος μετά των ολίγων οπαδών του μόλις εσώθησαν καταφυγόντες εις Μυτιλήνην κ.τ.λ. κ.τ.λ.

Συγχρόνως οι Απειράνθιοι εξυμνούμενοι δια τον ηρωισμόν των υπό των αθηναϊκών εφημερίδων, ων φύλλα, άγνωστον πώς, εκυκλοφόρησαν εις την ορεινήν εκείνην κώμην, καθίστατο έτι αυθαδέστεροι. Και τας συνεπείας υφίσταντο τα εις το εθνικόν κίνημα προσχωρήσαντα χωρία ων οι Απειράνθιοι, τιμωρούντες αυτά, κατέστρεφον τα κτήματα και διήρπαζον αγγεληδόν τα ζώα. Εν μια νυκτί εξερρίζωσαν τας αμπέλους του χωρίου Βόθροι ως με εβεβαίωσεν ο φιλελεύθερος βουλευτής κ. Παπαβασιλείου, εν Απειράνθω το κρέας επωλείτο εις μεν τους ευπόρους προς 65 λεπτά την οκάν εις δε τους απόρους διενέμετο δωρεάν. Τοιαύτη ην η αφθονία του κρέατος εν Απειράνθω ως εκ του πλήθους των κλαπέντων ποιμνίων.

Εν τω μεταξύ το στρατιωτικόν απόσπασμα πολιορκεί το χωρίον και απαγορεύει την εις αυτό εισαγωγήν αλεύρων κλπ τροφίμων, και καθ’ όν χρόνον οι στρατιώται εις μυρίας υποβάλλονται στερήσεις και κακουχίας εκτεθειμένοι άνευ αντισκήνων, εν μέσω χειμώνι, εις τας βροχάς και τα ψύχη επί των ορεινών εκείνων μερών, οι Απειράνθιοι επυροβόλουν κατ’ αυτών, υβρίζον αυτούς προδότας και μετά των ζητωκραυγών αυτών υπέρ του βασιλεώς ανεμίγνυον άσματα αυτοσχέδια ων η έννοια ήτο: «δεν φοβούμεθα κανένα, δεν έχομεν ανάγκην από άλευρα, έχομεν χόρτα και κρέας άφθονον διότι ξεύρομεν να κλέπτωμεν κ.λ.».

Η κατάστασις αυτή δεν ήτο δυνατόν να παραταθή πλέον διότι ασφαλώς διετρέχομεν τον κίνδυνον να ιδώμεν και άλλας κοινότητας, και εν Νάξω και εν ταις λοιπαίς νήσοις, να μιμηθώσι το παράδειγμα των Απειρανθίων, επί μεγίστη ζημία του εθνικού κινήματος και επί βεβαία καταστροφή των φιλελευθέρων κατοίκων του νομού τούτου.

Έκρινα ότι ύψιστον εθνικόν συμφέρον επέβαλλε να τεθή εν τέρμα εις την κινδυνώδη εκείνην κατάστασιν και την 28 Δεκεμβρίου συνεννοηθείς και μετά του αρχηγού της εν Σύρω αγγλικής ναυτικής μοίρας, διέταξα τον διοικητήν του εν Νάξω λόχου να καταβάλη τελευταίαν προσπάθειαν προς συμβιβασμόν, εν τέλει δε να εισέλθη εις το χωρίον έστω και δια της βίας, αντί πάσης θυσίας δε να συλλάβη τους πρωταίτιους της αναρχικής ταύτης καταστάσεως, ήτοι προκρίτους, αρχηγούς επιστράτων κ.λ.π. δοθέντος ότι το μετρόν του αποκλεισμού απέβαινεν άνευ πρακτικού αποτελέσματος, διότι το χωρίον, επί ορέων δύσβατον κείμενον, δεν ήτο δυνατόν τελείως να περικλεισθή υπό της διατεθείσης δυνάμεως, οι δε ορεινοί κάτοικοι, γνώσται του εδάφους, εξεύρισκον διόδους δι’ ων εξερχόμενοι την νύκτα διήρπαζον τας περιουσίας των λοιπών χωρίων και επρομηθεύοντο τρόφιμα.

Συγχρόνως μετά της διαταγής ταύτης της επιθέσεως απέστειλα εις Νάξον μικράν ενίσχυσιν υπό τον έφεδρον ανθυπολοχαγόν κ. Ταρασουλέαν συγκειμένην εκ 15 στρατιωτών και ενός πολυβόλου το οποίον μοι παρεχώρησε ο αρχηγός της εν Σύρω αγγλικής ναυτικής μοίρας. (Την χρήσιν του πολυβόλου τούτου εδίδαξαν προχείρως εις τους ημετέρους στρατιώτας Άγγλοι ναύται). Την ενίσχυσιν ταύτην μετέφερεν εις Νάξον το ημέτερον τορπιλλικόν «Θέτις» κυβερνώμενον υπό του υποπλοιάρχου κ. Βούλγαρη, όστις διετάχθη υπό του Άγγλου ναυτικού αρχηγού να καταπλεύση εις τον κάτωθεν της Απειράνθου όρμον Μουτσούναν και, εάν επιστή ανάγκη της βίας, να βάλη εκείθεν βολάς τινάς πυροβόλου προς εκφοβισμόν των Απειρανθίων.

Άμα τω κατάπλω του αντιτορπιλλικού ο κυβερνήτης αυτού και ο διοικητής της στρατιωτικής δυνάμεως συνεννοήθησαν περί του τρόπου της ενεργείας αυτών, ανεγνώρισαν το έδαφος μεταξύ Μουτσούνας και Απειράνθου και εκανόνισαν την βολήν του πυροβολικού του πλοίου. Κατά την τεθείσαν συμφωνίαν η «Θέτις» έδει να βάλη βολάς τινας προς εκφοβισμόν μεταξύ της 10ης και 10:30 της πρωίας της επόμενης (2 Ιανουαρίου) εκτός εάν διά συμπεφωνημένου σήματος ειδοποιείτο να μη βάλη ή να διακόψη την βολήν αυτής. Μετά τούτο ωρίσθησαν σύνδεσμοι και κοινωνοί μεταξύ του όρμου και των θέσεων ας θα κατελάμβανε ο στρατός, και είτα ο διοικητής του λόχου απέστειλε επιστολήν προς τους κατοίκους Απειράνθου δι’ ης εδήλου αυτοίς ότι είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν να εισέλθη εις το χωρίον των την επομένην και εξώρκιζεν αυτούς εις τα ιερώτερα αυτών αισθήματα να μην αντισταθώσι, διότι θα κτυπηθώσι από ξηράς και από θαλάσσης και θα μεταμεληθώσι σκληρώς δια την διαγωγήν των.

Ωρίζετο και η ώρα μέχρι της οποίας ώφειλον να αποστείλωσι την απάντησίν των.

Μόλις έλαβον την επιστολήν ταύτην εξέσχισαν αυτήν εκφέροντες χυδαιοτάτας ύβρεις κατά του στρατού και της αποστειλάσης αυτόν Εθνικής Κυβερνήσεως.

Δεν έλειψαν και φρόνιμοι τινές οίτινες συνεβούλευον τους ομοχωρίους των να ενδώσωσιν. Τούτους εξύβρισαν οι λοιποί και εκακοποίησαν, συγχρόνως δε προς εγκαρδίωσιν του όχλου διέδιδον ότι γερμανικά υποβρύχια, καταπλεύσαντα εις Μουτσούνα την νύκτα, απεβίβασαν εκατοντάδας όπλων και χιλιάδας φυσσυγγίων, καθώς και τροφάς αφθόνους, προσεποιούντο δε ότι περισυνέλεγον ημιόνους προς μεταφοράν αυτών εις το χωρίον των.

Συγχρόνως συνεπλήρουν τας παρασκευάς των προς αντίστασιν και ώρισαν τας θέσεις τα οποίας θα κατελάμβανε εκάστη διμοιρία. Διότι οι στασιασταί είχον διαιρεθή εις 13 διμοιρίας με όλους τους βαθμοφόρους κ.λ. εις διμοιρίας ωσαύτως διηρέθησαν και αυταί αι γυναίκες.

Την 8.30 πρωινήν της επομένης (2 Ιανουαρίου) ο στρατός κατέλαβε τα περί το χωρίον υψώματα οπότε ηκούσθει η σαλπιγξ των επαναστατών σαλπίζουσα το προσκλητήριον και μετ’ ολίγον ομάδες ανδρών και γυναικών κατελάμβανον θέσεις περί το χωρίον. Ο στρατός προχώρησεν εις απόστασιν 500 μέτρων απ’ αυτών και την 10.05 η «Θέτις» έβαλε δύο βολάς πεσούσας προ του χωρίου. Τας βολάς ταύτας υπεδέχθησαν οι Απειράνθιοι δι’ ειρωνειών, ύβρεων και γιουχαϊσμών. Ο διοικητής του λόχου και πάλιν αποπειράται να συμβιβάση τους κατοίκους να ενδώσωσι διότι θα τους κτυπήση και προς τούτο αποστέλλει τον Πρόεδρον της κοινότητος όστις εξ αρχής απέτρεπε τους συγχωρίους του από πάσης αντιστάσεως. Ο Πρόεδρος εξυβρίσθη υπό των χωρικών ως προδότης και εγιουχαΐσθη εν τέλει δε ούτος παραλαβών την οικογένειάν του εξήλθε του χωρίου επιρρίπτων εις τους επιμένοντας συγχωρίους του την ευθύνην δια τα συμβησσόμενα.

Την 10.30 ακριβώς ο στρατός προυχώρησε προς το χωρίον και ήρξατο το πυρ αμφοτέρωθεν. Οι Απειράνθιοι ιδόντες τότε ότι δεν ηδύναντο να αντιστώσιν εις τον στρατόν ύψωσαν λευκάς σημαίας και εκραύγασαν ότι παραδίδονται.

Κατά την συμπλοκήν ταύτην ετραυματίσθη ελαφρώς εις στρατιώτης εκ δε των επαναστατών 28 εφονεύθησαν και 49 ετραυματίσθησαν.

Ο στρατός εισελθών εις το χωρίον συνέλαβε περί τους διακόσιους εξ ων 87, ως πρωταιτίους, μετέφερον εις Νάξον την επομένην.

Άπαντες οι συλληφθέντες ωμολόγησαν ότι αυτοί φέρουσι πάσαν ευθύνην των γεγονότων και ανεγνώρισαν την μακράν υπομονήν του στρατού, και ότι η επίμονος αυτών αντίστασις ήτο αποτέλεσμα της συστηματικής και επί μακρόν χρόνον γενομένης αυτοίς διδασκαλίας και ενθαρύνσεως υπό των πολιτευομένων των και ιδίως υπό του επί μακρόν επί τούτω διατρίψαντος εις το χωρίον των βουλευτού και αποστράτου αντισυνταγματάρχου Μανούσου Δερλερέ.

Ταύτα εβεβαιώθην και προσωπικώς ότε μετέβην εις Νάξον προς εξέτασιν των λυπηρών γεγονότων τούτων.

Έκτοτε η τάξις επαγιώθη τελείως, χάρις εις το σκληρόν αλλά επιβεβλημένον εκείνον μάθημα όπερ εδόθη εις το ανέκαθεν ληστρικόν και αναρχικόν χωρίον της Απειράνθου, ουδείς δε εις το μέλλον θα τολμήση να εγείρη κεφαλήν κατά του Εθνικού Καθεστώτος, οιαιδήποτε και αν ώσιν αι εισηγήσεις και αι διαβολαί των αντιδραστικών αρχόντων της φαυλοκρατίας ων θύματα έπεσαν οι άξεστοι κάτοικοι της ορεινής εκείνης κοινότητος, τουναντίον δε θα αφεθώσιν ήσυχοι οι απλοϊκοί εκείνοι πληθυσμοί ίνα υπό τα κελεύσματα της Εθνικής Κυβερνήσεως εκπληρώσωσι το προς την πατρίδα καθήκον.

Και όντως ότε ημέρας τινάς βραδύτερον, ήτοι την 15 Ιανουαρίου εκλήθησαν να προσέλθωσιν υπό τα όπλα οι κληρωτοί της κλάσεως 1916, ουδείς εκ των Απειρανθίων, και όλων των Ναξίων, υστέρησε εις την πρόσκλησιν ταύτην, πάντες δε, πλην εννοείται των μακράν ευρισκομένων της νήσου, προσήλθον προθύμως και μετά χαρακτηριστικού ενθουσιασμού κατετάχθησαν εις τον στρατόν ζητωκραυγάζοντες υπέρ του Έθνους και του Αρχηγού του Εθνικού κινήματος και Προέδρου της κυβερνήσεως κ. Ελευθερίου Βενιζέλου.

Σύρος 27 Ιανουαρίου 1917

Ο Στρατιωτικός Διοικητής Κυκλάδων»

Πηγή: ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ, «1915, Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ», Δέκατη πέμπτη έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2021

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ